Μισθοί, τιμές, κέρδη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 06/11/2003

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τις διαφορές πληθωρισμού μεταξύ των οικονομιών της Ευρωζώνης, που πρόσφατα αποκάλυψε η "Αυγή", εντόπιζε τα αίτια για τον υψηλότερο πληθωρισμό στη χώρα μας όχι στους μισθούς αλλά στα κέρδη. Παρουσίαζε έτσι το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος να έχει αρνητική συνεισφορά στη διαφορά του πληθωρισμού ανάμεσα στην Ελλάδα και το μέσο όρο της Ευρωζώνης την τετραετία 1999-2002, και, αντίθετα, θετική να έχουν τα κέρδη (το "ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα" στην ορολογία της έκθεσης), καθώς και, σε μικρότερο ποσοστό, οι έμμεσοι φόροι.

Τα εθνικολογιστικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι συγκρίσεις της έκθεσης πρέπει να διαβαστούν με προσοχή. Κατ’ αρχάς γιατί ως "κέρδη" νοούνται εκεί όλα τα εισοδήματα εκτός από τους μισθούς, αφού πρόκειται για μέγεθος που προκύπτει από την απλή αφαίρεση των μισθών από το ΑΕΠ (χωρίς τους έμμεσους φόρους). Περιλαμβάνουν δηλαδή, εκτός από τα κέρδη των επιχειρήσεων που απασχολούν μισθωτούς, και όλα τα εισοδήματα των αυταπασχολουμένων: των αγροτών, των υδραυλικών, καφετζήδων, μανάβηδων, οδοντογιατρών, δασκάλων που παραδίδουν ιδιωτικά μαθήματα, ιδιοκτητών δωματίων που τα νοικιάζουν σε τουρίστες κ.ο.κ. Επιπλέον, καθώς νεότερα, αναθεωρημένα στοιχεία ανατρέπουν την προηγούμενη εικόνα για την ευνοϊκότερη εξέλιξη του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι της Ευρωζώνης.

Χρήσιμη είναι έτσι η σύσταση του Γιάννη Δραγασάκη στην "Αυγή" της Κυριακής να δούμε τις διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας "ως έναυσμα για να συζητήσουμε ως κοινωνία τους μηχανισμούς διανομής και αναδιανομής του κοινωνικού προϊόντος". Ως μικρή συμβολή στην αναγκαία αυτή συζήτηση δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις και μια γενική σκέψη:

Πάγια θέση της Τράπεζας της Ελλάδος, που θεωρητικά υιοθετεί η κυβέρνηση, είναι ότι οι αυξήσεις μισθών δεν πρέπει να υπερβαίνουν την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό υπονοεί ότι το μερίδιο των μισθών στο προϊόν πρέπει να μένει σταθερό. Αλλά από πού προκύπτει ότι το δεδομένο μερίδιο είναι και το ενδεικνυόμενο; Και τι σημαίνει για την εσωτερική κατανομή των μισθών και για την απασχόληση; Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της Τράπεζας, οι μέσες αποδοχές στο Δημόσιο αυξήθηκαν την τελευταία τετραετία κατά 1,5% περισσότερο παρόσο στο σύνολο της οικονομίας, ενώ οι κατώτατες αποδοχές (της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας) κατά 6,8% λιγότερο. Στη βιομηχανία εξάλλου, επειδή ο αριθμός των απασχολουμένων μειώνεται, η παραγωγικότητα εμφανίζεται να αυξάνεται κατά 7% φέτος - εννοείται εδώ ότι όλο το ποσοστό πρέπει να μεταφράζεται σε πρόσθετες υπερωριακές αμοιβές και πραγματικές αυξήσεις μισθών για τους ολοένα λιγότερους εργαζόμενους;

Η άλλη πάγια θέση της Τράπεζας είναι ότι για τη συγκράτηση των τιμών πρέπει να απελευθερωθούν οι αγορές, ώστε να λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Αδυνατεί να εξηγήσει όμως γιατί, σύμφωνα με το δείκτη τιμών καταναλωτή, οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών παρουσιάζονται στις υπηρεσίες, σε κλάδους με πλήθος μονάδες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα εστιατόρια-καφενεία. Δικαιώνει επομένως την άποψη του Δραγασάκη ότι το πραγματικό δίλημμα δεν αφορά την απελευθέρωση ή όχι της οικονομίας και της αγοράς, αλλά τον τρόπο οργάνωσης και ρύθμισής τους.

Παράγοντες οργάνωσης και ρύθμισης θα μπορούσαν να αναδειχθούν τα συνδικάτα και η Αριστερά, αποκρούοντας την κυρίαρχη λογική της αγοράς, που επιβάλλει σε κάθε ομάδα την επιδίωξη να αποσπά το μέγιστο μερίδιο από το προϊόν για τον εαυτό της. Αλλά αυτό προϋποθέτει να επεξεργασθούν μια στρατηγική που θα συνθέτει επιμέρους διεκδικήσεις σε μια πολιτική για τη διεύρυνση και την ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης και για τη μείωση των ανισοτήτων σε μιαν αναπτυσσόμενη οικονομία στις σημερινές ανταγωνιστικές διεθνείς συνθήκες. Και συνεπάγεται δύσκολες επιλογές διανομής και αναδιανομής.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι