Ο πληθωρισμός πρώτο πρόβλημα στην Ευρωζώνη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 08/06/2008

Τον πληθωρισμό εντοπίζουν ως σοβαρό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή οικονομία, όχι πια μόνον, όπως συνήθως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά οι πάντες: Το Συμβούλιο Ecofin και η Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και στην εκτίμησή τους αυτή συμπίπτουν με τις ανησυχίες εργαζομένων και συνταξιούχων που βλέπουν τα εισοδήματά τους να διαβρώνονται από τις μεγάλες ανατιμήσεις της ενέργειας και των τροφίμων.

Ταυτόχρονα, οι πάντες επίσης προβλέπουν επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, χαμηλότερους δηλαδή ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ φέτος και το 2009, και ανακοπή της τάσης μείωσης της ανεργίας που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Η επιβράδυνση δεν θα οφείλεται τόσο στη χρηματοπιστωτική κρίση, όπως νομιζόταν πριν από μερικούς μήνες. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε αυτή η κρίση και όπου η κατάρρευση των τιμών των κατοικιών έχει οδηγήσει σε στασιμότητα, ως σύνολο η Ευρώπη φαίνεται να αντεπεξέρχεται (όσο έντονα και αν έχουν πληγεί κάποιες χώρες, η Ισπανία και η Ιρλανδία ιδίως, με μεγάλη κάμψη στις οικοδομές, η οποία μάλιστα επεκτείνεται και αλλού). Αλλά οι πιστωτικές συνθήκες έχουν γίνει σφικτότερες και ως σημαντικός ανασχετικός παράγων για την ευρωπαϊκή μεγέθυνση στις αναλύσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ προστίθεται η μεγάλη άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, που συμπιέζει την κατανάλωση. Σε αυτήν μάλιστα τη συμπίεση της κατανάλωσης προσβλέπουν για να επανέλθει ο πληθωρισμός σε ανεκτά επίπεδα, δηλαδή κοντά στο 2%, προς το τέλος του 2009, προεξοφλώντας ότι οι αυξήσεις μισθών θα είναι συγκρατημένες. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει πάντως ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων θα επιτρέψουν ως ένα βαθμό να απορροφηθούν οι αυξήσεις των μισθών ώστε να μην περάσουν στις τιμές και να μην τροφοδοτήσουν ένα "δεύτερο γύρο" πληθωρισμού.

Το ΔΝΤ πριν από δέκα μέρες, ο ΟΟΣΑ την περασμένη Τετάρτη, επισήμαναν τη λεπτή ισορροπία που πρέπει να τηρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανάμεσα στην προοπτική της επιβράδυνσης και τον πληθωρισμό, συνιστώντας να διατηρηθεί το επιτόκιο στο τωρινό επίπεδο του 4%. Γι’ αυτό και εξέπληξε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ την Πέμπτη, όταν ασυνήθιστα ρητά αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο η τράπεζα να προχωρήσει σε μικρή αύξηση του επιτοκίου της στην επόμενη σύνοδο της 3ης Ιουλίου. Ο κ. Τρισέ αποκάλυψε ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης ήσαν διχασμένοι, με αρκετούς να θεωρούν ότι ήδη έπρεπε να αυξηθεί το επιτόκιο την περασμένη Πέμπτη.

Φόβοι της ΕΚΤ - αντίλογος

Μια αύξηση του κεντρικού επιτοκίου του ευρώ στο 4,25% από τον ερχόμενο μήνα θα κάνει ακόμα πιο σφικτές τις συνθήκες χρηματοδότησης, τη στιγμή ακριβώς που θα γίνεται πιο αισθητή η επιβράδυνση της οικονομίας. Σε όλες τις τελευταίες προβλέψεις για την Ευρωζώνη ο φετεινός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εμφανίζεται κάπως καλύτερος (1,7-1,8%), αλλά αυτό οφείλεται στο εξαιρετικά καλό πρώτο τρίμηνο του έτους. Για το τρέχον τρίμηνο ο ΟΟΣΑ αναμένει το χαμηλότερο ρυθμό της διετίας 2008-09, ενώ και ο κ. Τρισέ είπε ότι για μια πιο έγκυρη εκτίμηση θα πρέπει να αναμένουμε τα στοιχεία του εξαμήνου. Η ΕΚΤ αναθεώρησε άλλωστε προς τα πάνω και τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό που θα κυμανθεί μεταξύ 3,2% και 3,6% φέτος (ΟΟΣΑ: 3,4%), αναμένοντας μόνο μέσα στο 2009 να αρχίσει βαθμιαία να υποχωρεί κάτω από το 3% (1,8-3%, ΟΟΣΑ: 2,4%). Αλλά αυτές οι προβλέψεις, υπογράμμισε ο κ. Τρισέ, βασίζονται σε δύο υποθέσεις: ότι η ανοδική δυναμική των διεθνών τιμών θα υποχωρήσει και ότι οι μισθοί δεν θα τις ακολουθήσουν. Υπάρχει όμως αυξημένος κίνδυνος ο πληθωρισμός να είναι υψηλότερος, προσέθεσε, αφενός επειδή οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των τροφίμων μπορεί να συνεχίσουν να ανεβαίνουν, αφετέρου επειδή στην Ευρωζώνη μπορεί να αυξηθούν περισσότερο οι μισθοί αλλά και οι τιμές, ιδίως των επιχειρήσεων σε υπηρεσίες λιγότερο εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό, ίσως και από τις κυβερνήσεις (έμμεσοι φόροι, κοινή ωφέλεια). Και έδωσε μεγάλη έμφαση στην ανάγκη να αποφευχθεί μια ανατροφοδότηση των τιμών και των μισθών προς τα πάνω, όπως είχε πλήξει τις δυτικές οικονομίες με παρατεταμένο στασιμοπληθωρισμό και υψηλή ανεργία μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1980.

Η ΕΚΤ υποδεικνύει δηλαδή οι μισθοί να αυξάνονται λιγότερο από τον τρέχοντα πληθωρισμό, οι εργαζόμενοι να υποστούν απώλειες αγοραστικής δύναμης, ώστε να υποχωρήσει ο πληθωρισμός, και η ίδια ετοιμάζεται να συμβάλει στην κατεύθυνση αυτή ανεβάζοντας τα επιτόκια. Αλλά στην πολιτική αυτή προβάλλονται σοβαρά αντεπιχειρήματα: Η συμπίεση των μισθών στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια, που τόσο εγκωμιάζεται, συνέθλιψε μηχανικά την ανταγωνιστικότητα άλλων χωρών που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα, το ευρώ, διογκώνοντας τα εξωτερικά τους ελλείμματα, παρατηρούσε πρόσφατα ο ερευνητής του Ινστιτούτου των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων Άντριου Ουάτ (Financial Times, 13/5). Στο βαθμό που οι εγχώριες τιμές στην Ευρωζώνη ανεβαίνουν, ωθούνται από τα κέρδη των επιχειρήσεων και όχι από το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος, το οποίο σταθερά αυξάνεται λιγότερο από τον πληθωρισμό, ενώ το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ μειώνεται. Ο εισαγόμενος πληθωρισμός δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από την κεντρική τράπεζα με συμπίεση της εσωτερικής ζήτησης, είναι σαν να θέλεις να επαναφέρεις την ισορροπία κόβοντας το δεξί σου χέρι όταν τραυματίσθηκε το αριστερό, έγραφε. Για να αποτραπεί μια παρατεταμένη κάμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο Ουάτ θεωρεί αντίθετα αναγκαία τη μείωση των επιτοκίων.

Έκρηξη του εξωτερικού ελλείμματος στην Ελλάδα

Ενώ το δημόσιο έλλειμμα διαψεύδει τις κυβερνητικές υποσχέσεις για στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων

Σε ένα πλαίσιο γενικευμένης επιβράδυνσης και ανόδου του πληθωρισμού, οι τελευταίες προβλέψεις του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία διατηρούν ένα σχετικά υψηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, 3,5% φέτος και 3,4% το 2009, τον υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Είναι μισή μονάδα χαμηλότερος από το 4% του 2007, όταν στις περισσότερες χώρες η επιβράδυνση υπερβαίνει τη μονάδα. Έτσι και η ανεργία προβλέπεται να παραμείνει στο 7,7% τα δύο χρόνια. Τη διαφορά του ελληνικού πληθωρισμού από το μέσο επίπεδο της Ευρωζώνης τη διατηρούν επίσης σταθερή, 0,8 μονάδες υψηλότερα, που σημαίνει 4,2% φέτος και 3,2% το 2009.

Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ δεν είναι βεβαίως θέσφατα, η εξέλιξη μπορεί να αποδειχθεί χειρότερη. Ένα στοιχείο τους όμως είναι εξαιρετικά δυσοίωνο: Το εξωτερικό έλλειμμα της Ελλάδας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, προβλέπεται να κάνει νέο ρεκόρ, στο 15,3% του ΑΕΠ φέτος, και να μείνει στο 15,2% το 2009. Είναι με απόσταση το υψηλότερο, όχι μόνο στην Ευρωζώνη (δεύτερη έρχεται η Πορτογαλία με 11,6%), αλλά και στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ. Η συνεχιζόμενη αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος, που διπλασιάσθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 2005 και 2007, δείχνει ότι είναι αδύνατο να εξακολουθήσει μια ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Και άμεσα δυσμενής είναι η εκτίμηση του ΟΟΣΑ ότι το δημόσιο έλλειμμα το 2007 έφθασε το 3,1% του ΑΕΠ (το διαρθρωτικό έλλειμμα μάλιστα το 3,5%), και πάλι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Ανάλογη εκτίμηση εκκρεμεί ακόμα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εφόσον συμπέσει, όπως αναμένεται, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι να παραβιάζει το όριο του 3% που έχει θέσει το σύμφωνο σταθερότητας, μόλις βγήκε από το καθεστώς της επιτήρησης. Έτσι εξηγείται ίσως και το αίτημα του πρωθυπουργού προς τον πρόεδρο της Επιτροπής Μανουέλ Μπαρόζο, να συζητηθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μέτρα για τη στήριξη των ασθενέστερων απέναντι στην ακρίβεια. Η απορία γιατί η επιστολή δεν απευθύνθηκε στη σλοβενική προεδρία, εφόσον αυτή ορίζει την ημερήσια διάταξη, λύνεται: η Επιτροπή είναι ο "φρουρός" του Συμφώνου.

Ο ΟΟΣΑ προβλέπει το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα να υποχωρήσει στο 2,1% του ΑΕΠ το 2008 και το 2009, στη βάση όμως της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής του προϋπολογισμού (κατά ένα τέταρτο της μονάδας λιγότερο αισιόδοξα από τον Γιώργο Αλογοσκούφη για τα έσοδα). Περιθώρια για μιαν ουσιαστική στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων σε αυτόν τον προϋπολογισμό δεν υπάρχουν. Χρειάζονται σημαντικές αναδιαρθρώσεις στις δαπάνες και αύξηση των εσόδων για να εξοικονομηθούν οι αναγκαίοι πόροι. Είμαστε από τους χειρότερους στην Ευρώπη ως προς τις εισοδηματικές ανισότητες. Αλλά έχουμε επίσης, όπως έδειξε η Eurostat την περασμένη εβδομάδα, από τα χαμηλότερα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ: μόλις 33,5%.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι