Βαθαίνει η ύφεση, αφοπλισμένη η Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 07/12/2008

Απρόθυμες για μια γενναία δημοσιονομική τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένουν οι κυβερνήσεις της Ένωσης. Το πρόγραμμα ανάκαμψης της Επιτροπής εγκρίθηκε μεν στο Ecofin, αλλά χλιαρά, χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντίθετα, στη βάση νέων χειρότερων προβλέψεων, έριξε δραστικά το επιτόκιο του ευρώ στο 2,5%. Σοβαρή επιδείνωση και στην Ελλάδα δεν αποκλείει πλέον ο Γιώργος Αλογοσκούφης, δηλώνοντας αδυναμία να παρέμβει λόγω του χρέους.

Μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη φορά στα δέκα χρόνια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν η μείωση κατά 0,75% του επιτοκίου του ευρώ που ανακοινώθηκε την Πέμπτη. Τη νέα μείωση, ύστερα από δύο προηγούμενες κατά μισή μονάδα τη φορά μέσα στο τελευταίο δίμηνο, αποφάσισαν οι κεντρικοί τραπεζίτες έχοντας μπροστά τους τις πολύ επιδεινωμένες προβλέψεις που κατάρτισε το επιτελείο της ΕΚΤ για το 2009: Ενώ το Σεπτέμβριο ακόμα έδινε ένα φάσμα αύξησης του ΑΕΠ μεταξύ 0,6 και 1,8%, τώρα βλέπει μείωση 1% έως μηδενική μεταβολή. Για τον πληθωρισμό εξάλλου, που το Νοέμβριο ήδη έπεσε στο 2,1% στην Ευρωζώνη, κατέβασε την πρόβλεψή του από 2,3-2,9% σε 1,1-1,7%, χαμηλότερα από το στόχο της σταθερότητας των τιμών που επιδιώκει η Τράπεζα (κοντά στο 2%). Δεν κάνει λόγο για κίνδυνο αποπληθωρισμού, σημειώνει όμως ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων περιορίζονται, ενώ η αύξηση των μισθών, που ήταν σημαντική φέτος, θα υποχωρήσει, εφόσον αναμένεται μεγάλη άνοδος της ανεργίας. Μιλώντας για εξαιρετική αβεβαιότητα, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ προειδοποίησε ότι οι κίνδυνοι είναι προς τα κάτω (ότι δηλαδή η ύφεση ενδέχεται να γίνει βαθύτερη από όσο δείχνουν οι προβλέψεις). Έχουμε μπροστά μας μερικά τρίμηνα ασθενικής παγκόσμιας οικονομίας και χαμηλής ζήτησης, είπε.

«Ιστορική» χαρακτήρισαν την κίνηση της ΕΚΤ στους τίτλους τους πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες, λαμβάνοντας υπόψη τις πάντοτε συγκρατημένες αντιδράσεις της έως τώρα. Αλλά ακόμα πιο «ιστορική», μάλιστα δραματική, πρέπει να θεωρηθεί η μείωση του επιτοκίου της Τράπεζας της Αγγλίας την ίδια μέρα κατά άλλη μία μονάδα στο 2%, επίπεδο που στους τρεις αιώνες ζωής της ξαναόρισε μόνο στις συνθήκες του πολέμου (μεταξύ 1939 και 1951), για πρώτη φορά χαμηλότερα από το επιτόκιο του ευρώ. Ενώ στη Βρετανία ο πληθωρισμός έτρεχε ακόμα με 4,5%, κατά την Τράπεζα υφίσταται ο κίνδυνος μεσοπρόθεσμα να πέσει κάτω από το στόχο του 2%. Σε δραστικές μειώσεις επιτοκίων προχώρησαν ταυτόχρονα μια σειρά μικρότερες κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών της Σουηδίας κατά 1,75% στο 2% επίσης.

Απαισιοδοξία ενόψει της συνόδου κορυφής της Ε.Ε.

Δύο είναι τα μακροοικονομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση των υφέσεων: η νομισματική πολιτική (χαμηλά επιτόκια για φθηνότερο χρήμα και πιο εύκολο δανεισμό), και η δημοσιονομική (δαπάνες και μειώσεις φόρων ώστε να τονωθεί παραγωγή και ζήτηση). Αλλά ενώ στην Ευρώπη η Κεντρική Τράπεζα αξιοποιεί το οπλοστάσιό της (αν ο κ. Τρισέ απέφυγε την Πέμπτη να προϊδεάσει για επόμενες κινήσεις, ο Βρετανός συνάδελφός του Μέρβιν Κινγκ τις υπαινίχθηκε, εκτιμώντας «μη πιθανό να αποκατασταθεί ομαλός όγκος δανεισμού χωρίς περαιτέρω μέτρα»), δεν κάνουν το ίδιο οι κυβερνήσεις με τους προϋπολογισμούς τους, και πάντως όχι ενιαία και στην έκταση που απαιτείται.

Την ερχόμενη Πέμπτη και Παρασκευή, 11 και 12 Δεκεμβρίου, οι ηγέτες των 27 θα πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις τους. Και δεν ήσαν διόλου ενθαρρυντικά τα Συμβούλια του Ecofin και της Ευρωομάδας της περασμένης εβδομάδας. Οι υπουργοί Οικονομίας περιορίστηκαν να εγκρίνουν «επί της αρχής» τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάκαμψη της οικονομίας. Αρνήθηκαν να υιοθετήσουν από κοινού συγκεκριμένα μέτρα από τον κατάλογο που εισηγήθηκε η Επιτροπή, με τους υπουργούς της Ευρωζώνης ιδίως να απορρίπτουν κάθε ιδέα μείωσης του ΦΠΑ. Ούτε διερεύνησαν άλλες κοινές πρωτοβουλίες. Τα άφησαν όλα στην ευχέρεια κάθε κυβέρνησης χωριστά, ανάλογα με τις συνθήκες στη χώρα της. Αδιευκρίνιστο έμεινε έτσι το ύψος της δημοσιονομικής επέκτασης, το οποίο κινδυνεύει να προκύψει τελικά πολύ χαμηλότερο από τα 200 δις ευρώ, ή 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ που πρότεινε η Επιτροπή. Μόνο για το μικρό κομμάτι των ευρωπαϊκών πόρων (30 δις) από επίσπευση κονδυλίων των διαρθρωτικών ταμείων και από αύξηση δανείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δεν εκφράστηκαν αντιρρήσεις. Ενώ η γαλλική προεδρία και η Βρετανία πιέζουν για αποφασιστικές κοινές δημοσιονομικές παρεμβάσεις, «σημασία έχει η κατεύθυνση, όχι τα ακριβή ποσά» υποστήριζε ο πρόεδρος της Ευρωομάδας Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ.

Στο μεταξύ ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σακοζί ανέλυσε την Πέμπτη το δικό του πρόγραμμα ύψους 26 δις ευρώ (1,3% του ΑΕΠ): στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των επενδύσεων του δημόσιου τομέα (10,5 δις) και σε επιστροφές και μειώσεις φόρων για τις επιχειρήσεις (11,5 δις), προβλέπει ένα έκτακτο επίδομα 200 ευρώ για 3,8 εκατομμύρια φτωχούς (760 εκατομμύρια) και κάποια μέτρα για την κοινωνική κατοικία και τους ανέργους, και αναμένεται να ανεβάσει το δημόσιο έλλειμμα στο 3,9% του ΑΕΠ. Τα μέτρα επικρίθηκαν πάντως ως ανεπαρκή από τη νέα ηγέτιδα των σοσιαλιστών Μαρτίν Ομπρί, ως λανθασμένης κατεύθυνσης από το Γαλλικό ΚΚ που ζητάει αυξήσεις μισθών.

Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Άλιστερ Ντάρλινγκ είχε ήδη παρουσιάσει έναν προϋπολογισμό με δημοσιονομική επέκταση 1% του ΑΕΠ (προσωρινή μείωση ΦΠΑ κατά 2,5 μονάδες, αύξηση επενδύσεων και κοινωνικών δαπανών για τη στήριξη των χαμηλότερων εισοδημάτων) που θα ανεβάσει, μαζί με τις επιπτώσεις της ύφεσης, το δημόσιο έλλειμμα το 2009 στο 8% του ΑΕΠ.

Προχθές το γερμανικό κοινοβούλιο ενέκρινε το πρόγραμμα της κυβέρνησης Μέρκελ ύψους 12 δις, λιγότερο από το μισό του γαλλικού. Αλλά οι οικονομικοί αναλυτές της Deutsche Bank προβλέπουν σε έκθεσή τους ότι το γερμανικό ΑΕΠ θα μειωθεί στην καλύτερη περίπτωση κατά 1% το 2009, ενώ δίνουν πιθανότητα 30% να μειωθεί κατά 4%, και ζητούν από την κυβέρνηση να πάρει πολύ πιο δραστικά μέτρα.

Εξαιρετικά κρίσιμη παραμένει άλλωστε η κατάσταση στον τραπεζικό τομέα, με τα λιγότερα από τα εθνικά πακέτα των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων να έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής, καθώς ανακύπτουν προβλήματα με τους κανόνες ανταγωνισμού που εποπτεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο κ. Τρισέ έδωσε την Πέμπτη πολύ μεγάλη σημασία στην εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων το ενωρίτερο δυνατό.

Χειροτερεύουν ραγδαία οι όροι δανεισμού της Ελλάδας

Η Ελλάδα δεν προτίθεται να κάνει χρήση μιας δημοσιονομικής επέκτασης κατά 1,2% του ΑΕΠ της, στο γενικό πλαίσιο της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επειδή δεν έχει τα δημοσιονομικά περιθώρια, έκανε σαφές ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης μετά τη σύνοδο του Ecofin και της Ευρωομάδας. Δεν απέκλεισε άλλωστε το ενδεχόμενο η χώρα να ξαναβρεθεί στο καθεστώς επιτήρησης, υπογραμμίζοντας ότι αυτό δεν θα επέβαλλε άμεση επαναφορά του δημοσίου ελλείμματος κάτω από το επιτρεπόμενο όριο του 3%, εφόσον στις πολύ δυσμενείς συνθήκες της γενικευμένης ύφεσης η εφαρμογή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας αναστέλλεται. Από την άλλη πλευρά υποστήριξε για το 2009 ότι οι αυξήσεις μισθών που έχουν ήδη συμφωνηθεί στις συλλογικές συμβάσεις θα στηρίξουν τη ζήτηση, καθώς ο πληθωρισμός υποχωρεί (στο 2,9% το Νοέμβριο θα ανακοινωθεί αύριο), ενώ εξέφρασε αισιοδοξία και για την πορεία των επενδύσεων (500 εκατομμύρια από τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, είπε). Με ικανοποίηση αναφέρθηκε τέλος στο γεγονός ότι το ελληνικό πρόγραμμα για τη στήριξη των τραπεζών ήταν ένα από τα τρία μόνο που έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής από την Επιτροπή, προσδοκώντας από την εφαρμογή του πιο άνετη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Αλλά αν για τους παραπάνω λόγους, στο βαθμό που ισχύουν, εδώ δεν επίκειται μια άμεση συρρίκνωση της οικονομίας όπως σε άλλες χώρες, αυτό δεν αναιρεί την προοπτική αύξησης της ανεργίας. Επιπλέον σοβαρός είναι ο κίνδυνος μεγάλης επιδείνωσης των όρων δανεισμού. Όπως ανακοινώθηκε προχθές από την Τράπεζα της Ελλάδος, η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού κρατικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό αυξήθηκε το Νοέμβριο σε 150 μονάδες βάσης από 103 τον Οκτώβριο, ενώ ήδη αγγίζει τις 170. Ανησυχητικά σχετικά δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου, των Financial Times ιδίως, απέκρουσε ο κ. Αλογοσκούφης ως «δυσφημιστικά», επικαλούμενος το σχετικά χαμηλότερο ιδιωτικό χρέος στη χώρα μας. Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε όμως αναφέρονται στο 2007 (δημόσιο χρέος 94,8% του ΑΕΠ, ιδιωτικό 79% του ΑΕΠ, Ευρωζώνη 66,3% και 103,3% αντίστοιχα), ενώ παρέλειψε κατά τη συνήθειά του να αναφερθεί στο εκρηκτικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, το υψηλότερο του ΟΟΣΑ (σχεδόν 15% του ΑΕΠ) που αυξάνει ραγδαία το εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, της χώρας.

Θέμα επικαιρότητας:
Χρηματοπιστωτική κρίση

Σύνολο: 95 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι