Η ύφεση έφθασε στην Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 14/09/2008

Η Επιτροπή αποδίδει την κάμψη κυρίως στην υποχώρηση της εσωτερικής ζήτησης στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα της συμπίεσης των πραγματικών εισοδημάτων και των υψηλότερων επιτοκίων δανεισμού.

Η ύφεση φτάνει στην Ευρώπη, πλέον και με τη βούλα της Κομισιόν. Μακριά όμως από ένα πνεύμα συντονισμένων παρεμβάσεων συνήλθαν το τελευταίο διήμερο οι οικονομικοί υπουργοί της Ε.Ε. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση επικαλείται τη διεθνή επιδείνωση για να δικαιολογήσει αποσπασματικά μέτρα απέναντι στην όξυνση καθαρά εγγενών προβλημάτων, όπως είναι το δημόσιο έλλειμμα. Αντίθετα, η ισπανική κυβέρνηση Θαπατέρο επιχειρεί με γενναίες χρηματοδοτήσεις να συγκρατήσει την έντονη κάμψη και άνοδο της ανεργίας.

Στις ενδιάμεσες προβλέψεις που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω την αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ φέτος: σε 1,3% από 1,7% που προέβλεπε τον Απρίλιο για την Ευρωζώνη, σε 1,4% από 2% για την Ε.Ε. των 27 συνολικά. Ο ετήσιος ρυθμός διατηρείται ακόμα πάνω από τη μονάδα χάρη στις υψηλές επιδόσεις του πρώτου τριμήνου. Αλλά μετά τη συρρίκνωση κατά 0,2% (ΕΖ) και 0,1% (Ε.Ε. 27) το β’ τρίμηνο, η μεγέθυνση εκτιμάται μηδενική το γ’ τρίμηνο και μόλις 0,1% το δ’ τρίμηνο. Σε ορισμένες μεγάλες οικονομίες μάλιστα η συρρίκνωση του ΑΕΠ εκτείνεται σε δύο συνεχόμενα τρίμηνα (Γερμανία β’ και γ’, Ισπανία και Βρετανία γ’ και δ’), αντιστοιχώντας στον τεχνικό ορισμό της ύφεσης.

Την κάμψη αποδίδει η Επιτροπή κυρίως στην υποχώρηση της εσωτερικής ζήτησης στην Ευρώπη, αποτέλεσμα της συμπίεσης των πραγματικών εισοδημάτων (λόγω της ανόδου του κόστους ζωής που έφερε το ακριβό πετρέλαιο και δεν αντισταθμίζει η ταχύτερη άνοδος των ονομαστικών μισθών: από 2,2% το 2007 σε 2,9% το α΄ τρίμηνο φέτος), αλλά και των υψηλότερων επιτοκίων δανεισμού.

Είναι επίσης αποτέλεσμα της μείωσης των επενδύσεων μετά την απότομη πτώση της οικοδομής σε μερικές χώρες και τις καθολικά ολοένα δυσμενέστερες προσδοκίες των επιχειρήσεων ως προς τη ζήτηση για τα προϊόντα τους, στην Ευρώπη και παγκόσμια, όπως καταγράφονται στους δείκτες οικονομικού κλίματος.

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να κορυφωθεί σε 4,2% το τρέχον τρίμηνο για να αρχίσει να υποχωρεί κατόπιν, ενώ η ανεργία έχει διατηρηθεί σταθερή (7,3% τον Ιούλιο), αν και με διαφορές μεταξύ χωρών, παρουσιάζοντας μεγάλη άνοδο -στην Ισπανία ιδίως. Χειρότερα αναμένεται να διαμορφωθούν και τα αποτελέσματα των κρατικών προϋπολογισμών, εφόσον περιορίζονται τα δημόσια έσοδα.

Ειδικότερα αναφέρονται οι ενδιάμεσες προβλέψεις στις επτά μεγαλύτερες εθνικές οικονομίες της Ε.Ε. Από αυτές μόνον η Πολωνία εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγέθυνση, και μάλιστα ισχυρή: 5,4%. Για τις υπόλοιπες, όπου συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, θα πρέπει να αναμένουμε την εξαμηνιαία έκθεση του Οκτωβρίου. Επιβράδυνση άρχισε πάντως να σημειώνεται και σʼ εμάς, αλλά με την αύξηση του ΑΕΠ να ξεπερνά το 3% ακόμα φέτος, η διόγκωση του δημοσίου ελλείμματος οφείλεται πολύ περισσότερο σε εγγενή αίτια, στις πολιτικές που ακολουθούνται.

Διαβάζοντας το σχόλιο της Επιτροπής για τον ρόλο των επεκτατικών φορολογικών μέτρων στη δημοσιονομική επιδείνωση ορισμένων χωρών, ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης πρέπει να βρήκε ότι τον αφορά. Άλλωστε οι αυστηρές προειδοποιήσεις του επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια για τις οδυνηρές προσαρμογές που επιβάλλονται τώρα στις χώρες που δεν αξιοποίησαν τη φάση ανόδου για να βελτιώσουν τη διάρθρωση των προϋπολογισμών τους, δεν του άφησαν περιθώρια αμφιβολιών.

Αλλά με το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε τελικά στη Βουλή επιχειρεί όπως-όπως να μαζέψει περισσότερα έσοδα άμεσα, αδιαφορώντας τόσο για τις ευρύτερες συνέπειες στην οικονομία, όσο και για την ανάγκη μονιμότερων αλλαγών στους φόρους και στις δαπάνες. Ζοφερή διαγράφεται η προοπτική αν πιστέψουμε την Morgan Stanley που ανεβάζει την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ σε μόλις 1,8% το 2009.

Μακριά από ένα πνεύμα συντονισμού το Ecofin

Χωρίς σοβαρές ελπίδες ότι θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε ολοκληρωμένες συντονισμένες πολιτικές για να αντιμετωπιστεί η ύφεση, συνήλθαν προχθές στη Νίκαια οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρώπης σε ένα άτυπο Συμβούλιο Ecofin. Αποφάσεις σε μια τέτοια κατεύθυνση επεδίωκε η προεδρεύουσα υπουργός της Γαλλίας Κριστίν Λαγκάρντ. Ειδικότερα θα ήθελε να ενισχυθούν οι εξουσίες της Ευρωομάδας, των υπουργών της Ευρωζώνης, να ενταθεί ο διάλογος με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (όπου υπονοείται να ενταθούν οι πιέσεις για μια νομισματική πολιτική που θα υπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της μεγέθυνσης και όχι αποκλειστικά τον έλεγχο του πληθωρισμού), και να δοθεί έμφαση στην αύξηση των δημοσίων δαπανών για την τόνωση της οικονομίας με ενδεχόμενη παράκαμψη του συμφώνου σταθερότητας.

Σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να αναλάβει επιπλέον η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αυξάνοντας τη χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Οι πάγιες αυτές γαλλικές θέσεις (επαναλαμβάνονται από τον καιρό του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν) προσκρούουν στις επιφυλάξεις άλλων κυβερνήσεων. Πριν από όλα της γερμανικής, η συμφωνία της οποίας θα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για μια πολιτική μετατόπιση.

Ακόμα όμως και στις διαπιστωμένες συνθήκες της ύφεσης, ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Πέερ Στάινμπρικ εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στην ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και φαίνεται να προσδοκά μιαν αναθέρμανση της ζήτησης από την υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών χωρίς να απαιτούνται πρόσθετες δημόσιες δαπάνες ή μειώσεις φόρων.

Μια τέτοια αισιοδοξία πάντως λίγο συμμερίζεται ο γερμανικός Τύπος: η κυβέρνηση Μέρκελ επικρίνεται ότι έχει βάλει την οικονομία στον «αυτόματο πιλότο», όταν υπάρχουν εκτιμήσεις (και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου) ότι η ύφεση ενδέχεται να βαθύνει.

Στην Κριστίν Λαγκάρντ άλλωστε απαντούσε έμμεσα πρόεδρος της Ευρωομάδας Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ όταν τόνιζε την Τετάρτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι «δεν χρειαζόμαστε ούτε νέες δομές διακυβέρνησης, ούτε νέες κατευθύνσεις». Ο δε επίτροπος Αλμούνια προσέθετε: «Δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα λάθη που μας κόστισαν χρόνια για να συνέλθουμε τη δεκαετία του 1970 απέναντι σε ένα τόσο μεγάλο εξωτερικό κλονισμό».

Η αναφορά στην προ τριακονταετίας πετρελαϊκή κρίση, στις τότε πολιτικές των ελλειμμάτων και ανοχής του πληθωρισμού και στην παρατεταμένη ύφεση και υψηλή ανεργία που επακολούθησε, ερμηνευόταν από την εφημερίδα Le Monde ως έμμεση προειδοποίηση προς τη Γαλλία και την Ιταλία τα ελλείμματα των οποίων πλησιάζουν το 3% του ΑΕΠ.

Οι "ενάρετοι" με το πλεόνασμα

Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, μόνον «ενάρετες» δημοσιονομικά χώρες, όπως η Ισπανία, που είχε πλεονάσματα στους προϋπολογισμούς της τα χρόνια της μεγέθυνσης και διατηρεί δημόσιο χρέος αρκετά χαμηλότερο από το συνιστώμενο 60% του ΑΕΠ, ή, ανάλογα, η Ιρλανδία, έχουν τα περιθώρια για δημοσιονομική τόνωση των οικονομιών τους. Και οι δύο αυτές χώρες, οι πρώτες όπου κατέρρευσε ο κλάδος των κατοικιών (οι σχετικές επενδύσεις δείχνουν φέτος μείωση 60% στην Ισπανία), πράγματι χρειάζονται επιτακτικά τη λήψη αποφασιστικών μέτρων από τις κυβερνήσεις τους.

Η κάμψη της κατασκευαστικής δραστηριότητας εξαπλώνεται ωστόσο σε πολλές ακόμα χώρες. Πιο δραματική εμφανίζεται η κατάσταση στη Βρετανία, αλλά και στην Ελλάδα η μείωση των οικοδομικών αδειών κατά 18,4% το πρώτο εξάμηνο που ανακοίνωσε προχθές Στατιστική Υπηρεσία δεν είναι διόλου ενθαρρυντική.

Ήδη πάντως ο πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Θαπατέρο ανήγγειλε κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού στην ισπανική Βουλή ένα σχέδιο πρόσθετης χρηματοδότησης των υπερχρεωμένων κατασκευαστικών εταιριών με 3 δισ. ευρώ. Έθεσε επίσης τις βάσεις για τη δημιουργία φορέων που θα επενδύουν σε ακίνητα για ανοικίαση με ένα μεταβατικό ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. «Κύριος στόχος μας είναι η απασχόληση» τόνισε και στο πλαίσιο αυτό διεύρυνε επίσης το υφιστάμενο πρόγραμμα επιδότησης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ώστε να προσλάβουν 100.000 ανέργους για κοινωφελή έργα και υπηρεσίες.

Με ενθουσιασμό αντέδρασαν στις πρωτοβουλίες αυτές οι κατασκευαστικές εταιρείες, αγνοώντας την απορριπτική λογική της αντιπολίτευσης του Λαϊκού Κόμματος. Τη σχετική τους ικανοποίηση εξέφρασαν από την άλλη πλευρά τα συνδικάτα των εργαζομένων, που επέκριναν όμως τον νέο προϋπολογισμό για τη μείωση των προσλήψεων που προβλέπει στον δημόσιο τομέα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι