Μια «γεωπολιτική» προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής

Μια νέα εποχή για τις διεθνείς μας σχέσεις

Χρήστος Ροζάκης, Το Βήμα Ιδεών - Το Βήμα, 01/01/2009

Ας υπενθυμίσουμε, σε μονότονη επανάληψη και με μια παράφραση γνωστής ρήσης, ότι η εξωτερική πολιτική είναι η συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής, με άλλα μέσα. Σε πιο αναλυτικό ύφος, οι διεθνείς σχέσεις μιας χώρας έχουν, ή πρέπει να έχουν, ως γνώμονες την εξυπηρέτηση πραγματικών συμφερόντων ή δεδηλωμένων προσδοκιών της ανθρώπινης κοινωνίας, για χάρη της οποίας η πολιτική διαμορφώνεται. Η αντιστοιχία της εξωτερικής με την εσωτερική πολιτική είναι, κατά συνέπεια, άμεση: η οικονομική κοινωνική πολιτιστική (μεταξύ άλλων) πολιτική ενός κράτους πρέπει να συμπληρώνεται με την άσκηση μιας επιδέξιας εξωτερικής πολιτικής, η οποία να αντλεί από το διεθνές περιβάλλον μέσα για την πραγμάτωσή τους.

Φυσικά, στον πολύπλοκο κόσμο μας, αυτή η πολιτική δεν ασκείται πάντοτε μέσα από μια γυμνή αναζήτηση άμεσων ωφελειών και κυνική απόσπαση κερδών. Αντίθετα, οι διεθνείς συναλλαγές θα πρέπει να συνοδεύονται από συμπεριφορές αλληλεγγύης, και καμιά φορά αλτρουισμού, από προσφορές που βραχυπρόθεσμα μπορεί να μην αποδίδουν, αλλά αποτελούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Και πάλι οι χειριστές της πολιτικής θα πρέπει με οξυδέρκεια να διακρίνουν ποιες είναι οι καταλληλότερες επενδύσεις,

ανάλογα με τη μελλοντική αποδοτικότητά τους.

Στην αναζήτηση των διεθνών πηγών εξυπηρέτησης των εθνικών συμφερόντων στις οποίες ένα κράτος προσφεύγει- όντας έτοιμο να προσφέρει ορισμένες ανιδιοτελείς υπηρεσίες ανταποδοτικότητας- ο γεωγραφικός παράγοντας παραμένει μια κρίσιμη παράμετρος. Ακόμα και στις μέρες της καλπάζουσας παγκοσμιοποίησης, η γειτνίαση κι η περιφέρεια αποτελούν πραγματικότητες που για τις περισσότερες χώρες- κι εξαιρούμε τις μεγάλες δυνάμεις- αποτελούν τη βάση των διεθνών σχέσεών τους. Και τούτο γιατί τόσο η εγγύτητα όσο κι η πολιτικο-πολιτισμική ομοιότητα, που συνήθως συνοδεύουν αυτές τις έννοιες, είναι πολύτιμοι παράγοντες ανάπτυξης των διεθνών σχέσεων.

Μ ε τον όρο «γειτνίαση» δεν εννοούμε μια στατική γεωγραφική κατάσταση αλλά τη σχέση ενός κράτους με την άμεση

γειτονιά του. Μια θέση δυνάμει δισδιάστατη: «καλή γειτονία», από τη μια μεριά, δηλαδή ανάπτυξη ενός κλίματος χωρίς προστριβές και διαφορές, ή σε κάθε περίπτωση με άμεση, ειρηνική επίλυσή τους, όπως θα την ήθελε το διεθνές δίκαιο. Η σοφία αυτής της αρχής είναι αυτονόητη: η ύπαρξη καλών γειτονικών σχέσεων είναι προϋπόθεση για μια ανεμπόδιστη εξωτερική πολιτική. Αντίθετα, η ύπαρξη τοπικών διαφορών εγκλωβίζει την πολιτική στο άχαρο και αμυντικό έργο της αναζήτησης ευρύτερων στηριγμάτων για την επιτυχή επίλυση του τοπικού προβλήματος. Πολύτιμες δυνάμεις- διπλωματικές, στρατιωτικές κ.ά.- χάνονται έτσι, ενώ θυσιάζονται ευκαιρίες για ενεργητικότερη αξιοποίηση του διεθνούς περιβάλλοντος. Από την άλλη μεριά, μια περιοχή που κατ΄ εξοχήν είναι πεδίο ανάπτυξης πραγματικά προσοδοφόρων σχέσεων-λόγω της εγγύτητας- μεταβάλλεται σε απαγορευμένη ζώνη, ή, σε κάθε περίπτωση, μετριάζεται ο βαθμός χρηστικότητάς της.

Ε να κράτος δεν μπορεί, βέβαια, να ελέγξει πάντοτε από μόνο του τις εντάσεις που προκαλούν άλλοι κι ούτε να διαλέξει τους γείτονές του. Μπορεί, όμως, να προσπαθήσει να συμβάλει στην ειρηνική επίλυση των διαφορών, με πνεύμα συνδιαλλαγής και κατανόησης των αιτίων που τις

έχουν προκαλέσει και του βαθμού της ευθύνης που το ίδιο φέρει στην πρόκλησή τους. Παράλληλα, θα πρέπει να είναι έτοιμο για ορισμένους συμβιβασμούς στις απόλυτες αντιλήψεις του δικαίου και του ορθού, όπως εκείνο τις προσδιορίζει. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να σεβαστεί τον παράγοντα «χρόνο». Η άμετρη παράταση μιας διαφοράς μπορεί να έχει ως συνέπεια - πέρα από την εξασθένιση των δυνάμεων της χώρας- και μια ανεξέλεγκτη διεύρυνσή της σε θέματα που ως κάποιο σημείο δεν τη συνιστούσαν. Στον παράγοντα «χρόνο» εμπεριέχεται, επίσης, και η έννοια της «ευκαιρίας», η χρήση, δηλαδή, της κατάλληλης στιγμής μέσα στην οποία μπορεί, πιο εύκολα, να λυθεί μια διαφορά. Απώλεια ευκαιριών, στο πολύπλοκο πεδίο των διεθνών σχέσεων, μπορεί, τελικά, να οδηγήσει σε αδιέξοδα επιλύσεων.

Σ την περίπτωση της Ελλάδας, οι βασικές μεταπολιτευτικές αντιπαραθέσεις με τις γειτονικές χώρες αφορούν, βέβαια, τις σχέσεις μας με την Τουρκία και την πΓΔΜ. Θα έλεγα ότι πρέπει να πιστωθεί στην Ελλάδα η καίρια και διαχρονικά σταθερή επιλογή της να επιλύσει τα προβλήματά της με τις δύο χώρες με τρόπο ειρηνικό κι απόλυτα συμβατό με τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρώτη αυτή, από τις αρχικές στιγμές της κρίσης με την Τουρκία, επέλεξε τον δρόμο του Διεθνούς Δικαστηρίου, ενώ στο πρόσφατο γεγονός της προσφυγής της πΓΔΜ η ελληνική ετοιμότητα να μετάσχει αγόγγυστα στις διαδικασίες φανερώνει την εμπιστοσύνη μας σε αυτές. Δεν θα ήμουν το ίδιο επαινετικός για τη χρήση του χρόνου σε όλες τις διαστάσεις του. Ιδιαίτερα στα ελληνοτουρκικά, η παράταση έχει οδηγήσει όχι μόνο σε περιοδικές οξύνσεις, αλλά και σε διεύρυνση της ύλης των διαφορών (κλασικό δείγμα οι «γκρίζες ζώνες»), που δυσχεραίνει περαιτέρω την επίλυση. Ταυτόχρονα, πολιτικές αδράνειες, για πολλά χρόνια, και ματαίωση διαδικασιών επίλυσης που παρουσίαζαν θετικές προοπτικές (όπως η διαδικασία του Ελσίνκι) έχουν οδηγήσει σε απώλειες ευκαιριών, δυσαναπλήρωτων, κάτω από διαφορετικές διεθνείς συνθήκες. Η ίδια επισήμανση αφορά και τη διαφορά μας για το όνομα της πΓΔΜ, όπου πιθανές ευκαιρίες συμβιβασμού, στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, απορρίφθηκαν μέσα από την απολυτότητα των τότε αιτημάτων μας. Στην εξωτερική πολιτική τέτοιες ευκαιρίες συνήθως δεν επανεμφανίζονται.

Oι γεωπολιτικές διαστάσεις της εξωτερικής πολιτικής δεν εξαντλούνται, όμως, στην άμεση γειτνίαση. Περιλαμβάνουν και την περιφέρεια. Ο κόσμος μας σήμερα είναι ακόμα περιφερειακά οργανωμένος κι οι παράγοντες «περιφερειοποίησης»,

αν και εκκινούν από γεωγραφικά δεδομένα, συνήθως επεκτείνονται σε άλλες κατηγορίες συσπείρωσης, όπως είναι κοινά ιδεολογικά, πολιτικά, πολιτιστικά χαρακτηριστικά, κοινότητα στόχων κι επιδιώξεων κ.ο.κ.

Για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα η περιφέρειά της είναι η Ευρώπη κι ο βασικός θεσμός της η Ευρωπαϊκή Ενωση. Η τελευταία δεν είναι ένας κοινός διακυβερνητικός Οργανισμός. Είναι ένας Οργανισμός ολοκλήρωσης με υπερεθνικά χαρακτηριστικά και με απώτατο ορίζοντα την πολιτική ένωση. Κατά συνέπεια η συμμετοχή σε αυτόν ενέχει υποχρεώσεις- πέρα από τα αναμφισβήτητα δικαιώματαπου πρέπει να εξυπηρετούν δυναμικά τις ιδιαιτερότητες της υπερεθνικότητας και της ολοκλήρωσης.

Η Ελλάδα συνέλαβε, με πολλή καθυστέρηση, αυτές τις ιδιαιτερότητες και πάλι, έξω από τη χρονική υστέρηση, δεν τις έχει ποτέ εξυπηρετήσει πλήρως. Για τις περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις η θεσμική Ευρώπη δεν ήταν παρά μια πηγή άντλησης αγαθών, κυρίως οικονομικών κι ασφάλειας. Το αντίδωρο απέναντι σε αυτές τις εγγυήσεις υπήρξε μηδαμινό. Η ελληνική συμμετοχή στην οικοδόμηση της Ευρώπης, μέσα από έναν πιστό μετασχηματισμό των ελληνικών θεσμών και δομών στις ευρωπαϊκές επιταγές, αλλά καιμέσα από μια θετική, δυναμική παρέμβαση- με ρόλο πρωταγωνιστικό- στη διαδικασία ολοκλήρωσης, έχει αρνητικό πρόσημο. Η Ελλάδα δεν αποτελεί έναν από τους καλούς μαθητές της Ενωσης στον χώρο της προσαρμογής- απαραίτητου στοιχείου ολοκλήρωσης- και δεν έχει διακριθεί, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, για μια εποικοδομητική συμβολή στην προώθηση ιδεών και θέσεων για την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης. Αντίθετα είχε στο παρελθόν πολλές φορές προκαλέσει προσκόμματα σε αυτήν, στη βάση ενός στενά εννοούμενου εθνικού συμφέροντος. Ενώ σε στιγμές θεσμικής κρίσηςόπως η σημερινή- δεν έχει στρατευθεί σθεναρά για το ξεπέρασμά της.

Η γειτονιά και η περιφέρεια, ως κεντρικοί άξονες πολιτικής, δεν είναι, βέβαια, απαγορευτικές για την ανάπτυξη ευρύτερων «εξωσυστημικών» σχέσεων. Καμιά χώρα, εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοήσει την ύπαρξη δυνάμεων, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, ή, ακόμα, οι ανερχόμενες χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Είναι ευκταίο, όμως, η ανάπτυξη τέτοιων σχέσεων να περνάει μέσα από το φίλτρο της «περιφερειακότητας». Ιδιαίτερα για μεγάλες πολιτικές επιλογές, οι θέσεις της Ενωσης, όπου υπάρχουν, αποτελούν έναν γνώμονα, βάσει του οποίου εξειδικεύονται οι επί μέρους εθνικές στάσεις.

Εξάλλου, κάθε χώρα που μετέχει σε αυτήν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τη διαμόρφωση μιας πολιτικής ή, σε κάθε περίπτωση, να εκδηλώσει τις αντιρρήσεις σε μια κοινή απόφαση.

Και για να καταλήξουμε: είναι αλήθεια ότι κάθε πολιτική που αναπτύσσεται στα πλαίσια μιας κρατικά οργανωμένης κοινωνίας αντανακλά την ιδιοσυγκρασία της, τον δυναμισμό της (ή τις αδυναμίες της), τις δυνατότητές της και τις επιδιώξεις της. Ενας απόλυτος πολιτικός βολονταρισμός είναι καταδικασμένος, συνεπώς, σε απόρριψη από μια κοινωνία που δεν τον αποδέχεται. Αλλά από τον απόλυτο «δυναμικό» βολονταρισμό, στο σημείο εκείνο όπου οι διεθνείς σχέσεις προσδιορίζονται από παθητικές, φοβικές και συντηρητικές αντιλήψεις, ικανοποιώντας έτσι τις πιο αδρανείς κοινωνικές δοξασίες, υπάρχει μια απόσταση. Και, δυστυχώς, η μεταπολιτευτική εξωτερική πολιτική φέρνει συχνά τα χαρακτηριστικά μιας παθητικότητας και μιας αμυντικής νοοτροπίας, που στα πλαίσια της γειτνίασης και της περιφέρειας δεν έχουν επιτρέψει μια ζωντανή ελληνική παρουσία. Με τις σημαντικές, φυσικά, εξαιρέσεις της ένταξης στην Κοινότητα και στην ΟΝΕ και τις αξιοπρόσεκτες προσπάθειες εξομάλυνσης των γειτονικών σχέσεων, που δεν είχαν πάντοτε την πρέπουσα συνέχεια.

* Ο Χρήστος Ροζάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωματών του Ανθρώπου.

Θέμα επικαιρότητας:
Εξωτερική Πολιτική

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι