Φόροι: 7 μονάδες πίσω από την Ε.Ε. η Ελλάδα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 25/11/2007

Με την αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 12,9% που προβλέπει, ο προϋπολογισμός του 2008 έχει τρομάξει πολύ κόσμο. Οι ανησυχίες είναι δικαιολογημένες από δύο απόψεις: Είτε θα επιτευχθεί μια τόσο μεγάλη αύξηση, διπλάσια σχεδόν από όση προβλέπεται για το ΑΕΠ, και για να γίνει αυτό πολλά εισοδήματα θα υποστούν πρόσθετη επιβάρυνση. Είτε θα αποδειχθεί ακατόρθωτη, οπότε θα προκύψουν ελλείμματα που θα οδηγήσουν σε νέα, αυστηρότερη λιτότητα στις δαπάνες συμπιέζοντας και πάλι πολλά εισοδήματα.

Το γενικό επίπεδο της φορολογίας στην Ελλάδα δεν είναι υψηλό. Για το 2007 ο προϋπολογισμός εκτιμούσε αρχικά τα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους στο 23,1% του ΑΕΠ, ποσοστό που πέφτει στο 21,2% εφόσον υπολογισθεί στο αυξημένο με την αναθεώρηση ΑΕΠ. Πρόκειται όμως για εκτιμήσεις που είναι πιθανό τελικά να αποδειχθούν υπερτιμημένες. Για το 2008 ο προϋπολογισμός προβλέπει φορολογικά έσοδα που θα φθάσουν στο 22,3% του αναθεωρημένου ΑΕΠ, όταν στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2006 οι φόροι απορρόφησαν κατά μέσο όρο το 27% του ΑΕΠ (το 13,6% οι έμμεσοι και το 13,2% οι άμεσοι φόροι). Στους σχετικούς πίνακες της Eurostat η Ελλάδα εμφανίζει το 2006 τους φόρους να ανέρχονται στο 20% μόλις του (προ αναθεώρησης) ΑΕΠ, 11,9% οι έμμεσοι και 7,9% οι άμεσοι φόροι, και τα ποσοστά αυτά γίνονται μέχρι και κατά δύο μονάδες χαμηλότερα, εφόσον υπολογισθούν στο αναθεωρημένο ΑΕΠ. Ακόμα και οι έμμεσοι φόροι δηλαδή, στο βαθμό που εισπράττονται από το κράτος, είναι σε μας ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκριτικά χαμηλοί. Θα είχαμε επομένως μια μεγάλη απόσταση να διανύσουμε, αυξάνοντας κάθε χρόνο το σύνολο των φόρων που πληρώνουμε περισσότερο από όσο αυξάνονται συνολικά τα εισοδήματά μας, αν θέλαμε να συγκλίνουμε σταδιακά προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Υπέρ μιας τέτοιας σταδιακής σύγκλισης τα επιχειρήματα είναι προφανή: Χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους για την άσκηση δημόσιων πολιτικών και για επενδύσεις στην παιδεία, την κατάρτιση, την ενίσχυση και την ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης, στην υγεία, στο περιβάλλον, στην έρευνα και ανάπτυξη, στις συγκοινωνίες, καθώς και για τις συντάξεις, για τη στήριξη των οικογενειών με παιδιά, για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και τον περιορισμό της φτώχειας, για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών σαν τις πυρκαγιές που μας έπληξαν το καλοκαίρι. Θα χρειαστούμε μάλιστα κεντρική κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση να συγκεντρώνουν πολύ περισσότερους πόρους, εφόσον από το 2013 δεν έχουμε πια να αναμένουμε τα μεγάλα ποσά που ακόμα λαμβάνουμε από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, οπότε τα εκεί υπαγόμενα αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προγράμματα θα πρέπει πλέον στο πολύ μεγάλο τους μέρος να χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους.

Και αυτό θα συμβεί επειδή θα παύσουμε να δικαιούμαστε οφέλη από την ενδοευρωπαϊκή ανακατανομή πόρων, καθώς με τους υψηλότερους σε σύγκριση με την Ε.Ε. ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης που είχαμε τα τελευταία δώδεκα χρόνια και μετά την ένταξη των φτωχότερων χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μας προσεγγίζει πλέον το μέσο επίπεδο στην Ε.Ε. Αλλά ενώ ως προς το κατά κεφαλήν μας εισόδημα η σύγκλιση προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ολοκληρώνεται, σε όλους τους τομείς δημόσιας πολιτικής, στις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, την υγεία, το περιβάλλον, ερχόμαστε τελευταίοι, και στις εισοδηματικές ανισότητες δεύτεροι (μετά την Πορτογαλία) στην Ευρώπη. Η αύξηση του ΑΕΠ, που ξεπέρασε το 45% μέσα στα τελευταία δώδεκα χρόνια, κατά μεγάλο μέρος μεταφράσθηκε σε ιδιωτικά εισοδήματα και σε έργα υποδομών (αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, μετρό, στάδια κ.ο.κ.), ελάχιστα όμως σε δημόσια αγαθά, όπως η παιδεία ή η υγεία, ώστε να βελτιωθούν οι δημόσια παρεχόμενες υπηρεσίες προς το κοινωνικό σύνολο και να αναπτυχθεί το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας. Για να χρηματοδοτηθούν αυτά τα δημόσια αγαθά, όπως επίσης πολιτικές για την προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα, για να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες και για να στηριχθούν οι χαμηλές συντάξεις, προβάλλει επομένως επιτακτική η ανάγκη ανακατανομής του εισοδήματος. Και αποφασιστικό εργαλείο για μια τέτοια ανακατανομή είναι η φορολογική πολιτική.

Σύγχυση και αβεβαιότητα για τα ακίνητα, τα καύσιμα και το ΦΠΑ

Όσο και αν είναι προφανή, τα παραπάνω επιχειρήματα απουσιάζουν εντελώς από τη δημόσια αντιπαράθεση στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση που επιχειρεί στους αριθμητικούς στόχους του προϋπολογισμού να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα περισσότερο από κάθε προηγούμενη φορά, διπλασιάζοντας το μέσο ρυθμό αύξησης που παρουσίαζαν την τελευταία δωδεκαετία, δεν τα επικαλείται διόλου. Αντίθετα, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης επέμεινε, παρουσιάζοντας τον προϋπολογισμό, ότι εξακολουθούν να μειώνονται τα φορολογικά βάρη για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, "σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η κυβέρνηση". Ως μόνη πηγή για τη μεγάλη προβλεπόμενη αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 12,9% ή 6,2 δισ. ευρώ, κατονόμασε "την περαιτέρω αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής", όπου ενέταξε "την αναμόρφωση του συστήματος διακίνησης των καυσίμων". Και απλώς ανέφερε ότι "με την καθιέρωση της ενιαίας φορολογίας ακινήτων απλοποιείται και εξορθολογίζεται η φορολογία ακινήτων", αποσιωπώντας ότι ο φόρος κατοχής ακινήτων συνιστά νέα πηγή εσόδων από την οποία προσδοκά να εισπράξει 900 εκατομμύρια ευρώ, 660 εκατομμύρια περισσότερα από όσα εκτιμάται ότι απέδωσε φέτος ο φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Έτσι όμως προσπάθησε να συσκοτίσει την πολιτική που υποτίθεται ότι προωθεί. Διότι πράγματι εξακολουθεί να μειώνεται στο 27% για το 2008 ο συντελεστής για εισοδήματα μέχρι 30.000 ευρώ (από 29% που ίσχυσε φέτος) και ο φόρος εισοδήματος που θα καταβάλουν τα νοικοκυριά προβλέπεται να αυξηθεί κατά 7,2%, ελάχιστα πάνω από το ονομαστικό ΑΕΠ (7%). Αλλά ένα σημαντικό μέρος από τα νοικοκυριά που καταβάλλουν τον μεγάλο όγκο του φόρου εισοδήματος (όσα δηλώνουν ετήσιο εισόδημα πάνω από 25.000 ευρώ) θα βρεθούν να κατέχουν και δεύτερη κατοικία, οπότε θα πληρώσουν ένα νέο φόρο γι αυτήν, και σε πολλές περιπτώσεις το 0,1-0,2% της αξίας της μπορεί να μην είναι αμελητέο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί φόρος στην ακίνητη περιουσία (για να φύγουμε από την κοροϊδία των 38.000 μόλις φορολογουμένων που δήλωναν ακίνητα αξίας πάνω από 80.000 ευρώ και πλήρωναν ΦΜΑΠ για αυτά). Αντίθετα, χρειάζεται να επιβληθεί φόρος στην ακίνητη περιουσία συνολικά, και ο Συνασπισμός το έχει υποστηρίξει στο παρελθόν. Θα πρέπει όμως έτσι να εξηγηθεί. Μένει άλλωστε να δούμε το σχετικό νομοσχέδιο και τις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν για εκτιμήσουμε κατά πόσο όντως θα αποφέρουν τόσα έσοδα.

Αδιευκρίνιστη παραμένει η δεύτερη καινοτομία της φορολογικής πολιτικής, η εξάλειψη της φοροδιαφυγής από τη διάθεση του χαμηλότερης επιβάρυνσης πετρελαίου θέρμανσης για σκοπούς κίνησης κ.ά. Από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης καυσίμων ο προϋπολογισμός προβλέπει πρόσθετα έσοδα 1,3 δισ. ευρώ, 43,6% περισσότερα από φέτος. Στην αύξηση θα συμβάλει η γενικότερη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, όσον αφορά την αλλαγή του συστήματος όμως οι έως τώρα δηλώσεις και αναιρέσεις δηλώσεων δεν είναι ενθαρρυντικές.

Αλλά ακόμα περισσότερα πρόσθετα έσοδα, 2,1 δισ. ευρώ, προβλέπεται να αποδώσει ο ΦΠΑ (εκτός καυσίμων και καπνού), 14,1% πάνω από πέρυσι. Δύσκολα μπορεί να προκύψει μια τόσο μεγάλη αύξηση, διπλάσια από του ονομαστικού ΑΕΠ, ξαφνικά από την καλύτερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, οπότε δικαιολογημένη είναι η καχυποψία ότι επίκειται νέα αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ που θα πλήξει περισσότερο τα φτωχότερα στρώματα. Αυτό δεν έκανε απροειδοποίητα η ίδια κυβέρνηση το 2005, όταν έπεφτε έξω ο τότε προϋπολογισμός;

Η βασική επιλογή της κυβέρνησης από το 2004 να μειώσει τη φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων (μόνο κατά 215 εκατομμύρια ή 4,6% προβλέπεται να αυξηθούν τα σχετικά έσοδα το 2008, χωρίς να έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι ανακόπηκε η άνοδος των κερδών), η εύλογη αίσθηση της αδικίας που επικρατεί ως προς την κατανομή των φορολογικών βαρών και, επιπλέον, η σύγχυση που σκόπιμα καλλιεργείται τροφοδοτούν την αγανάκτηση και την κατακραυγή όλων όσων βλέπουν ότι θα υποχρεωθούν του χρόνου να πληρώσουν περισσότερους φόρους. Τη δυσφορία τους επιτείνει η αδιαφάνεια που συντηρείται στις δαπάνες του προϋπολογισμού, η απουσία προγραμμάτων και πιο μακροχρόνιων στόχων που θα απαιτούνταν για να πιστέψουν ότι οι φόροι που πληρώνουν "πιάνουν τόπο". Την έλλειψη διαφάνειας και την αδυναμία αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των δαπανών παραδέχθηκε φέτος ο κ. Αλογοσκούφης, αλλά το "Εθνικό Σχέδιο Προγραμμάτων" που υπέβαλε συνοδευτικά στο νέο, τον τέταρτο προϋπολογισμό που κατέθεσε, δεν είναι για την ώρα παρά άσκηση επί χάρτου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι