Ποιος φοβάται την αυτοδιοίκηση της Δικαιοσύνης;

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 23/07/2008

Παρά τις αλλαγές των κυβερνήσεων και των προσώπων, κάποιες δομές στη χώρα μας μόνιμα δυσλειτουργούν. Ο πολίτης, πάσχων αλλά όχι και ανεύθυνος, καταγγέλλει, απογοητεύεται, παραιτείται. Ο συνήθης επίλογος είναι πως χρειάζονται δομικές αλλαγές που δεν φαίνονται στον ορίζοντα.

Κι όμως, στον χώρο της Δικαιοσύνης τα πράγματα διαφέρουν. Κατά τη δεκαετία του ’90 έλαβε χώρα μια ριζική, δομική μεταρρύθμιση: η καθιέρωση της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων.

Οι δικαστές στα πρωτοδικεία και τα εφετεία, καθώς και οι δικηγόροι αμέσως συνειδητοποίησαν το μέγεθος και το βάθος της αλλαγής. Το κλίμα άλλωστε ήταν ήδη εύκρατο. Είχαν ακουστεί ηχηρά αιτήματα και γνώμες (π.χ. των Κ. Μπέη και Ι. Μανωλεδάκη) για τη σημασία της αυτοδιοίκησης. Αλλά και οι πολίτες δεν ήταν αδαείς. Πολλοί ώς τότε αποδέχονταν την ιδέα ότι η ελληνική δικαιοσύνη ήταν ένα άρμα καθοδηγούμενο από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου (τότε τον κ. Β. Κόκκινο).

Θύμιζα εδώ και προ ημερών ότι η διακριτική εξουσία του δικαστή της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι θεσμικά ανεξέλεγκτη και πρακτικά απόλυτη. Οι καθοριστικές για την απόφαση ενδόμυχες σκέψεις του δεν αποκλείεται να είναι προϊόντα αθέμιτων επηρεασμών. Γι’ αυτό ακριβώς οποιοιδήποτε μηχανισμοί άσκησης έμμεσου επηρεασμού της κρίσης του είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι.

Πεμπτουσία της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης συνιστούσε πραγματικά η καθιέρωση μιας ουσιαστικής ανεξαρτησίας του δικαστή, με ανάλογη ελάττωση της έμμεσης αλλά ισχυρής επιρροής των ανωτέρων. Στο σημείο αυτό εντοπιζόταν η θεσμική και πολιτική βαρύτητα της δομικής αλλαγής. Χωρίς άλλο, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν απειλείται σοβαρά από την κοινή γνώμη ή άλλους έξωθεν παράγοντες. Ο δικαστής, χάρη στις διακριτικές του ευχέρειες, έχει την άνεση να δικαιοδοτεί ακόμη και στενοχωρώντας πολλούς, αν είναι αναγκαίο. Η ανεξαρτησία του είναι ευάλωτη μόνο εσωτερικά. Οι προαγωγές, ο πειθαρχικός έλεγχος, οι μεταθέσεις, οι τοποθετήσεις σε καίριες θέσεις, ό,τι δηλαδή είναι καθοριστικό για τη σταδιοδρομία του, εξαρτώνται από τις γνώμες των ανωτέρων του. Η προσαρμογή ή μη στο δικό τους πνεύμα φαίνεται να προκρίνει την πορεία του. Φαίνεται, και ίσως κάποτε συμβαίνει.

Ακριβώς λοιπόν από την ιεραρχική επιρροή πρέπει να είναι ανεξάρτητος ο δικαστής όταν δικαιοδοτεί. Ακόμη και η όποια πολιτική πίεση των κυβερνώντων μόνο έμμεσα ασκείται, μέσω της επιλογής των κορυφαίων της Δικαιοσύνης και της εξακτίνωσης της επιρροής των τελευταίων προς τα κατώτερα δικαστήρια.

Οπως είναι ευνόητο, η δομική αλλαγή δεν είχε εισαχθεί χωρίς κραδασμούς. Η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εξέφρασε αντιρρήσεις, ενώ αντίθετα η μειοψηφία εισέφερε καίρια θετικά επιχειρήματα. Καταλυτική ήταν η πρακτική και ηθική στήριξη της μεταρρύθμισης από τους δικαστές της ουσίας στα δικαστήρια της χώρας. Στον χώρο της δικαιοσύνης η αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων καταξιώθηκε, πράγμα που γίνεται φανερό και σήμερα από τις έντονες αντιδράσεις δικαστικών και εισαγγελικών ενώσεων, καθώς και των δικηγορικών συλλόγων ενώπιον της νομοθετικής παλινδρόμησης.

Ουπουργός Δικαιοσύνης κ. Χατζηγάκης έκανε σοβαρά λάθη στις δηλώσεις του για την εισαγωγή του συστήματος της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων, αναφερόμενος «στο σύστημα που θεσπίστηκε από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ το 1994 και το 1997, με την εκλογή των προϊσταμένων από τους υφισταμένους τους και με ψηφοφορίες και υποψηφιότητες προτίμησης». Οχι μόνο επειδή η εισαγωγή του συστήματος έγινε το 1993 (Ν.2172/1993) κι όχι το 1994 ή επειδή στην πραγματικότητα δεν είναι οι υφιστάμενοι αλλά οι ομοιόβαθμοι που επιλέγουν. Ιδίως ευθύνεται επειδή προσπαθεί να απαξιώσει ως κομματικό δημιούργημα μια δομική κι όχι συγκυριακή επιλογή.

Δεν ήταν δημιούργημα ενός κομματικού επιτελείου η αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων. Η σύλληψη του θεσμού έγινε χάρη στα αιτήματα και στις γνώμες προσηλωμένων στα έργα τους λειτουργών. Η νομοθετική του θέσπιση συνδέεται με ένα όχι συχνό φαινόμενο: στη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης είχε οριστεί ένας δικαστής ήδη καταξιωμένος για το δικαιοδοτικό του έργο στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η προώθηση της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων ήταν πρωτοβουλία του Γ. Κουβελάκη, ενώ ακόμη και η ίδια η διαμόρφωση του θεσμού σε μεγάλο βαθμό συντελέστηκε με προσωπική του πνευματική εργασία.

Ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης θεωρεί ότι στο διάστημα που έκτοτε διέτρεξε προέκυψαν προβλήματα, φατρίες, πελατειακές σχέσεις κ.λπ. φαινόμενα στον χώρο της Δικαιοσύνης εξαιτίας της αυτοδιοίκησης. Φατρίες και πελατειακές σχέσεις: πόσο αρχέγονοι, στερεότυποι και ιστορικά καταδικασμένοι στιγματισμοί κατά των δημοκρατικών διαδικασιών! Η δημοκρατία και η αυτοδιοίκηση είναι αγαθά παρ’ όλα αυτά: ακόμη δηλαδή κι αν θα συνέτρεχαν οι παραπάνω καταχρήσεις, θα ήταν προτιμότερες από μια άνωθεν καταχρηστική επιρροή. Απλός ο λόγος: οι επηρεασμοί στους οποίους αναφέρθηκε ο υπουργός είναι τουλάχιστον πλουραλιστικοί, ενώ μια έμμεση πίεση ή γραμμή άνωθεν θα είναι μονολιθική. Θα ανάγεται, απώτερα αλλά αντικειμενικά, στην κυβερνητική επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Εξάλλου, οι ποικίλοι στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης επηρεασμοί εν πολλοίς θα αλληλοεξουδετερώνονται ή θα αντιμετωπίζονται εύκολα από τον προσηλωμένο στα καθήκοντά του δικαστή. Αντίθετα, οι βουλές των ανωτέρων είναι πολύ πιο ισχυρές, επιδραστικές και επικίνδυνες για τη Δικαιοσύνη.

Η κατάσταση όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ καλύτερη. Η μεγάλη πλειονότητα των δικαστών είναι ξένη προς τα φαινόμενα αυτά, όπως μαρτυρεί η ευρεία στήριξη του ισχύοντος συστήματος από τις ενώσεις και τους συλλόγους (βλ. και σχετική άποψη του προέδρου της Ενωσης Εισαγγελέων κ. Σ. Μπάγια, «Ελευθεροτυπία», 21/7/2008).

Σήμερα επιχειρείται να αναστηλωθεί νομοθετικά η ιεραρχική επιρροή αντί της ανεξαρτησίας των δικαστών. Η οπισθοδρόμηση δεν θα βοηθήσει μόνο κάποιους σε μια συγκυρία· θα έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες στη Δικαιοσύνη και στον τόπο. Οπως τα αντίστοιχα της δημοκρατίας, τα προβλήματα της αυτοδιοίκησης λύνονται με περισσότερη αυτοδιοίκηση και ανεξαρτησία, όχι με αποκατάσταση των εξαρτήσεων από την ιεραρχία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι