Λεωνίδας Κύρκος:Ένας κομμουνιστής ιδιαίτερου είδους

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Αυγή της Κυριακής, 07/09/2008

Περισσότερο από τα συμβάντα, καθ’ εαυτά, το στοιχείο που ενδιαφέρει στους αναστοχασμούς ενός πολιτικού είναι οι εμφάσεις, οι σιωπές και όλα τα παιχνίδια της μνήμης, η οποία, όταν γράφει κανείς εκ των υστέρων, δεν μπορεί παρά να είναι επιλεκτική. Με άλλα λόγια, ενδιαφέρουν προπάντων όσα προκύπτουν "ερήμην" του αναστοχαζόμενου, όσα αναδύονται από το κείμενό του.

Δεν είμαι φιλόλογος και, συνεπώς, δεν ξέρω σε ποια κατηγορία λόγου εντάσσονται τα δέκα πέντε μικρά κείμενα που, μαζί με τα είκοσι εννέα που ο Λεωνίδας Κύρκος εξέδωσε πέρσι, συγκροτούν τους δύο κομψούς τόμους των Στιγμών (εκδ. της Εστίας, 2008 και 2007, αντιστοίχως).

Δοκίμια μάλλον δεν είναι, καθώς δεν έχουν τον ψυχρό και αποστασιοποιημένο τόνο που χαρακτηρίζει το είδος αυτό γραφής. Από την άλλη δεν είναι ούτε "διηγήσεις συμβάντων", αφού από κανένα σχεδόν δεν λείπουν τα σχόλια και οι γενικότερες επισημάνσεις του συγγραφέα. Θα μπορούσε ίσως να τα εντάξει κανείς στην κατηγορία του αφηγήματος, αφού, σε τόνο, λιτό, άμεσο και προπάντων ζεστό, τα κείμενα των Στιγμών συνδυάζουν την εξιστόρηση γεγονότων με τις προσωπικές εντυπώσεις.

Αφηγήματος, ωστόσο, πολιτικού και όχι προσωπικού, όπως επιμένει να βαφτίζει –όχι ανεξήγητα για όποιον τον γνωρίζει- τις Στιγμές ο συγγραφέας. Διότι στον Λεωνίδα το πολιτικό συνυφαίνεται με το προσωπικό τόσο αξεδιάλυτα, ώστε να είναι αδύνατο να δει κανείς το ένα χωρίς το άλλο.

Σε αυτή την διάσταση των Στιγμών θέλω να επιμείνω, καθώς, όπως πιστεύω, μερικές πτυχές της δεν έχουν αναδειχθεί όσο θα έπρεπε.

Από τα δέκα πέντε κείμενα του δεύτερου τόμου και τα είκοσι εννέα του πρώτου, επτά και οκτώ αντιστοίχως, δηλαδή πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου, αναφέρονται σε περιστατικά της περιόδου 1952-1967, δηλαδή της περιόδου της ΕΔΑ. Ακολουθεί η περίοδος του ΚΚΕ εσωτερικού και της μεταπολίτευσης και, πολύ πιο πίσω, η δεκαετία του 1940, με την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Η "προνομιακή" αυτή μεταχείριση από τον Λεωνίδα της καχεκτικής μεταπολεμικής δημοκρατίας -σύμφωνα με τον γνωστό χαρακτηρισμό του Ηλία Νικολακόπουλου- δεν θα πρέπει να εκπλήσσει. Ηλικιακά, από τα 30 έως τα 40 και κάτι του, βρισκόταν, αν όχι στην ωριμότερη, ασφαλώς στην πιο δυναμική περίοδο της πολιτικής διαδρομής του, κατά τη διάρκεια της οποίας, από θέσεις ευθύνης (διευθυντής της προδικτατορικής Αυγής από το 1958 έως το 1962, μέλος της Δ.Ε. της ΕΔΑ από το 1957, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και βουλευτής από το 1961) είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει και όντως επηρέαζε τη ροή της ιστορίας, περισσότερο απ’ οποτεδήποτε άλλοτε στη ζωή του.

Γιατί, φαινόμενο ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο, η ΕΔΑ, σε λιγότερο από δέκα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, κατόρθωσε, παρά τις αντίξοες συνθήκες του παρακράτους και του παρασυντάγματος, όχι μόνον να εξελιχθεί σε μαζικό πολιτικό κόμμα νέου τύπου -ήταν το μοναδικό τέτοιο κόμμα στην Ελλάδα στις δεκαετίες του ’50 και του ’60- αλλά και να αναδειχθεί σε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές του 1958, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει εν μέσω Ψυχρού Πολέμου.

Για τον Λεωνίδα -αλλά, όπως μπορώ προσωπικά να βεβαιώσω, και για τον Φίλιππο Ηλιού, τον διαχρονικά "σκληρότερο" κομμουνιστή της παρέας- η ΕΔΑ δεν ήταν μια μετωπική οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ, προορισμένη να διεκπεραιώνει τις εντολές της εξόριστης ηγεσίας του τελευταίου, δηλαδή του "ιερατείου" του Βουκουρεστίου: καθώς σοσιαλιστικό κόμμα δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα, το δε Κέντρο ήταν περισσότερο ένα συνονθύλευμα από προσωπικές βαρονίες παρά πολιτικός οργανισμός με ενότητα και συνοχή, ήταν ο φορέας της αλλαγής, ο εγγυητής της ομαλότητας.

Με έντονα τα σημάδια από τα βιώματα του ΕΑΜ, στα χρόνια της Κατοχής, η αντίληψη αυτή για μια μαζική οργάνωση, χωρίς δογματικές προσηλώσεις και με ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, έδωσε από τότε, όπως πιστεύω, στους Έλληνες κομμουνιστές που βρίσκονταν "μέσα" το ιδιαίτερο εκείνο στοιχείο που τους διαφοροποιούσε από τους συντρόφους τους "έξω": τη ζωντανή και προπάντων την αμφίδρομη επαφή με τον κόσμο. Έτσι, γράφοντας το 1995 για τον Χαρίλαο Φλωράκη, έναν αντίπαλο που τελικά εκτιμούσε ως αγωνιστή και ως άνθρωπο, σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Λεωνίδας εντόπιζε τη διαφορά τους:

"Πιστεύω ότι ποτέ δεν αφομοίωσε την τελείως πρωτότυπη εμπειρία της προδικτατορικής ΕΔΑ, ενός νέου δηλαδή τύπου μαζικού κόμματος, δεμένου στενά με την κοινωνία, με ελαστικό ιδεολογικό πλαίσιο μαρξιστικής έμπνευσης, όπου τον ηγετικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι κομμουνιστές. Αντί να αναζητήσει στον ΣΥΝ την σύγχρονη έκδοση μιας ανάλογης λύσης, συνέχιζε, νομίζω ότι έβλεπε τον ΣΥΝ ως εξωκομματική μαζική πολιτική οργάνωση, στην οποία έπρεπε να εξασφαλιστεί η ηγεμονία του ΚΚΕ" (Ανατρεπτικά, εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1995, σ. 210).

Η ίδια ακριβώς αντίληψη ήταν εκείνη που διείπε και τους Στόχους του έθνους, το μανιφέστο δηλαδή που συνέταξε ο Λεωνίδας τον Αύγουστο του 1974, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, και στο οποίο συνόψιζε την στρατηγική που έμελλε να ακολουθήσει το ΚΚΕ εσωτερικού, για την κατοχύρωση και την διεύρυνση της δημοκρατίας. Δροσερό και χυμώδες, το κείμενο αυτό, που έμελλε να σημαδέψει περισσότερο από κάθε άλλο τους Ρηγάδες της δεύτερης γενιάς, ο Λεωνίδας το περιλαμβάνει στα τέσσερα σημαντικότερά του.

Για μένα, έναν νομικό που από παλιά τον απασχολούσαν οι κρίσεις, οι θεσμοί και η εξέλιξή τους, το κείμενο αυτό ήταν σπουδαίο και για έναν επιπρόσθετο λόγο: αντιμετώπιζε τη δημοκρατία ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο για την μετάβαση προς τον σοσιαλισμό, μιλούσε για διεύρυνση των θεσμών από σήμερα και όχι για ανατροπή τους "όταν ωριμάσουν οι συνθήκες", κοντολογίς εμπνεόταν από το εξελικτικό μοντέλο που -σε αντίποδα προς την λενινιστική αντίληψη για την μετωπική κατάληψη της εξουσίας- πρώτοι είχαν επεξεργασθεί οι Ιταλοί κομμουνιστές, συμμετέχοντας στην κατάρτιση και εν συνεχεία στην διεύρυνση του Συντάγματος του 1948, του πιο "αριστερού" θα λέγαμε μεταπολεμικού Συντάγματος στην Ευρώπη.

Αυτή η αντίληψη του Λεωνίδα για τους θεσμούς -την οποία δεν είναι τυχαίο ότι πρώτος είχε αναδείξει, από τα προδικτατορικά κι όλας χρόνια, ως διαπρεπής νομικός που ήταν, ο Ηλίας Ηλιού- είναι η δεύτερη πολιτική πτυχή των Στιγμών, στην οποία θέλω να σταθώ. Για τον Λεωνίδα, το Σύνταγμα και οι θεσμοί γενικότερα δεν αποβλέπουν απλώς στην συντήρηση και την αναπαραγωγή των υφιστάμενων σχέσεων: μπορούν να χρησιμεύσουν, από σήμερα, ως μέσο για την υπέρβαση των σχέσεων αυτών, εάν οι συσχετισμοί το επιτρέπουν.

Τη διπλή αυτή λειτουργία του δικαίου και των θεσμών, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι πρώτος την είχε επισημάνει ο ίδιος ο Μαρξ, ο οποίος υποστήριζε ότι το δίκαιο, από εργαλείο επιβολής και σταθεροποίησης της κατεστημένης εξουσίας, μπορεί να μεταβληθεί σε μέσο έμπρακτης αμφισβήτησής από τους εξουσιαζόμενους, να γίνει "από μέσο εξαπάτησης, εργαλείο χειραφέτησης" της εργατικής τάξης", σύμφωνα την πολυσχολιαζόμενη διατύπωση των Ταξικών αγώνων στη Γαλλία.

Η αντίληψη αυτή βρίσκεται πίσω από ένα από τα πιο παρεξηγημένα κείμενα του Λεωνίδα, το οποίο, σημειωτέον, ο ίδιος στις Στιγμές συγκαταλέγει χωρίς δισταγμό στα σπουδαιότερά του. Πρόκειται για το άρθρο του για τα προβλήματα του αντιδικτατορικού αγώνα, που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Κ. Λουκίδης στην παράνομη Κομμουνιστική Επιθεώρηση, το καλοκαίρι του 1972 (τ. 7-8, Ιούλης-Αύγουστος 1972, σ. 25-52). Επηρεασμένος από την ανάπτυξη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, που είχε σημειωθεί χάρη στην εκμετάλλευση των περιθωρίων για νόμιμη δράση που (πιεζόμενη από την Ευρώπη) είχε αφήσει η δικτατορία, ο Λεωνίδας έφθανε τότε ως το σημείο να υπαινιχθεί το ενδεχόμενο ακόμη και συμμετοχής σε πιθανές εκλογές που τυχόν θα οργάνωνε η δικτατορία (όπως, σημειωτέον, ακριβώς συνέβη λίγο αργότερα, το φθινόπωρο του 1972, με τις εκλογές των φοιτητικών συλλόγων).

Καθώς η ηρωική αλλά πολιτικά αποκομμένη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων φαινόταν τότε να έχει κλείσει τον κύκλο της, και με τους αστούς πολιτικούς να αποκλείουν κάθε αποδοχή -έστω και έμμεση, έστω και τυπική- της δικτατορίας, η πρόταση εκείνη άνοιγε μια συγκεκριμένη προοπτική. Όπως υποστήριζε στο ίδιο πνεύμα ο Ηλίας Ηλιού, ένα χρόνο αργότερα, για το "άνοιγμα Μαρκεζίνη", με δεδομένο ότι στρατηγικός στόχος παρέμενε ένας, η αποκατάσταση της δημοκρατίας, "αποχή ή συμμετοχή [ήταν] δύο μορφές τακτικής", που θα μπορούσαν να συζητηθούν εξίσου. Στο κάτω κάτω, όπως ο ίδιος υπενθύμιζε στην περίφημη δήλωσή του, λίγες μέρες πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, δεν θα πρέπει να λησμονείται "το προηγούμενο του 1930 στην Ισπανία, όπου η αποτυχία των κυβερνητικών σε απλές δημοτικές εκλογές, σάρωσε το καθεστώς των Βουρβώνων".

Είναι περιττό να υπενθυμίσω τα δράματα και τις αντεγκλήσεις που προκάλεσαν οι θέσεις αυτές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Και ναι μεν το πείραμα Μαρκεζίνη δεν προχώρησε (ενώ προχώρησε το αντίστοιχο στην Ισπανία, δύο χρόνια αργότερα και, κατόπιν, στη Χιλή και την Ανατολική Γερμανία), πλην όμως ούτε και οι επικριτές της άποψης αυτής δικαιώθηκαν: η δικτατορία των συνταγματαρχών τελικά δεν ανετράπη, αλλά κατέρρευσε, με μια μετάβαση εν τέλει "συμπεφωνημένη", είτε αυτό αρέσει στους ποικιλώνυμους θιασώτες της "ρήξης" και της επανάστασης, είτε όχι.

Προς το παρόν, θέλω απλώς να υπογραμμίσω ότι, πίσω ακριβώς από την αντίληψη αυτή για την διπλή, τη "διαλεκτική" εν τέλει λειτουργία των θεσμών (κατά την έκφραση του Αρ. Μάνεση) βρίσκεται η ενεργός συμμετοχή του Λεωνίδα και του Ηλία Ηλιού στην κατάρτιση του Συντάγματος του 1975, οι ρηξικέλευθες προτάσεις του ενιαίου Συνασπισμού για την διαφάνεια στον δημόσιο βίο, το καλοκαίρι του 1989, αλλά και η υποστήριξη του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο, την άνοιξη του 2004.

Τέλος, η τρίτη πτυχή των Στιγμών, που θέλω να αναδείξω έχει να κάνει με το χιούμορ, την ανθρωπιά, την ζεστασιά και την οικειότητα που εκπέμπουν τα κείμενά του Λεωνίδα. Είτε ως προς τον πατέρα του, τον μπαρμπα-Μιχάλη, τον οποίο -με το συγκλονιστικό πρακτικό της συνάντησης με τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη- αποκαθιστά ως πρότυπο θάρρους και αξιοπρέπειας, είτε με την απλή αγρότισσα που φοβόταν ότι η Αριστερά θα της πάρει την κατσίκα, ο Λεωνίδας αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όχι απλώς με αγάπη, αλλά και με σεβασμό (διόλου, σημειωτέον, επιτηδευμένο) κάτι μάλλον σπάνιο για πολιτικούς ηγέτες του διαμετρήματός του. Μέσα από της Στιγμές και τα άλλα γραπτά του, αναδεικνύεται έτσι η μορφή του ταπεινού αγωνιστή και ανυστερόβουλου ανθρώπου, ο οποίος, όταν κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για τον αγώνα τον καλό. Αρκεί με την στάση σου να τον πείσεις όχι μόνο για τη σοβαρότητα, αλλά προπάντων για τη συνέπειά σου.

Η υποθήκη αυτή είναι, όπως πιστεύω, η σημαντικότερη που μας αφήνει ο Λεωνίδας, γιατί έχει να κάνει με την ηθική της Αριστεράς. Θέλω να υπογραμμίσω τη σημασία της υποθήκης αυτής, όχι γιατί οι πολιτικοί με ηθικές αρχές τάχα εξέλιπαν -όπως ανέκαθεν διατείνονταν οι κυνικοί κάθε είδους και οι αιωνίως απαισιόδοξοι- αλλά γιατί εμείς, οι πολλοί, έχουμε την τάση να θεωρούμε τους τελευταίους. καλούς μεν ως ανθρώπους και φίλους, αλλά λίγο "ψώνια" και, εν πάση περιπτώσει, ακατάλληλους να μας κυβερνήσουν.

Στην προσπάθεια να μην επικρατήσει η μοιρολατρική αυτή αντίληψη για την πολιτική και την από μακρού αναγγελλόμενη έκπτωσή της, οι Στιγμές του Λεωνίδα κατέχουν δικαιωματικά περίοπτη θέση.

Ο Ν.Κ. Αλιβιζάτος διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τον Στ. Ζουμπουλάκη και τον Στ. Πεσμαζόγλου -Ρηγάδες, όπως και εκείνος, της δεύτερης γενιάς- μετείχε στην παρουσίαση των Στιγμών ΙΙ, στο Μουσείο Μπενάκη, στις 20.6.2008.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι