Το σταυρόλεξο των επιτοκίων

Δεν απαντά η νομισματική πολιτική στον στασιμοπληθωρισμό

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 02/07/2008

Αύριο συνέρχεται στη Φρανκφούρτη το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και, εκτός απροόπτου, θα αυξήσει το κεντρικό επιτόκιο του ευρώ κατά ένα τέταρτο της μονάδας, σε 4,25%. Θα είναι η πρώτη μεταβολή του επιτοκίου του ευρώ εδώ και έναν χρόνο. Και θα είναι επίσης η πρώτη αύξηση επιτοκίου αφότου η χρηματοοικονομική κρίση και η απειλή της ύφεσης οδήγησαν την αμερικανική Fed προπάντων, αλλά και άλλες κεντρικές τράπεζες, σε διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων, παρά τον εντεινόμενο πληθωρισμό. Την κίνηση αυτή, σε αντίθετη φορά από όλους τους άλλους, την είχε προαναγγείλει ως πιθανή ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ στις 5 Ιουνίου, τονίζοντας τον κίνδυνο ανόδου του πληθωρισμού. Στο μεταξύ, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έκαναν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφθασε το 4%, σύμφωνα με προχθεσινή εκτίμηση της Εurostat για τον Ιούνιο.

Σε ό,τι αφορά εμάς στην Ελλάδα, ένα επιτόκιο 4,25% θα εξακολουθεί να είναι αρνητικό, χαμηλότερο δηλαδή από το δικό μας πληθωρισμό που μάλλον ξεπέρασε πλέον και το 5%. Η αναμενόμενη αύξηση 0,25% δεν εξασφαλίζει όσους έχουν καταθέσεις στις τράπεζες, εφόσον δεν καλύπτει τις αποταμιεύσεις από την πληθωριστική διάβρωση της αξίας τους. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, θα επιβαρύνει χρεωμένα νοικοκυριά με υψηλότερες δόσεις για τα δάνειά τους, ενώ θα αυξήσει το κόστος και για τις επιχειρήσεις, όπως επισήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Γενικότερα πάντως, μια αύξηση των επιτοκίων βάζει φρένο στην επέκταση της οικονομίας, καθώς ακριβαίνει το κόστος του χρήματος.

Ώς έναν βαθμό και σ΄ εμάς, αλλά πολύ περισσότερο στην Ευρώπη συνολικά, αναμένεται σε μια στιγμή που η μεγέθυνση, η αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης ανακόπτεται, όπως υποδηλώνουν όλοι οι δείκτες. Γι΄ αυτό και ακούσαμε το Σαββατοκύριακο εκπροσώπους τριών από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες να επικρίνουν την ΕΚΤ, καλώντας την να σταθμίσει μαζί με τον πληθωρισμό και τις προοπτικές της μεγέθυνσης: τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, της χώρας που περισσότερο πλήττεται από την κρίση, Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Πέερ Στάινμπρικ, πέρα από τη Γαλλίδα υπουργό Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία ούτως ή άλλως στη γραμμή Σαρκοζί ζητούσε χαλαρότερη νομισματική πολιτική και τώρα χαίρεται που δεν είναι η μόνη.

Όσο ανεξάρτητη και αν είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, βρίσκεται απέναντι σε μια πλατιά έκφραση κυβερνητικών ανησυχιών για τις συνέπειες της πολιτικής της, την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει. Αν αποκλεισθεί η έκπληξη, να αφήσει αύριο αμετάβλητο το επιτόκιο στο 4%, όπως πολλοί θα επιθυμούσαν, η συζήτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο αναμφίβολα θα είναι έντονη, χωρίς ομοφωνία στις όποιες αποφάσεις. Το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η ΕΚΤ είναι ένας πληθωρισμός οπωσδήποτε υψηλός με τα δικά της μέτρα, διπλάσιος ήδη από τον ορισμό της για τη σταθερότητα των τιμών (λίγο κάτω από 2%) και ανερχόμενος, ο οποίος όμως δεν δημιουργείται μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομία: εισάγεται με τις μεγάλες διεθνείς ανατιμήσεις του πετρελαίου και των τροφίμων. Μία λογική απάντηση θα ήταν να αναθεωρήσει υψηλότερα τον στόχο του πληθωρισμού, ώστε να περιλαμβάνει αυτήν την εξωτερική επίδραση. Την είχε αποκλείσει κατηγορηματικά ο κ. Τρισέ επειδή, όπως μας είπε απαντώντας σε σχετικό ερώτημα στην Αθήνα τον Μάιο, θα τροφοδοτούσε πληθωριστικές προσδοκίες για νέες αναθεωρήσεις στο μέλλον. Αλλά δεδομένου ότι οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, που αποτελούν γύρω στο 30% του καλαθιού του καταναλωτή, τρέχουν με έναν ετήσιο ρυθμό αρκετά πάνω από 7%, και έτσι θα συνεχίσουν, η εμμονή στον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό σημαίνει ότι όλες οι υπόλοιπες τιμές θα πρέπει να αυξάνονται πολύ λιγότερο, κάτω από 1%. Πόσο ρεαλιστικό μπορεί να είναι αυτό; Πιο μακροπρόθεσμα μπορεί να επιτευχθούν τεχνολογικές αλλαγές που θα περιορίσουν το κόστος της ενέργειας και θα βελτιώσουν τη συνολική παραγωγικότητα, στο μεταξύ όμως; Οι μισθοί άλλωστε, στη συγκράτηση των οποίων διαρκώς επανέρχεται ο κ. Τρισέ, συμπιέζονται στην ευρωζώνη δέκα χρόνια τώρα, το μερίδιό τους στο ΑΕΠ μειώνεται.

Ακόμα και χωρίς το φρένο υψηλότερων επιτοκίων, οι διεθνείς ανατιμήσεις καυσίμων, πρώτων υλών και τροφίμων πλήττουν παραγωγή και κατανάλωση. Επιπλέον, μια αύξηση του επιτοκίου σ΄ εμάς θα δώσει νέα ώθηση στο ευρώ έναντι του δολαρίου, τροφοδοτώντας νέο κύκλο ανατιμήσεων των εμπορευμάτων που αποτιμώνται σε δολάρια. Η νομισματική πολιτική είναι η μόνη πραγματικά ενιαία πολιτική που διαθέτει η Ευρώπη, αλλά απέναντι στον στασιμοπληθωρισμό και τις εντεινόμενες διεθνείς ανισορροπίες δεν αρκεί.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι