Κλιματική αλλαγή. Πολιτικές και προκλήσεις

Νίκος Τσούκαλης, 04/06/2008

Κάθε φορά που συζητάμε ενεργειακά θέματα, πλήττουμε τον πυρήνα του αναπτυξιακού μοντέλου, το οποίο αναπτύσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή πλήττουμε το μοντέλο εκείνο του άκρατου καταναλωτισμού, και της άναρχης ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και γενικότερα της ελεύθερης, ή για να το πω καλύτερα, της ασύδοτης διαχείρισης των προϊόντων και των υπηρεσιών και όχι των ανθρώπων.

Τούτων δοθέντων θα μου επιτρέψετε να πω ότι η τοποθέτηση κάθε κόμματος και καθενός από εμάς απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα είναι έντονα πολιτική και φέρει σαφέστατες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Πάνω στα θέματα αυτά πρέπει να τοποθετηθεί καθένας από εμάς και εκεί όλοι μας κρινόμαστε.

Όμως, το θέμα της ενεργειακής διαχείρισης και το θέμα του μοντέλου ανάπτυξης είναι τόσο διαχρονικό στην Ελλάδα όσο είναι και η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία.

Εδώ έχουμε να κάνουμε βεβαίως με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Οι διάφορες καθυστερήσεις και υστερήσεις της χώρας μας έχουν σχέση με το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης που έχει επιλέξει συνειδητά η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, προκειμένου να πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης και αυτό είναι η οικοδομική δραστηριότητα, το real estate και η βαριά βιομηχανία του τουρισμού.

Ο φετινός εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος συμπίπτει με κρίσιμες εξελίξεις που επιβάλουν τη λήψη τολμηρών αποφάσεων. Αποφάσεων που θα χρωματίζονται με σαφείς ιδεολογικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς προσανατολισμούς.

Οι διεθνείς εξελίξεις ανέδειξαν την προστασία του περιβάλλοντος σε μείζον πρόβλημα και η εντεινόμενη οικολογική κρίση δεν αποτελεί πλέον την εμμονή κάποιων οικολόγων ακτιβιστών.

Τα πρόσφατα ευρήματα καταδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η ανθρωπογενής δραστηριότητα είναι κατά 90% υπεύθυνη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συμπεραίνουν ότι οι κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα για να το επιβραδύνουν. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναδειχθεί παγκοσμίως το πλέον βασικό, επείγον πρόβλημα καθοριστικό για τη ζωή του πλανήτη, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο τη διαρκή και χωρίς όρους και όρια ανάπτυξη.

Η κλιματική αλλαγή είναι, σήμερα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που καλείται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα, αφού απειλούν άμεσα ή έμμεσα όλες τις πτυχές της ζωής: σε περιβαλλοντικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Στους κανόνες της ευρωπαϊκής και διεθνούς κοινότητας, η Ελλάδα είναι ο κακός μαθητής, είναι γεμάτη παρανομίες, καταδίκες και ποινές για επικίνδυνα απόβλητα, για έλλειψη δικτύων αποχέτευσης και βιολογικής επεξεργασίας λυμάτων, για ανεξέλεγκτες χωματερές, για έλλειψη προστασίας των οικοσυστημάτων και πρόσφατα για ανεπάρκεια του συστήματος καταγραφής των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Εκτός από την αδυναμία συμμετοχής της Ελλάδας στους μηχανισμούς του Κιότο, η απόφαση αυτή εκθέτει τη χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, η οποία θα πλήξει έντονα την Ελλάδα, η πολιτεία εξαντλείται σε δηλώσεις και συνεχίζει μακαρίως τους σχεδιασμούς της για εγκαταστάσεις με λιθάνθρακα, μείωση του πρασίνου και περαιτέρω εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Η κλιματική αλλαγή, πρώιμες επιπτώσεις της οποίας έχουμε ήδη δεχτεί και καταγράψει και είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης συνολικής αναπτυξιακής συμπεριφοράς.

Από ποια κατάσταση ξεκινάει η Ελλάδα;

Από μια υπερβολικά και αδικαιολόγητα ενεργειοβόρα οικονομία (δείκτης έντασης, έλλειψη πραγματικών προδιαγραφών ορθολογικής χρήσης της ενέργειας κλπ.).

Από μια παραγωγή ενέργειας βασισμένη κυρίως στο λιγνίτη και το πετρέλαιο. Από δείκτες εκπομπών αερίων και άλλων τοξικών ρύπων πολύ υψηλούς. Η ενεργειακή ένταση της ελληνικής οικονομίας είναι η δεύτερη χειρότερη στην ΕΕ των 15. Ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας φτάνει το 66,1% όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 71,3%…Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται περίπου 4% το χρόνο όταν στην ΕΕ κυμαίνεται μεταξύ 1% και 2%...

Σε μας μάλιστα η αύξηση προέρχεται κυρίως από τον τριτογενή τομέα (τρείς φορές πάνω μεταξύ 1990 και 2005), από τη λειτουργία των οικιών (συν 35%) και από τις μεταφορές (συν 28%), πράγμα που σημαίνει ότι η πολιτική καταπολέμησης της υπερβολικής ζήτησης αφορά με πολλές και απρόσμενες χρήσεις που διαχέονται σε όλη την κοινωνία, πέρα από τις βασικές συμβολές της βιομηχανίας και του ίδιου του ενεργειακού τομέα..

Τι έχει κάνει η Κυβέρνηση έως τώρα; Τι κάνει σήμερα; Τι λένε τα σχέδια και οι αποφάσεις που δημοσιεύονται (σχεδόν) κάθε μέρα;

Δεν έχει προχωρήσει αξιόπιστα και αποτελεσματικά σε πολιτικές σύμφωνες με τις δεσμεύσεις της και τις εξαγγελίες της. Η αύξηση εκπομπών αερίων που της αναγνώριζε το Κυότο έχει ήδη ξεπεραστεί και το προβλεπόμενο 25% θα ξεπεράσει το 35% στην προβλεπόμενη προθεσμία.

Αν μάλιστα δεν πάρουμε κανένα μέτρο η αύξηση θα φτάσει το 56,4%, πάντα κατά υπολογισμούς του Εθνικού Αστεροσκοπείου. Ανάλογες προβλέψεις έκανε πρόσφατα και ο καθόλα αρμόδιος Επίτροπος κ. Σ.Δήμας.

Δεν έχει προχωρήσει στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και είναι πολύ δύσκολο έως και να πιάσει τους στόχους για το 2010 (20,1% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ-σήμερα είμαστε κάτω από το 8,5%...!) και 2020 (29% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ).

Δεν έχει αλλάξει περίπου τίποτε στη διάρθρωση και τη στρατηγική των δημόσιων επενδύσεων (π.χ. στο ΚΠΣ ή το ΕΣΠΑ…) και παραμένει προσανατολισμένη σε ένα παραδοσιακό πρότυπο ανάπτυξης που υποτιμούν ή αγνοούν π.χ το σιδηροδρομικό δίκτυο, ενισχύουν εντατική χρήση των φυσικών πόρων σε δραστηριότητες όπως οι νέες τουριστικές επενδύσεις κλπ.

Ανακοινώνει συνεχώς αδειοδοτήσεις παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αντί προγραμμάτων σταδιακής υποκατάστασης τους.

Επιπροσθέτως προγραμματίζει νέες εγκαταστάσεις με εισαγόμενο λιθάνθρακα, δηλαδή επιπλέον εξάρτηση από άνθρακα. Αφήνει να πλανάται σε δημόσια κείμενα αλλά και σε δημόσιες συζητήσεις το ενδεχόμενο να προσφύγουμε στην πυρηνική ενέργεια, που ήδη προβάλλεται διεθνώς ως «εναλλακτική» ή ακόμα και «ανανεώσιμη» πηγή ενέργειας, ή ακόμα και σχετικώς φθηνότερη (πράγμα εξαιρετικά συζητήσιμο…).

Να φέρω ένα παράδειγμα: Tο Μάιο στη Βουλή στην ενσωμάτωση Οδηγίας για «Μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων» κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναδείχθηκαν ανάγλυφα οι τρομακτικές ανεπάρκειες και ελλείψεις της διαχείρισης της ενέργειας.

Ανύπαρκτος σχεδιασμός, ελεγκτικοί μηχανισμοί που υπολειτουργούν, παντελής έλλειψη πολιτικής βούλησης, υιοθέτηση και εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας συνιστά για την Κυβέρνηση τροχοπέδη για την ανάπτυξη.

Τι πρέπει να αλλάξει από σήμερα;

Συνειδητοποίηση και πραγματική δέσμευση με προτεραιότητες και αποκλεισμούς ξεπερασμένων λύσεων. Την συνειδητοποίηση αυτή δεν την καλλιεργεί η Κυβέρνηση και οι υπεύθυνοι οργανισμοί, δεν δείχνουν πεπεισμένοι για το επείγον και το αναπόφευκτο των αλλαγών που απαιτούνται και γι αυτό δεν πείθουν όσο θα έπρεπε τους πολίτες και την κοινωνία.

Χρειαζόμαστε ένα συνολικό, συνεκτικό, μακροχρόνιο σχέδιο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, στο πλαίσιο ενός γενικότερου σχεδίου οικολογικής ανασυγκρότησης της χώρας, όπου πρέπει να περιλαμβάνονται άμεσα μέτρα από τώρα και προοδευτικές αλλαγές μακράς πνοής . Να ακυρωθούν άμεσα οι αδειοδοτήσεις για επιπλέον παραγωγή με χρήση λιθάνθρακα και να σχεδιαστεί η προοδευτική μείωση της χρήσης του λιγνίτη .

Να σχεδιαστεί ο περιορισμός της χρήσης πετρελαίου και μακροχρόνια ακόμα και του φυσικού αερίου, που είναι και αυτό ορυκτό καύσιμο. Σημειώνω ότι πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι προτιμητέο, και για οικονομικούς λόγους, από το πετρέλαιο, αλλά είναι ενδιαφέρον ότι στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς η χρήση του προβλέπεται ουσιαστικά μόνο στη μισή Ελλάδα.

Φυσικά ένας τέτοιος σχεδιασμός επιβάλλει και γενικότερο σχεδιασμό ανασυγκρότησης των οικονομιών και της απασχόλησης στις περιφέρειες όπου έχουν (υπερ) συγκεντρωθεί οι σχετικές παραδοσιακές βιομηχανίες.

Χρειαζόμαστε μια μαζική ενίσχυση των ΑΠΕ, με χρονοδιάγραμμα, μέτρα, κίνητρα, επιλογές, με σοβαρή μελέτη και με σεβασμό στο περιβάλλον.

Να αρθούν οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας.

Να προσανατολιστεί η ΔΕΗ σε ενεργή ανάμιξη της στην παραγωγή, κάτι που δεν έκανε στο παρελθόν χάνοντας μια ιστορική ευκαιρία να οδηγήσει τις εξελίξεις.

Να ενισχυθεί η χρήση αυτών των μορφών ενέργειας και σε αποκεντρωμένες συνθήκες (σπίτια, γεωργικές μονάδες, τουριστικά καταλύματα κλπ.), με κίνητρα ή και με διοικητικά μέτρα (κάθε νέο οικοδόμημα π.χ. να είναι υποχρεωμένο να περιλαμβάνει τέτοιες εγκαταστάσεις).

Να αποκλειστεί ρητά το οποιοδήποτε ενδεχόμενο προσφυγής στην πυρηνική ενέργεια, που ορισμένοι προσπαθούν να παρουσιάσουν ως «εναλλακτική» και «οικονομική» μορφή ενέργειας.

Χρειαζόμαστε μια δραστική στροφή σε μια συνολική πολιτική μείωσης του (υπερβολικού) ρυθμού αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα και γενικότερα μια πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας, που είναι όπως έχει ειπωθεί προσφυώς το σημαντικότερο και καθαρότερο κοίτασμα ενέργειας!

Να ξαναδούμε τις επιλογές και τις προτεραιότητες του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων και του ΕΣΠΑ (αποκεντρωμένες ΑΠΕ, σιδηροδρομικό δίκτυο, ειδική αντιμετώπιση των νησιών όπου η ΔΕΗ δαπανά 280 εκ ευρώ το χρόνο για την επιδότηση παραδοσιακής παραγωγής ενέργειας ενώ με τα ίδια κονδύλια θα μπορούσε να τα καταστήσει πρωτοπορία στην παραγωγή και χρήση ΑΠΕ…)

Χρειαζόμαστε ένα αποφασιστικό αναπροσανατολισμό έρευνας και τεχνολογίας στη χώρα για την αναζήτηση καινοτόμων γνώσεων και πρακτικών στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και της εξοικονόμησης ενέργειας, σε όλους τους τομείς και σε όλες τις περιφέρειες.

Οι προτάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτουν και συνεπάγονται ριζικές αλλαγές και στην οργάνωση των κοινωνιών και στην κατανάλωση, ποσοτικά και ποιοτικά.

Ήδη οι πρώτες αντιδράσεις απέναντι σε τέτοια ενδεχόμενα αναδύονται με διάφορες προφάσεις και ιδεολογικές κατασκευές σε κάθε ευκαιρία όπου γίνεται απόπειρα να συγκεκριμενοποιηθούν επί μέρους πολιτικές. Είναι λοιπόν καιρός να αναπτυχθεί προβληματισμός και παρέμβαση που να πολιτικοποιεί τη συζήτηση για τα σχετικά θέματα και να λαμβάνουν υπόψη τους τις ραγδαίες και άμεσες εξελίξεις.

Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος (5 Ιουνίου)

Στο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος, κύριο θέμα συζήτησης θα αποτελέσει ο στόχος μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει το γεγονός ότι απαιτείται μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% έως το 2020 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, προκειμένου να σταθεροποιηθεί η αύξηση της θερμοκρασίας σε +2οC σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Ωστόσο, δεσμεύεται για μείωση μόλις κατά 20% για το 2020, η οποία μπορεί να αυξηθεί σε 30% υπό την αίρεση της ανάληψης αντίστοιχων δεσμεύσεων από τρίτα κράτη.

Η στάση του Έλληνα Υφυπουργού θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα θα δεσμεύεται στο εξής για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου έως το 2020 και όχι για περιορισμό της αύξησης, όπως συμβαίνει για το 2010.

Πιο συγκεκριμένα, σε περίπτωση που η ΕΕ υιοθετήσει στόχο μείωσης του CO2 κατά 20%, η Ελλάδα έως το 2020 θα πρέπει να μειώσει τις εκπομπές της κατά 4% (σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005) για τους τομείς που δεν καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας (πχ γεωργία) και 21% για τους τομείς που καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας (πχ ηλεκτροπαραγωγή). Οι στόχοι για την Ελλάδα αυξάνονται σε 11% και 36% για την περίπτωση που η ΕΕ υιοθετήσει τελικά στόχο μείωσης κατά 30%.

Η παραπάνω εξέλιξη έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την εθνική μας οικονομία αν αναλογιστεί κανείς ότι από το 2012 οι συνολικές ποσότητες των δικαιωμάτων ρύπανσης θα καθορίζονται από την ΕΕ (όχι από το ΥΠΕΧΩΔΕ όπως συνέβαινε έως σήμερα) και δε θα διανέμονται δωρεάν, αλλά θα δημοπρατούνται στο σύνολό τους. Μία εταιρία όπως η ΔΕΗ, η οποία ετησίως εκπέμπει περισσότερους από 50 εκατ. τόνους CO2, θα κληθεί να καλύψει τεράστιο οικονομικό κόστος, το οποίο εν τέλει θα μετακυλίσει στους Έλληνες καταναλωτές.

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι είναι απαραίτητο και για λόγους οικονομικούς, εκτός από περιβαλλοντικούς η χώρα μας να θέσει ως βασικούς άξονες της ενεργειακής της πολιτικής, την εξοικονόμηση ενέργειας και τις ΑΠΕ.

(σ.σ θα συζητηθούν επίσης οι εκπομπές αυτοκινήτων)

Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας (6 Ιουνίου)

Στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας βασικό θέμα συζήτησης θα αποτελέσει το Σχέδιο της Οδηγίας για τις ΑΠΕ, το οποίο θέτει ως στόχο το 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας να προέρχεται από ΑΠΕ έως το 2020. Για την Ελλάδα, έχει οριστεί αντίστοιχος στόχος της τάξης του 18%. Κάτι τέτοιο σημαίνει 30-35% της ηλεκτροπαραγωγής να παράγεται από ΑΠΕ έως το 2020, δηλαδή περίπου 10.000 MW αιολικών πάρκων σε ολόκληρη την επικράτεια.

(σ.σ θα συζητηθούν επίσης λεπτομέρειες της νομοθεσίας)

Η πολιτική της Κυβέρνησης είναι «ρυπογόνα». Τα λίγα μέτρα που λαμβάνονται είναι ελλιπή και αναποτελεσματικά.

Δεν πιστεύει στα οφέλη από φιλοπεριβαλλοντικά μέτρα σε επιμέρους τομείς, είτε γιατί έρχονται σε σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα, είτε γιατί «έχουν σοβαρό πολιτικό κόστος» και για τους λόγους αυτούς θεωρεί ότι είναι καλύτερα να μην λαμβάνονται καθόλου.

Ο ΣΥΝ για μια φορά ακόμη τονίζει ότι χρειάζεται να εφαρμοστεί μία ικανή Εθνική Στρατηγική Αειφόρου Ανάπτυξης, ενσωματώνοντας τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις σε όλες τις τομεακές πολιτικές.

Μια τέτοια στρατηγική υπονομεύεται και από την επιμονή της Κυβέρνησης στην υπαγωγή του Περιβάλλοντος όχι σε ένα αυτόνομο Υπουργείο αλλά στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων!

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι