Τελευταίοι στις δημόσιες δαπάνες Υγείας

Πληρώνουμε γιατρούς, αλλά όχι νοσηλευτές

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 21/11/2007

Σε έξι δισεκατομμύρια ευρώ προβλέπονται τα κονδύλια του υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στον κρατικό προϋπολογισμό για το 2008 που κατατέθηκε χθες στη Βουλή. Φθάνουν το 12,6% όλων των δαπανών (εκτός τόκων) και είναι αυξημένα κατά 518 εκατομμύρια έναντι των φετινών, κατά ένα ποσοστό 9,4%, σαφώς υψηλότερο από τη μέση αύξηση 5,9% για το σύνολο των υπουργείων, από δε το 2005 η αύξηση φθάνει το 20%. Σημαίνει μια τέτοια αύξηση ότι ενισχύεται η δημόσια υγεία; Αυτό είναι πολύ αμφίβολο. Διότι θα προϋπέθετε ένα πρόγραμμα με προτεραιότητες και συγκεκριμένους στόχους για την ανάπτυξη της δημόσιας υγείας, το οποίο δεν υφίσταται.

Στην Ελλάδα ξοδεύουμε το 10,1% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) μας για την υγεία, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ «Η υγεία με μια ματιά» (στοιχεία 2005), έναντι 9% που είναι ο μέσος όρος των 27 χωρών του Οργανισμού. Ερχόμαστε όμως τελευταίοι στο μερίδιο της δαπάνης αυτής που καλύπτεται από το Δημόσιο: μόλις 43% έναντι 73% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Στην Πορτογαλία το μερίδιο του Δημοσίου στη δαπάνη για την υγεία φθάνει το 73%, στην Ιταλία το 77%, στην Ιρλανδία (η οποία εξαίρεται ως χώρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας) το 78%, στη Γαλλία το 80%, στις Σκανδιναβικές χώρες το 84%-85%, στο Ηνωμένο Βασίλειο το 87%. Αντίστροφα, το 57% των δαπανών για την υγεία μας το πληρώνουμε «από την τσέπη μας». Ακόμη και στις ΗΠΑ, που φημίζονται για την έλλειψη δημόσιας φροντίδας για την υγεία, το 50% της δαπάνης είναι ιδιωτική, αλλά από αυτό μόνο το 13% το πληρώνουν «από την τσέπη τους» οι Αμερικανοί όπως εμείς, το υπόλοιπο 37% καλύπτεται από ιδιωτικές ασφαλίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται συμφωνίες ή συλλογικές συμβάσεις εργοδοτών/εργαζομένων.

Η χαμηλή δημόσια κάλυψη των αναγκών υγείας θεωρείται από τους πιο αποφασιστικούς παράγοντες που εντείνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Αν σε κάποιους δείκτες (προσδόκιμο ζωής, βρεφική θνησιμότητα, καρκίνοι, καρδιοπάθειες) η χώρα μας εμφανίζει επιδόσεις στο μέσο όρο ή καλύτερες, από εγκεφαλικά και ειδικά από καρκίνο του πνεύμονα οι θάνατοι είναι περισσότεροι. Στο κάπνισμα, δεύτερη σημαντικότερη αιτία θανάτου σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχουμε το υψηλότερο ποσοστό του ΟΟΣΑ, 38,6% του πληθυσμού άνω των 15 ετών, μάλιστα εξακολουθούμε να το αυξάνουμε, ενώ οι περισσότερες χώρες το μείωσαν από το 1990 πάνω από 20%. Η παχυσαρκία πλήττει το 21,9% του πληθυσμού μας (το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό μετά τις ΗΠΑ, το Μεξικό και το Ηνωμένο Βασίλειο), έναντι 14,6% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

Ξοδεύοντας άλλωστε το 10,1% του ΑΕΠ μας για την υγεία δεν «αγοράζουμε» αυταπόδεικτα και καλύτερες υπηρεσίες από την Ιρλανδία π.χ. που ξοδεύει μόνο το 7,5%. Ενώ έχουμε τους περισσότερους γιατρούς: 4,9 ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 3 κατά μέσο όρο του ΟΟΣΑ, σ΄ εμάς αντιστοιχούν μόνο 3,8 νοσηλευτές/τριες ανά 1.000 κατοίκους (ΟΟΣΑ 8,9). Είμαστε έτσι η μοναδική χώρα με μικρότερο αριθμό νοσηλευτών από γιατρούς. Τις συνέπειες τις ζει όποιος μπαίνει σε νοσοκομείο. Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι οι μισθοί. Για τους/τις νοσηλευτές/τριές μας η έκθεση του ΟΟΣΑ εκτιμά τον μισθό τους 20% πάνω από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όσο και στο μέσο όρο των χωρών μελών, αν και στη Δανία και την Ιρλανδία το υπερβαίνουν κατά 30%, στη δε Πορτογαλία κατά 80%. Οι ειδικευμένοι γιατροί παίρνουν μισθό 2,3 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αναλογία παραπλήσια με της Σουηδίας και της Φινλανδίας (2,5 φορές), ή και της Γερμανίας (2,7), σαφώς χαμηλότερη πάντως από της Ιρλανδίας (4,6) ή του Ηνωμένου Βασιλείου (4,8).

Από την αποσπασματική αυτή καταγραφή γίνεται φανερό ότι το θέμα δεν είναι απλώς να αυξάνονται οι δαπάνες για την υγεία γενικά, αλλά να τεθούν συγκεκριμένοι στόχοι που θα επιτρέψουν να μετρήσουμε τα αποτελέσματα κάθε δαπάνης. Την ανάγκη μιας τέτοιας μεταρρύθμισης του προϋπολογισμού ανέδειξε πειστικά μελέτη του καθηγητή Βασίλη Ράπανου που παρουσίασε το ΙΟΒΕ την περασμένη εβδομάδα. Μια σοβαρή, επιτέλους, πολιτική κατά του καπνίσματος θα μείωνε τους θανάτους από καρκίνο του πνεύμονα, η αύξηση του νοσηλευτικού προσωπικού θα ελάφρυνε την ταλαιπωρία των ασθενών και των οικογενειών τους. Το πιο χειροπιαστό παράδειγμα είναι η οδική ασφάλεια: στα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα η Ελλάδα έρχεται τρίτη, με 16,4 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, μετά την Κορέα και την Πορτογαλία. Μόνο εμείς από το 1970 αυξήσαμε τους θανάτους κατά 41% (και η Πολωνία 23%). Όλες οι άλλες χώρες είχαν μέση μείωση 56%, ενόσω τα διανυόμενα χιλιόμετρα σχεδόν τριπλασιάσθηκαν. Η Ολλανδία, με 5,2 θανάτους πλέον, τους μείωσε κατά 79%. Είναι θέμα δημοσίων δαπανών και πολιτικών: δρόμοι, συγκοινωνίες, εκπαίδευση, νομοθεσία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι