Η ώρα των δαπανών

Paul Krugman, International Herald Tribune, ppol.gr, 19/10/2008

O Ντάου Τζόουνς ανακάμπτει! Όχι, πέφτει! Όχι ανακάμπτει! Ε, νομίζω πως...

Ξεκολλήστε!

Ενώ οι μανιοκαταθλιπτικοί χρηματιστηριακοί δείκτες συνεχίζουν να κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, τα χειρότερα νέα που αναμένουμε θα αφορούν τους κλυδωνισμούς της αμερικανικής πραγματικής οικονομίας. Ξέρουμε πια πως η αποστολή σωτηρίας των τραπεζών δεν ήταν παρά μόνο η αρχή: η μη-χρηματοικονομική οικονομία χρειάζεται επίσης απελπισμένα βοήθεια.

Και για να της παράσχουμε αυτή τη βοήθεια, θα χρειαστεί να ξεχάσουμε ορισμένα στερεότυπα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι φωνασκίες κατά των κρατικών δαπανών και οι εκκλήσεις για «φορολογική υπευθυνότητα» εξακολουθούν να είναι της μόδας. Σήμερα όμως, η αύξηση των κρατικών δαπανών είναι η ενδεδειγμένη αγωγή και θα χρειαστεί να ξεχάσουμε για λίγο καιρό τις ανησυχίες μας για το ύψος των δημοσιονομικών μας ελλειμμάτων.

Αφήστε με όμως να πάρω τα πράγματα από την αρχή και να μιλήσω λίγο για την τρέχουσα οικονομική συγκυρία.

Μόλις αυτή την εβδομάδα, μάθαμε πως οι λιανικές πωλήσεις των ΗΠΑ έπεσαν κατακόρυφα, όπως εξάλλου συνέβη και με τη βιομηχανική παραγωγή. Η ανεργία φθάνει στα επίπεδα ύφεσης και ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής πέφτει με τους ταχύτερους ρυθμούς εδώ και είκοσι χρόνια.

Όλοι οι οιωνοί δείχνουν πως έρχεται μία οικονομική κατρακύλα που θα είναι απότομη, επώδυνη και μακρά.

Πόσο επώδυνη;

Η ανεργία στις ΗΠΑ ξεπέρασε ήδη το 6% (με την υποαπασχόληση φτάνει σε διψήφια νούμερα). Είναι πλέον βέβαιο πως η ανεργία θα ξεπεράσει το 7%, κατά πάσα πιθανότητα και το 8%, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 25 ετών.

Πόσο μακρά;

Θα μπορούσε πράγματι να διαρκέσει πολύ. Σκεφτείτε λίγο την τελευταία κρίση, μετά το «σκάσιμο» της «φούσκας» της νέας οικονομίας, τη δεκαετία του ’90. Επιφανειακά, η αντιμετώπισή της στέφθηκε από επιτυχία. Παρά τους φόβους πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ακολουθούσαν μία (ιαπωνικού τύπου) «χαμένη δεκαετία», αυτή η προοπτική απεφεύχθη: η ομοσπονδιακή τράπεζα (Fed) μείωσε τα επιτόκια και οδήγησε την οικονομία στην ανάκαμψη.

Η αλήθεια όμως είναι πως οι Αμερικάνοι έμοιαζαν για κάμποσο καιρό με Ιάπωνες: η Fed ίδρωσε μέχρι να εξισορροπήσει η κατάσταση. Παρά τις αλλεπάλληλες μειώσεις των επιτοκίων που έριξαν το ομοσπονδιακό επιτόκιο έως το... 1% , η ανεργία αυξανόταν ασταμάτητα· και χρειάστηκαν τουλάχιστο δύο χρόνια πριν ανακάμψει η απασχόληση.

Όταν επιτέλους ήρθε η οικονομική ανάκαμψη, αυτό έγινε μόνο και μόνο διότι ο ’Αλαν Γκρίνσπαν (Alan Greenspan) κατάφερε να αντικαταστήσει τη φούσκα της «νέας οικονομίας» με... μία φούσκα ακινήτων.

Τώρα όμως έσκασε κι αυτή η φούσκα και η οικονομία κείτεται σε ερείπια.

Παρά τις προσπάθειες να διασωθεί το τραπεζικό σύστημα και να «ξεπαγώσει» η χρηματοπιστωτική αγορά, οφείλουμε να πούμε πως έως σήμερα τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά -όσο κι αν είναι αλήθεια πως ακόμα είναι νωρίς για να κρίνουμε τελεσίδικα την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Όσο για την ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων, τίποτα καλό δε φαίνεται στον ορίζοντα.

Τέλος, κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποιες άλλες φούσκες περιμένουν ακόμα να σκάσουν.

Κοντολογίς, σε αυτή τη συγκυρία, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για τη Fed να μπορέσει να παρέμβει αποτελεσματικά.

Για να το πούμε αλλιώς, τα περιθώρια χειρισμών του Μπεν Μπερνάνκε (Ben Bernanke) είναι μάλλον περιορισμένα. Ίσως θα μπορούσε -και θα έπρεπε- να περικόψει ξανά τα επιτόκια, αλλά το πολύ-πολύ που θα πετύχαινε θα ήταν να δώσει μια «ανάσα» στην οικονομία.

Από την άλλη η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να κάνει πολλά για να βοηθήσει την οικονομία:

Μπορεί να ενισχύσει γενναιόδωρα τους ανέργους, πράγμα που θα ανακούφιζε τα νοικοκυριά, αλλά ταυτόχρονα θα ενίσχυε την κατανάλωση.

Μπορεί να παράσχει έκτακτη επιχορήγηση στις πολιτείες και την τοπική αυτοδιοίκηση, ούτως ώστε να μην εξαναγκαστούν να κάνουν περικοπές δαπανών που υποβαθμίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες και πλήττουν την απασχόληση.

Θα μπορούσε να εξαγοράσει τα ενυπόθηκα δάνεια -όχι όμως στην τιμή που προτείνει ο Τζον Μακ Κέιν (John McCain)- να αναδιαπραγματευθεί τους όρους τους και να βοηθήσει τις οικογένειες να σώσουν τα σπίτια τους.

Αυτή εξάλλου είναι η ιδανική στιγμή για το κράτος να κάνει ορισμένες μεγάλες δαπάνες στην αναβάθμιση των υποδομών, που ούτως ή άλλως είναι εντελώς απαραίτητη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το σύνηθες επιχείρημα κατά της χρήσης των δημοσίων έργων για τόνωση της οικονομίας είναι πως είναι πολύ χρονοβόρα: έως ότου επισκευάσεις τη γέφυρα και αναβαθμίσεις τη σιδηροτροχιά, η κρίση έχει ξεπεραστεί και η τόνωση δε χρειάζεται πλέον. Λοιπόν, αυτό το επιχείρημα δεν ισχύει πια, αφού οι πιθανότητες να ξεπεραστεί η κρίση γρήγορα είναι μηδαμινές.

Οπότε, ευκαιρία να ολοκληρώσουμε ένα σωρό δημόσια έργα.

Θα μπορέσει η επόμενη κυβέρνηση να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να συνέρθει η οικονομία; Όχι αν νικήσει ο Μακ Κέιν. Αν χρειαζόμαστε κάτι σήμερα, αυτό είναι αύξηση των κρατικών δαπανών· όταν όμως ρώτησαν σε μία από τις τηλεμαχίες τον Μακ Κέιν τι θα κάνει για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, αυτός απάντησε: «το πρώτο που θα κάνω είναι να περιορίσω τις κρατικές δαπάνες».

Αν εκλεγεί ο Μπάρακ Ομπάμα, δε θα κυριαρχεί η ίδια πεισματική αντίθεση στις κρατικές δαπάνες. Ο πρόεδρος όμως θα έχει να αντιμετωπίσει ένα χορό από τροφίμους του συστήματος που θα τον συμβουλεύουν να είναι «λιτός» και θα του λένε πως δεν είναι δυνατό να φθάσει του χρόνου το έλλειμμα στα επίπεδα όπου θα χρειαστεί να φθάσει για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κατάσταση.

Θα πρέπει να αγνοήσει τις οιμωγές αυτού του χορού. Ευθύνη του είναι να δώσει στην οικονομία την τόνωση που εκείνη χρειάζεται. Δεν είναι ώρα να ανησυχούμε για τα ελλείμματα.

---------------------------------------------------------------

* Ο Paul Krugman είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του «Πρίνστον» και επιφυλλιδογράφος στους «Νιου Γιορκ τάιμς». To 2008 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ οικονομικών

Θέμα επικαιρότητας:
Χρηματοπιστωτική κρίση

Σύνολο: 95 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι