Αποχαιρετισμός στην γκρίνια

Γιώργος Μπράμος, Ελευθεροτυπία, 04/11/2008

Θαύμαζα, μέχρι πρόσφατα, τους ανθρώπους που γκρίνιαζαν, τις σκοτεινές ψυχές που ενοχλούνταν με το παραμικρό, που δεν τα θεωρούσαν όλα δεδομένα, που δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να παραβλέπουν ή να προσπερνάνε τις ανορθογραφίες της καθημερινότητας. Ηταν το άλας στην εποχή του μεγάλου ύπνου και της μεγαλύτερης ανοχής.

Παλαιότερα, είχαν άλλη δύναμη και διαφορετική εκδοχή. Ηταν οι άνθρωποι που αντιστέκονταν σε κατακτητές και δικτάτορες, οι εξεγερμένοι για το μεροκάματο και το οκτάωρο, οι κολασμένοι που διεκδικούσαν μια θέση στον ήλιο και στη ζωή. Από τον Σπάρτακο ώς τους «ξεβράκωτους» του Παρισιού, από τους ναύτες της Πετρούπολης ώς τους φοιτητές του Μάη, από τους εργάτες του Μονάχου ώς τους αγρότες του Κιλελέρ -όλα ήταν μια πάλη κατά της σταθερότητας και της ακινησίας, του αυτονόητου και της συνήθειας. Αυτοί, χωρίς αμφιβολία, μας έφεραν ώς εδώ, μας απέδειξαν ότι η ζωή μπορεί να μην έχει δουλεμπόριο, κυνηγητά μάγισσας, δουλειά ανατολή με δύση του ήλιου, καμένους Εβραίους, γυναίκες-σκεύη και ταπεινωμένους ομοφυλόφιλους.

Είναι, λοιπόν, οι σημερινοί γκρινιάρηδες επίγονοί τους; Φτάνει η προσωπική, χαμηλόφωνη, άβολη και αναποτελεσματική διαμαρτυρία για να συνεχιστεί ο βηματισμός του κόσμου; Αν ναι, ποιες είναι οι σημερινές κατακτήσεις, πού και πώς χαράσσεται το ίχνος της προόδου; Κι αν όχι, προς τι ο παραπάνω θαυμασμός;

Ούτε ναι ούτε όχι. Ακούγαμε όλα αυτά τα χρόνια, από την πτώση του τείχους, πως η ανθρωπότητα μπήκε σε μια νέα περίοδο, η ιστορία ανήκει, όχι μόνο στους δυνατούς και τους νικητές, αλλά τώρα πια το πάνω χέρι έχουν οι προσαρμοστικοί -ή μήπως αυτοί το είχαν πάντα; Είναι εκείνοι που άλλοτε δεν είδαν και δεν άκουσαν για τα κρεματόρια, που ακολούθησαν το κύμα κι έφτιαξαν το μικρό τους σπίτι και μεγάλωσαν τα παιδιά τους με γνώμονα την υπακοή και τη σιωπή. Ολα ήταν δεδομένα και η δουλειά, η άδεια, το αμάξι, η τρυφηλή ζωή, αποτελούσαν παραχωρήσεις και μεγαλοψυχίες του Μεγαλοδύναμου Θεού και των επίγειων εκπροσώπων του.

Ισως οι γκρινιάρηδες να μην πήγαν ένα βήμα μπροστά, να στάθηκαν ανήμποροι και αδύναμοι να γυρίσουν ανάποδα τον κόσμο, μπορεί να μην είναι παιδιά των γενναίων και των εξεγερμένων, αλλά εκφυλισμένη εκδοχή τους. Εκείνοι μεταμόρφωσαν την απελπισία σε εξέγερση κι αυτοί την υποβιβάζουν σε γκρίνια και, στην καλύτερη περίπτωση, σε νοσταλγία. Συντήρησαν όμως, έστω κι αν κάτι τέτοιο μοιάζει μικρό, μια σπίθα από την ιστορία των ανθρώπων. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το σημερινό κρίσιμο μέγεθος. Η αίσθηση πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει κι όλα κινούνται, όπως στο κουκλοθέατρο, από αόρατα χέρια, δίνει ένα αίσθημα ματαιότητας και παραίτησης. Οι γκρινιάρηδες υπενθύμιζαν πως το τέλμα και η απραξία καταπίνουν κάποτε τους ακινητοποιημένους.

Ερχεται όμως κάποτε το πλήρωμα του χρόνου. Οι σταθερές αποσυντονίζονται, ο Μπους τρέχει να διασώσει τις μεγάλες τράπεζες και ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κατ’ ανάγκην συγκοινωνούντα δοχεία, γείτονες που κλέβει ο ένας από την αυλή του άλλου. Μπορούν να αναπτύσσονται συμπληρωματικά, αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να στηρίζεται στην εκτόξευση έξι προτάσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε να περιμένουμε τα προκαθορισμένα -μηδενικά- αποτελέσματα. Και από την άλλη πλευρά, δεν σημαίνει τίποτα η επίκληση συνεργασίας, αν δεν διαμορφώνεται η θεματολογία της.

Η Ελλάδα έχει ακόμα μια κεντροαριστερή πλειοψηφία, μοναδική σε όλη την Ευρώπη, εκτός ίσως από τη Σκανδιναβία. Με τους ηγεμονισμούς του ΠΑΣΟΚ και τους δογματισμούς της κομμουνιστικής ή κομμουνιστικογενούς Αριστεράς, η κεντροαριστερή πλειοψηφία αντιμετωπίζεται σαν, περίπου, μίασμα.

Δεν πειράζει, όμως: Εχουμε χρόνια μπροστά μας, φτάνει να μη λερωθούμε. Ο αυστηρός και άτεγκτος Καραμανλής κρατάει δυνατά τις τύχες του έθνους στα χέρια του. Η χώρα ζει την ευτυχέστερη περίοδό της. Η Αριστερά έχει ένα παλιό δόγμα, από την εποχή του Ζαχαριάδη. Καλύτερα «αριστερά» λάθη, παρά «δεξιές» παρεκκλίσεις.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι