Τεχνικές και πολιτικές δυσκολίες των εκλογών στις ΗΠΑ

Jean-Marie Colombani, Το Βήμα της Κυριακής, 19/10/2008

Λίγος καιρός μόνο απέμεινε ως τις 4 Νοεμβρίου, όταν οι αμερικανοί ψηφοφόροι θα εκλέξουν τον διάδοχο του Τζορτζ Μπους. Η τελευταία τηλεμαχία που έφερε αντιμέτωπους τον Δημοκρατικό υποψήφιο Μπαράκ Ομπάμα με τον Ρεπουμπλικανό Τζον Μακ Κέιν δεν μας αποκάλυψε κάποιο άγνωστο ως τώρα στοιχείο για τους δύο αντιπάλους. Επιπλέον δεν επέφερε ούτε την ελάχιστη αλλαγή στον συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος παραμένει, για την ώρα, ευνοϊκός για τον γερουσιαστή Ομπάμα. Ωστόσο δεν μας επιτρέπει να προδικάσουμε ότι το παιχνίδι είναι κερδισμένο για τον Δημοκρατικό υποψήφιο καθώς ο Μακ Κέιν επέδειξε μια μαχητικότητα και μια επιθετικότητα που καταδεικνύουν ότι υπάρχουν ακόμη - στενά έστω - περιθώρια νίκης για εκείνον.

Τα περιθώρια αυτά μπορεί ίσως να αναζητηθούν στον βαθμό κινητοποίησης μιας μερίδας του εκλογικού σώματος που συνήθως κινητοποιείται ελάχιστα. Και του οποίου «δυσκολεύουμε τη ζωή» τόσο κατά την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους όσο και κατά την ώρα της ψηφοφορίας. Θυμόμαστε ότι αυτές οι δυσκολίες, τις οποίες διαχειρίστηκε στη Φλόριδα ο αδελφός του Τζορτζ Μπους, Τζεμπ, δεν επέτρεψαν στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο να έρθει πρώτος σε ψήφους σε εθνικό επίπεδο έναντι του Αλ Γκορ. Θα πρέπει όμως να κοιτάξουμε με περισσότερη προσοχή την κατάσταση, πέρα από τις δημοσκοπήσεις που διεξάγονται σε εθνικό επίπεδο και δεν είναι ενδεικτικές του τι μπορεί να συμβεί σε κάθε Πολιτεία ξεχωριστά. Ιδιαιτέρως δε τις λεγόμενες «αμφιταλαντευόμενες Πολιτείες» (swing States), τις πέντε ή έξι Πολιτείες που είναι πιθανόν να περάσουν στην επιρροή του ενός ή του άλλου κόμματος, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Φλόριδα. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στοχεύει στο να μην αλλάξουν καθόλου οι εκλογικές λίστες στις Πολιτείες όπου εμφανίζεται να έχει προβάδισμα. Από την άλλη πλευρά, οι Δημοκρατικοί επιστρατεύουν όλες τις δυνάμεις τους στην κινητοποίηση των νεότερων ψηφοφόρων. Αν πάρουμε για παράδειγμα το Οχάιο, μία από τις Πολιτείες-κλειδιά, στο μεγάλων διαστάσεων, τετρασέλιδο, ψηφοδέλτιο (κάτι αδιανόητο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) συμπεριλαμβάνονται εκτός από τους υποψηφίους άλλων οργάνων - όπως οι εκλέκτορες του τοπικού κοινοβουλίου, οι δικαστικοί για όλους τους βαθμούς της Δικαιοσύνης ή ο τοπικός σερίφης κάθε Πολιτείας - και τοπικά ζητήματα για τα οποία καλούνται να αποφασίσουν σχετικά οι ψηφοφόροι μέσω δημοψηφίσματος που διοργανώνεται σε επίπεδο Πολιτείας. Για να αποφασίσει λοιπόν ο κάθε πολίτης με νηφαλιότητα απαιτούνται τουλάχιστον 20 λεπτά. Οπως λέγεται, είναι πολύ εύκολο να ακυρωθεί ένα τετρασέλιδο ψηφοδέλτιο που είτε θα έχει συμπληρωθεί λανθασμένα είτε θα έχει σβησίματα. Και αυτό γιατί είτε διότι οι άνθρωποι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου αντιμετωπίζουν αντικειμενικά δυσκολίες είτε γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα ευμεγέθη ψηφοδέλτια να ακυρωθούν από τα μηχανήματα ανάγνωσης. Εν ολίγοις, υπάρχει για τεχνικούς λόγους ένα πεδίο αβεβαιότητας που είναι δύσκολο να υπολογίσουμε πόσο θα βαρύνει στο τελικό αποτέλεσμα.

Σε πολιτικό επίπεδο, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το εκλογικό σώμα έχει πλέον στη διάθεσή του δύο επιλογές με διακριτές διαφορές μεταξύ τους. Από την πλευρά του Μακ Κέιν έχουμε την επιβεβαίωση των κλασικών - συντηρητικών - αντιλήψεων: λιγότερο κράτος, λιγότεροι φόροι. Ο Ομπάμα, αντιθέτως, διακρίνεται για τη βούλησή του να αποκαταστήσει τον ρόλο του κράτους. Δεσμεύεται να μειώσει τη φορολογία για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με εισοδήματα χαμηλότερα από 185.000 ευρώ ετησίως και να την αυξήσει για όλους όσοι ξεπερνούν αυτό το όριο. Ο Μακ Κέιν επιμένει στην υπόσχεσή του - κατά το δόγμα Μπους - για τη μη επιβολή νέων φόρων. Είναι ωστόσο γνωστό ότι το εκρηκτικό αμερικανικό έλλειμμα θα καταστήσει κάποια μέρα υποχρεωτική την επιβολή τους. Αυτό που γνωρίζουμε κυρίως είναι ότι προκειμένου να εξέλθει η Αμερική από την κρίση το 1929 ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ εφήρμοσε ένα μεγαλειώδες πρόγραμμα κοινωνικών και διαρθρωτικών αλλαγών το οποίο έφερε τη φορολογία σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από αυτά που γνωρίζουμε σήμερα στην Ευρώπη. Χωρίς να φτάνει βέβαια σε αυτό το σημείο, ο Μπαράκ Ομπάμα ακολουθεί τη «συνταγή Ρούζβελτ». Τουλάχιστον έτσι εμφανίζεται ως σήμερα στο στάδιο της προεκλογικής εκστρατείας.

Το εκπληκτικό όμως είναι ότι μεσούσης της κρίσης, την ώρα που έχει ήδη προαναγγελθεί η ύφεση, αυτό που κυριάρχησε στις τηλεοπτικές μονομαχίες δεν ήταν το σχέδιο εξόδου από την κρίση που διέθετε κάθε υποψήφιος. Αντιθέτως, ο συντονιστής των συζητήσεων υπέβαλε τα κλασικά ερωτήματα - για την εκπαίδευση, την υγεία και τη στέγαση -, όπως συμβαίνει συνήθως, ενώ η πολεμική του Μακ Κέιν επικεντρώθηκε στις λεπτομέρειες από τη ζωή του Ομπάμα (όπως οι υποτιθέμενες σχέσεις του με την άκρα Αριστερά), οι οποίες θεωρήθηκαν χρήσιμες για την πυροδότηση της αντιπαράθεσης.

Από αυτή την άποψη, ο Ομπάμα βρέθηκε μάλλον αμυνόμενος. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε την ψυχραιμία του κρίνοντας ότι μπορεί κάποιος να διαφωνεί, χωρίς όμως να γίνεται επιθετικός. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη ματιά της «Ουάσιγκτον Ποστ», ο Μακ Κέιν ήταν αυτός που έπαιξε τον ρόλο του «θυμωμένου λευκού».

Ολα αυτά επέτρεψαν στον Ομπάμα να αποκτήσει προβάδισμα. «Εχουμε μπροστά μας δύσκολο δρόμο να βαδίσουμε» δήλωσε. Πράγματι. Αυτό που απασχολεί όμως περισσότερο είναι: Ποιες είναι οι προτεινόμενες λύσεις; Ποια θα είναι η έκτασή τους και, κυρίως, ποιος είναι ο χρονικός ορίζοντας όπου προβλέπεται να αποδώσουν;

* Ο κ. Ζαν-Μαρί Κολομπανί είναι ένας από τους εγκυρότερους ευρωπαίους δημοσιογράφους, πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Le Monde». Το τακτικό, ανά Κυριακή, άρθρο του είναι γραμμένο αποκλειστικά για «Το Βήμα».

Θέμα επικαιρότητας:
Αμερικανικές εκλογές

Σύνολο: 24 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι