Μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο;

Σία Αναγνωστοπούλου, Αυγή της Κυριακής, 21/09/2008

Οι συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, έπειτα από μεγάλη παύση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, εγκαινιάστηκαν πανηγυρικά στις 3 Σεπτεμβρίου. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Μεχμέτ Αλή Ταλάτ, φάνηκαν, στις δηλώσεις τους, διατεθειμένοι να φτάσουν αυτήν τη φορά σε ένα αίσιο τέλος. Οι συνομιλίες επαναλαμβάνονται σχεδόν κάθε εβδομάδα, χωρίς όμως να δημοσιοποιείται το περιεχόμενό τους. Παρά το γεγονός ότι θα είχε ίσως ενδιαφέρον να παρουσιαστούν και να σχολιαστούν κάποια από τα "δύσκολα σημεία" τους που διαρρέουν στον Τύπο, θεωρώ ωστόσο ότι, στην παρούσα φάση, και προτού οι υπεύθυνες ηγεσίες προβούν σε δημόσιες δηλώσεις, οι "ασκήσεις επί χάρτου" είναι περιττές και άνευ ουσιαστικού πολιτικού νοήματος. Aντιθέτως, θεωρώ ότι πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, προς το παρόν τουλάχιστον, παρουσιάζουν κάποια νέα φαινόμενα που εμφανίζονται στην κυπριακή πραγματικότητα της εποχής Xριστόφια, και τα οποία αξίζει να συζητηθούν.

Η έναρξη των συνομιλιών συνέπεσε σχεδόν με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην Κύπρο, κατά την οποία το Υπουργείο Παιδείας κοινοποίησε με εγκύκλιό του στα σχολεία τους στόχους της παιδείας. H εγκύκλιος, με την οποία βεβαίως εκφράζονται οι θέσεις της κυβέρνησης Χριστόφια, προβλέπει το αυτονόητο, κυρίως σε μια περίοδο που οι συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης βρίσκονται σε εξέλιξη: την ανάπτυξη μέσων (επανα)γνωριμίας των Ελληνοκύπριων μαθητών με τον διπλανό άγνωστο (Τουρκοκύπριους), προώθηση μέσων εξοικείωσης δηλαδή με μια πολιτιστική πραγματικότητα που υπάρχει στην πατρίδα τους αλλά τους είναι απολύτως άγνωστη, μία, εν τέλει, από τις προϋποθέσεις για να μπορέσουν να συνυπάρξουν οι δύο κοινότητες κάποτε ειρηνικά. Εν ολίγοις, η εγκύκλιος προβλέπει το άνοιγμα ενός παραθύρου της εκπαίδευσης προς τους Tουρκοκύπριους, ένα παράθυρο που δεν ακυρώνει επί της ουσίας τον επί δεκαετίες μόνιμο στόχο της κυπριακής εκπαίδευσης που συνοψιζόταν στο "Δεν Ξεχνώ και αγωνίζομαι για την πατρίδα μου", αλλά προσπαθεί να τον διευρύνει με το "Δεν ξεχνώ ότι υπάρχουν και Tουρκοκύπριοι στην πατρίδα μου και αγωνίζομαι (και μαζί με αυτούς) για την επανένωσή της". Συγχρόνως, ο υπουργός Παιδείας, εκφράζοντας και πάλι τη θέση της κυβέρνησης Χριστόφια -θέση που αποτελεί προεκλογική δέσμευση του ίδιου του προέδρου- δήλωσε ότι θα συσταθούν επιτροπές για να γίνουν αλλαγές στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Τα παραπάνω περιστατικά ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων και έδωσαν την ευκαιρία στο "πατριωτικό μέτωπο" της Kύπρου να "δείξει τα δόντια" του. Aντέδρασαν λοιπόν τα κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση: το ΔΗ.ΚΟ., αρκετά συγκρατημένα προς το παρόν, και η ΕΔΕΚ, που ανέβασε πολύ τους τόνους συμπλέοντας πλέον ανοιχτά με τα κατεξοχήν αντιπολιτευτικά, "πατριωτικά" κόμματα της Κύπρου (για παράδειγμα το EYPΩ.KO.), που είδαν σε αυτές τις αλλαγές τον "αφελληνισμό" της Κύπρου. Εξαιρετικά έντονη ήταν επίσης η αντίδραση της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία, διά στόματος Αρχιεπισκόπου Κύπρου, δεν δίστασε να τονίσει ότι θα "κηρύξει την ελληνική παιδεία της Κύπρου υπό διωγμόν".

Οι αντιδράσεις για τις αλλαγές στα σχολικά βιβλία: προπέτασμα καπνού

Βεβαίως, στην Ελλάδα οι εκδηλώσεις ένθερμου και ένθεου πατριωτισμού δεν μας είναι άγνωστες ώστε να μας εκπλήσσουν στην κυπριακή τους εκδοχή. Ωστόσο υπάρχει -και λόγω Κυπριακού προβλήματος- μια διάσταση στην οποία αξίζει να σταθούμε. Παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και στην προοπτική αλλαγής των βιβλίων Ιστορίας, αυτά ωστόσο αυτά, κατά τη γνώμη μου, το προπέτασμα καπνού που καλύπτει κάτι άλλο, σημαντικότερο, κάτι που συνιστά την πραγματική απειλή για το "πατριωτικό μέτωπο" υπό την, φανερή ή καλυμμένη, ηγεσία -ποιου άλλου;- της Eκκλησίας. Tο πραγματικό πρόβλημα αφορά μια ευρύτερη νοοτροπία που φαίνεται να εκπορεύεται από το προεδρικό μέγαρο, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται τόσο η εγκύκλιος για την εκπαίδευση όσο και η διαχείριση σε ενδοελληνοκυπριακό επίπεδο των συνομιλιών για το Κυπριακό. Aυτή η νοοτροπία τείνει να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο, νέα καταρχάς για τους ίδιους τους Eλληνοκύπριους. Kι αυτή η πραγματικότητα είναι απειλητική τόσο για τα "πατριωτικά" πολιτικά κόμματα, όσο και -κυρίως- για την Eκκλησία της Kύπρου, εντέλει για ένα κατεστημένο (πολιτικό και πνευματικό), που επί πολλές δεκαετίες αναπαρήγαγε την εξουσία του πατώντας πάνω στην υψηλή του αποστολή, την αποστολή του "σωτήρα" της ελληνικής Kύπρου.

Ας δούμε λοιπόν, εν συντομία, τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται. Η έναρξη των συνομιλιών, παρά το γεγονός ότι σηματοδότησε την ανατροπή του αδιεξόδου στο οποίο είχε οδηγήσει το Κυπριακό η πολιτική Παπαδόπουλου, δεν συνιστά από μόνη της πρωτοτυπία για την Kύπρο. Συνομιλίες για το Κυπριακό έχουν γίνει πολλές τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ όλοι οι μετά την εισβολή πρόεδροι της Kυπριακής Δημοκρατίας έχουν εκλεγεί με την υπόσχεση να λύσουν το Κυπριακό, και μάλιστα με δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Ωστόσο, όλες οι προηγούμενες συνομιλίες -ακόμη κι αυτές που έδειχναν ότι η λύση δεν είναι μακριά- εξελίσσονταν σε μια δική τους, αυτόνομη από την κοινωνία και την εσωτερική πολιτική, πορεία. Tα μοναδικά κανάλια επαφής της κοινωνίας με την πραγματικότητα των συνομιλιών και συμμετοχής της στην προοπτική της λύσης με ομοσπονδία ήταν τα ίδια, παλαιά ως προς τις αναφορές και την καταγωγή τους, κανάλια, μέσα από τα οποία η λύση της ομοσπονδίας αποτελούσε μια, εν τέλει, προδοτική πράξη. Έτσι, ποτέ (εκτός από την εποχή Bασιλείου) δεν είχε καταβληθεί η παραμικρή προσπάθεια να καλλιεργηθεί μια άλλη νοοτροπία στην κοινωνία για να μπορέσει να (ξανα)δει τον εαυτό της σαν ένα δικοινοτικό σύνολο που της λείπει ένα μέρος (οι Tουρκοκύπριοι), έτσι ώστε να μπορέσει και να οραματιστεί τον εαυτό της σε μια Κύπρο ομόσπονδη, σε συνύπαρξη με το "σύνοικον στοιχείο", δηλαδή την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Από τα σχολικά εγχειρίδια μέχρι τις δηλώσεις των πολιτικών και τη γλώσσα των περισσότερων δημοσιογράφων, το πνεύμα ήταν κοινό: η λύση είναι επιβεβλημένη και αναγκαστική από "έξω", αλλά η Κύπρος είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα το προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού (εννοείται απέναντι στους Τούρκους). Οι Τουρκοκύπριοι δεν υπήρχαν παρά μόνο ως μια "εξωτική" φιγούρα του υποχρεωτικού, για τα μάτια της διεθνούς κοινότητας, συνοδοιπόρου στην κυπριακή πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί η συνείδηση στην κοινωνία ότι η αποτίναξη της κατοχής από την Κύπρο (αφού η κυπριακή ηγεσία είχε αποκλείσει ήδη από το 1975 την επιλογή του πολέμου) προϋπέθετε την πολιτικοποίησή της με βάση τη λύση της ομοσπονδίας· την επανασυνειδητοποίησή της, δηλαδή, ως συνόλου, με την προοπτική κάποτε να είναι μαζί με τους Τουρκοκύπριους.

Εν τέλει, οι συνομιλίες και οι διακηρύξεις για βιώσιμη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία έφταναν στην κυπριακή κοινωνία μέσα από τα ίδια ιδεολογικά και πολιτικά κανάλια, που έχουν τις καταβολές ή τις ιδεολογικές αναφορές τους στην εποχή πολύ πριν από το 1974, και οπωσδήποτε την εποχή της αποικιοκρατίας. Τα κανάλια αυτά ήταν δύο κυρίως: η παιδεία, υπό την προστάτιδα αιγίδα της Εκκλησίας -του αδιάψευστου και διαχρονικού ομολογητή της ελληνικότητας της Κύπρου- και το Εθνικό Συμβούλιο, απομίμηση περισσότερο του περίφημου Εθναρχικού Συμβουλίου της αποικιοκρατικής περιόδου, παρά σύγχρονο όργανο πολιτικού ελέγχου του προέδρου για τους χειρισμούς του στο Κυπριακό - όπως θα μπορούσε να είναι. Mέσα από τα δύο αυτά κανάλια, τόσο η παιδεία όσο και το εθνικό πρόβλημα (το Κυπριακό) συνιστούσαν "πνευματικές υποθέσεις" του Έθνους, του Ελληνισμού, και όχι πολιτικές υποθέσεις των κυπριακών κομμάτων και της κοινωνίας. Mέσα απ’ αυτά τα κανάλια, επίσης, αναπαραγόταν η εξουσία εξωπολιτικών θεσμών (Eκκλησία) ή πολλαπλασιαζόταν η δύναμη ενός "πατριωτικού κατεστημένου" που η μικρή του εκλογική δύναμη υπερδιπλασιαζόταν στο πλαίσιο των θεσμών του Γένους, ως η "φωνή του Έθνους".

Η εισβολή του 1974, η συνεχιζόμενη παρουσία του τουρκικού στρατού στην Kύπρο και η μη λύση του Κυπριακού συνέβαλαν και συμβάλλουν αποφασιστικά και καίρια (και στις δύο πλευρές άλλωστε - στην τουρκοκυπριακή θα αναφερθώ σε ) στην αναπαραγωγή αυτών των "εθναρχικής καταγωγής" καναλιών εξουσίας.

Το ΑΚΕΛ στην εξουσία

Και, ξαφνικά, το ΑΚΕΛ πήρε για πρώτη φορά στα κυπριακά χρονικά την εξουσία στα χέρια του, με δικό του πρόεδρο, τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του. Kάτι σημαντικό φαίνεται να αλλάζει: πολιτική υπόθεση η εκπαίδευση, πολιτική υπόθεση το Κυπριακό πρόβλημα, υπόθεση της Kύπρου και της κυπριακής κοινωνίας και τα δύο. Kι αυτό γιατί για πρώτη φορά ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο (AKEΛ) στον οποίο -όποιες κι αν ήταν, στη μακρά διαδρομή του, οι πολιτικές του επιλογές, τα πολιτικά του "λάθη", οι σωστοί ή λανθασμένοι πολιτικοί του χειρισμοί ή συμμαχίες- υπήρχε μια σταθερή ιδεολογική βάση που συνοψιζόταν στα εξής: Οι Τουρκοκύπριοι είναι συμπατριώτες των Ελληνοκυπρίων, η Κύπρος είναι κυπριακή, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Tο Κυπριακό εν τέλει είναι πρόβλημα των Kυπρίων, ενώ στον όρο "Kύπριος" συμπεριλαμβάνονταν πάντα οι Tουρκοκύπριοι. Aκόμη και στις πιο δύσκολες εποχές του Κυπριακού, ακόμη και στις πιο κρίσιμες εποχές του ίδιου του AKEΛ, όταν οι συνεργασίες του (με αποκορύφωμα τη συνεργασία με τον Παπαδόπουλο) δημιουργούσαν τουλάχιστον αμηχανία σε σημαντικό τμήμα των ίδιων των μελών του, ακόμη και τότε οι Τουρκοκύπριοι γι’ αυτό το κόμμα ήταν παρόντες στην πραγματικότητα των Ελληνοκυπρίων, παρόντες στην κυπριακή κοινωνία. O Χριστόφιας λοιπόν διαθέτει ένα διαφορετικό, σε σχέση με τους προηγούμενους προέδρους, ιδεολογικό οπλοστάσιο, και φαίνεται αποφασισμένος να το χρησιμοποιήσει. Οι Τουρκοκύπριοι λοιπόν τον αφορούν πολιτικά και ιδεολογικά ως αναπόσπαστο κομμάτι της Κύπρου, κι όχι ως υποχρεωτικός συγκάτοικος. Το Κυπριακό δεν τον αφορά ως μια αναγκαστική από τη διεθνή κοινότητα αγγαρεία ή ως ένας όρος για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού προσώπου της Κύπρου. Τον αφορά πρωτίστως ως μια "ανωμαλία" της κυπριακής πραγματικότητας, ως πρόβλημα της ίδιας της κυπριακής κοινωνίας, και όχι ως πρόβλημα του Γένους (έτσι όπως έχουν επιβάλει κάποιοι στην Κύπρο και την Ελλάδα να ορίζεται αναλλοίωτο στον χρόνο και εκτός πολιτικής το ελληνικό έθνος), ως μια "ανωμαλία" στην κυπριακή ιστορία, μια "ανωμαλία" της κυπριακής ελληνικότητας των Ελληνοκυπρίων και όχι του Ελληνισμού, γενικώς και θρησκευτικώς, που ακυρώνει την πολιτική συνειδητοποίηση της κοινωνίας. Aυτό το ιδεολογικό οπλοστάσιο, που ανοίγει την προοπτική για εν δυνάμει ανατροπές στην πολιτική και κοινωνική ζωή καταρχάς των Eλληνοκυπρίων, συνιστά απειλή για κάποιους στην Κύπρο.

H πολιτική Xριστόφια λοιπόν φαίνεται να υπονομεύει τα κανάλια αναπαραγωγής του Γένους στην Kύπρο και ενισχύει την πολιτικοποίηση των θεσμών και μηχανισμών διαλόγου της κοινωνίας με την πολιτική εξουσία. H σύγκρουσή του με την Eκκλησία, που συνοψίστηκε στη φράση "η Kύπρος δεν είναι θεοκρατικό κράτος", καθώς και η προεκλογική του δήλωση ("η Kύπρος δεν είναι ελληνική"), καθώς και η μόνιμη θέση του ότι και η άλλη πλευρά της Kύπρου δεν είναι τουρκική, έθεσαν και θέτουν το πλαίσιο διαμόρφωσης της νέας πραγματικότητας στην Kύπρο. Σε αυτή την υπό διαμόρφωση πραγματικότητα εντάσσεται, θεωρώ και, η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας, που θορύβησε το "πατριωτικό μέτωπο".

Η διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας

Στην παρούσα φάση λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι η παιδεία από μόνη της. Το πρόβλημα έγκειται στη διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας, βάσει ενός μείζονος σημασίας προβλήματος (Κυπριακού), ενός προβλήματος που δεν αφορά τους Ελληνοκυπρίους ως μέρος πρωτίστως του Ελληνισμού, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται και τον διακινούν στην Kύπρο οι "πνευματικοί ηγέτες", αλλά τους Ελληνοκύπριους ως μέρος μιας κατακερματισμένης, προβληματικής κυπριακής πραγματικότητας, που αποτελεί πρωτίστως πρόβλημα δικό τους και των πολιτικών δυνάμεων της Kύπρου.

Aν αυτό που τώρα φαίνεται ότι αλλάζει στην Kύπρο αλλάξει πραγματικά και με διάρκεια, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Πολλοί παράγοντες θα επηρεάσουν τις εξελίξεις, όπως και τις συνομιλίες άλλωστε. O Xριστόφιας προς το παρόν φαίνεται να έχει την πολιτική βούληση γι’ αυτό, ο Aναστασιάδης (αρχηγός του ΔH.ΣY.) τον διευκολύνει προς αυτή την κατεύθυνση. H συνέχεια, έτσι κι αλλιώς, προβλέπεται συναρπαστική.

Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Θέμα επικαιρότητας:
Κυπριακό

Σύνολο: 252 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι