Συναίνεση;

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ελευθεροτυπία, 27/12/2008

Εν μέσω μιας πρωτοφανούς κοινωνικής έκρηξης, κυριολεκτικά μέσα στον αιφνίδιο χειμωνιάτικο ελληνικό Μάη που ανέδειξε με δραματικό, δυναμικό και βίαιο τρόπο ένα γενεακό ρήγμα που σοβεί στην ελληνική κοινωνία, επανέκαμψαν, εν ονόματι της οικονομίας, και τα συναινετικά σενάρια. Η κανονικότητα ξεπρόβαλε και αυτή εξίσου αιφνιδιαστικά, στη μιντιακή μας γειτονιά, μέσα από τη ρωγμή. Επαναφορά στην τάξη. Εστω και χωρίς μαθητές.

Στη νομιμοποιημένη οργή των μαθητικών κινητοποιήσεων και στην αδιαμεσολάβητη βία ενός συχνά ιδεολογικοποιημένου, από τους χαρούμενους ερμηνευτές του, «πλήθους», ένα μέρος των πολιτικών ελίτ βρήκε την ώρα: μπροστά στη δημόσια έκκριση των συναισθημάτων, ξαναζεσταίνει την κουλτουρόσουπα και τις πρακτικές ενός νυσταλέου κεντρισμού, ξαναπλασάρει τον κινδυνολογικό ρεαλισμό ενός «ακραίου», υπερβατικού κέντρου, αυτού που εν πολλοίς παράγει απανωτές κρίσεις νομιμοποίησης ενός μπλοκαρισμένου κοινωνικοπολιτικού «συστήματος».

Συναίνεση, λοιπόν. Αναγκαστική και στην κορυφή. Συνοδευόμενη από καθέδρας κοινωνικό φρονηματισμό, επιβλητική επιβεβαίωση του τέλους των εναλλακτικών λύσεων, τον θρίαμβο των εκφοβιστικών καταναγκασμών και των τεχνοκρατικών μονοδρόμων. Δηλαδή, ακόμη μεγαλύτερο κλείσιμο στον εαυτό του ενός ήδη κλειστού πολιτικού συστήματος. Ακόμα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση και αποξένωση των ελίτ από την κοινωνία, διάμεσου ενός αμιγούς και κοινωνικά προσδιορισμένου, μονολογικού, οικονομοκεντρικού, καθορισμού της πραγματικότητας. Πάνω από όλα: αδυναμία ενσωμάτωσης, διαλεκτικής οικείωσης κοινωνικών αιτημάτων, αγωνιστικού κατευνασμού συλλογικών φόβων, όπως αυτοί που παρελαύνουν αυτές τις μέρες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα άλλα αστικά κέντρα.

Καμιά επικοινωνία με ό,τι συμβαίνει από κάτω. Φαινομενική αδιαφορία, ακόμα και σνομπισμός, και στην πράξη έκδηλη θέληση μετατόπισης της ατζέντας στη συναινετική αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων, στην «οικονομία». Κανείς, ωστόσο, μέσα από αυτή την ελίτ, που διαρκώς ομνύει στην «ευθύνη», δεν αναρωτιέται, πέρα από το επείγον των οικονομικών προβλημάτων, αν η προτεινόμενη συναίνεση ευθύνεται, στο ποσοστό που της αναλογεί, για τη χαρά ή το άγος (ανάλογα με το πώς βλέπει κάποιος τα πράγματα) των ημερών. Κανείς δεν αναρωτιέται αν η συναίνεση που προτείνεται είναι παθητική υποταγή, που μπορεί να παράγει αταξία, να διασαλεύσει την κοινωνική «συνοχή» και τελικά να «δικαιώσει», ενισχύοντας την αρνητική αναμάγευση μιας αδιαφοροποίητης, λαϊκιστικής «αντίστασης».

Και αν ο από τα κάτω εκθειασμός μιας μαγικής αντίστασης είναι ό,τι απέμεινε από την απώθηση των πραγματικών συγκρούσεων, την ακύρωση των πολιτικών διαιρέσεων, για τα οποία ευθύνεται και η συναίνεση; Στην από τα κάτω αναζήτηση νοήματος, η απάντηση των από πάνω είναι ότι δεν υπάρχει άλλο, εκτός από το αγοραίο και αυτοδιαψευδόμενο νόημα των ανταλλαγών, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας, ενίοτε γαρνιρισμένο με αξιολόγηση, αποκέντρωση, συμμετοχή και λογοδοσία.

Μαζί με τις πολύσημες κινητοποιήσεις των ημερών, η επάνοδος στην κεντρώα εξομάλυνση είναι το δείγμα της αποτυχίας των ελίτ. Στην πραγματικότητα, αυτή η αποτυχία εικονίζει έναν ενδόμυχο φόβο των μαζών, ακόμα και όταν οι τελευταίες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία μακριά από κάθε θρυλούμενη επαναστατική προοπτική, εκφράζουν μια συστημική αντισυστημικότητα. Ηλικιακές κατηγορίες και κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται στην καρδιά του οικονομικοκοινωνικού συστήματος διαβλέπουν τη βάσιμη εξέλιξη της απόταξής τους και ριζοσπαστικοποιούνται σχεδόν προς κάθε κατεύθυνση χωρίς στην ουσία να αμφισβητούν αυτό το σύστημα. Στιγμές νεανικής οργής και κοινοτικής ταύτισης συνυπάρχουν με έναν αποχαλινωμένο εγωισμό, τη διασπορά ενός βίαιου ατομικισμού, με εξεγερσιακές κόγχες, που ενίοτε κλείνουν σε έναν βαθύ κομφορμισμό. Οι συναινέσεις όμως στην κορυφή, που δεν προκύπτουν από διαιρέσεις, βαθαίνουν, δεν επουλώνουν τις κρίσεις, πολύ περισσότερο δεν ανοίγουν την προοπτική μιας άλλης κοινωνίας.

* Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι