Μαύρα γενέθλια για το ευρώ

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 04/01/2009

Χωρίς αποφασιστική και συντονισμένη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας, η ύφεση θα βαθύνει και θα παραταθεί, προειδοποιεί έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τον κίνδυνο η ύφεση στην Ευρωζώνη να βαθύνει και να παραταθεί σε διάρκεια, με δραματικές συνέπειες για την απασχόληση, επισημαίνει έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ακόμα δυσμενέστερες διαγράφονται οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία το 2009.

Το ευρώ συμπλήρωσε την Πρωτοχρονιά δέκα χρόνια από τη γέννησή του (σε λογιστική μορφή - επτά χρόνια αφότου κοντά 300 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πήραμε στα χέρια μας τα νέα χαρτονομίσματα και κέρματα). Και μετρά πλέον δεκαέξι χώρες μέλη, καθώς από την 1η του έτους προσχώρησε και η Σλοβακία.

Με τη χρηματοοικονομική κρίση όμως να εξακολουθεί να επιδεινώνεται και τη μεγέθυνση - ΑΕΠ, επενδύσεις, κατανάλωση, απασχόληση, επενδύσεις - να γίνεται ολοένα πιο αρνητική, ούτε η επέτειος ούτε η νέα διεύρυνση προσφέρονται για πανηγυρισμούς.

Από τον Σεπτέμβριο, όταν η κρίση πήρε απειλητικές διαστάσεις, ουδείς αμφισβητεί ότι το κοινό νόμισμα προστάτεψε όσες οικονομίες το μοιράζονται. Δεν είναι μόνον οι ασθενέστερες, σαν την Ουγγαρία, που πληρώνουν πολύ ακριβά το ότι βρέθηκαν έξω από την ομπρέλα του. Τα οξύτατα προβλήματα στη Δανία και τη Σουηδία φαίνεται να μεταβάλλουν εκεί την παλαιότερα δύσπιστη απέναντι στη νομισματική ενοποίηση κοινή γνώμη.

Ακόμη και η κραταιά Βρετανία έχει υποστεί έκτοτε μιαν υποτίμηση της στερλίνας πάνω από 30% (ισοδυναμούσε με 1,5 ευρώ και τώρα έπεσε στο 1 μόλις) και έχει σοβαρούς λόγους να ανησυχεί για την εξυπηρέτηση του χρέους της, το οποίο αναγκάζεται να αυξήσει για να αντιμετωπίσει τη σφοδρή ύφεση και τη ραγδαία ανερχόμενη ανεργία που την πλήττει. Και αυτό όταν το βρετανικό δημόσιο χρέος πέρυσι δεν ξεπερνούσε το 50% του ΑΕΠ, κυμαινόταν δηλαδή σε επίπεδα που θεωρούνταν απόλυτα ασφαλή.

Όσο για μας, έχοντας συνηθίσει στη σχετική σταθερότητα και το ανερχόμενο βιοτικό επίπεδο που απολαμβάναμε την τελευταία δεκαετία - παρά ένα δημόσιο χρέος γύρω στο 100% του ΑΕΠ και ένα υπέρογκο εξωτερικό έλλειμμα - δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον εφιάλτη των αλλεπάλληλων υποτιμήσεων, ενός σίγουρα διψήφιου πληθωρισμού και μιας κάθετης πτώσης των πραγματικών εισοδημάτων που θα αντιμετωπίζαμε αν είχαμε μείνει απʼ έξω.

Αλλά, ενώ οι τεράστιοι δημόσιοι πόροι που διέθεσαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέτρεψαν την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος που απειλήθηκε το φθινόπωρο, και οι επίσης τεράστιες χορηγήσεις ρευστότητας καθώς και η μείωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συντήρησαν σε κάποιο βαθμό τον δανεισμό της οικονομίας τους τελευταίους μήνες του 2008, οι προοπτικές για το 2009 διαγράφονται δυσκολότερες.

Οι στατιστικές για τις ακόμα αυξανόμενες χορηγήσεις τραπεζικών δανείων είναι κάπως παραπλανητικές, καθώς μια σειρά δείκτες υποδηλώνουν ένα επικείμενο μεγάλο πιστωτικό σφίξιμο μέσα στο νέο έτος, γράφει η τελευταία τριμηνιαία έκθεση για την Ευρωζώνη που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο.

Διότι η προσφορά δανείων, που συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη βραχυπρόθεσμη μεγέθυνση, θα περιορίζεται καθώς οι τράπεζες αναγκάζονται να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους, διαγράφοντας «τοξικούς τίτλους» και άλλες απαιτήσεις που είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν.

Κινδυνεύουμε έτσι, κατά την έκθεση, να μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο, όπου η εγχώρια ζήτηση, καθώς θα υποχωρεί, θα ανακόπτει την προσφορά δανείων, αφού η αξιοπιστία των δανειοληπτών θα χειροτερεύει και η χαμηλότερη προσφορά δανείων, με τη σειρά της, θα συμπιέζει ακόμα περισσότερο την εγχώρια ζήτηση.

Εφόσον εδραιωθεί, ένας τέτοιος φαύλος κύκλος μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες για τις θέσεις εργασίας και τη μεγέθυνση στην Ευρωζώνη, υπογραμμίζει ο υπεύθυνος για την έκθεση γενικός διευθυντής της Επιτροπής Μάρκο Μπούτι. Επιβάλλεται επομένως η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ώστε να αποφευχθούν οι χειρότερες επιπτώσεις στην οικονομία, υποστηρίζει.

Από την άλλη πλευρά άλλωστε η έκθεση προβλέπει απότομη πτώση των παραγωγικών επενδύσεων, λόγω της γενικότερης κάμψης αλλά και λόγω της επαναξιολόγησης των κινδύνων στις συνθήκες της χρηματοοικονομικής κρίσης: οι τιμές των μετοχών συμπιέζονται ανεβάζοντας μονιμότερα το κόστος του κεφαλαίου.

Γιʼ αυτό και η Επιτροπή επιμένει στην ταχεία εφαρμογή του προγράμματος για την ανάκαμψη με δημοσιονομικά μέτρα στο ύψος του 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ (200 δισ. ευρώ), το οποίο υιοθέτησαν στη σύνοδό τους πριν από τα Χριστούγεννα οι ηγέτες της Ένωσης.

Ένα πράγμα δεν γράφει, βέβαια, η έκθεση, αλλά το υπονοεί με τη μεγάλη έμφαση στην «ταχύτητα» υλοποίησης και με μιαν αναλυτική εκτίμηση των επιπτώσεων κάθε κατηγορίας μέτρων, μειώσεων εμμέσων φόρων, στήριξης στην κατανάλωση, επενδύσεων (όπου προηγούνται οι φοροαπαλλαγές για ιδιωτικές επενδύσεις ακολουθούμενες από τις δημόσιες επενδύσεις): ότι το πρόγραμμα υιοθετήθηκε γενικά και αόριστα, χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τα κράτη μέλη, οπότε η έκταση εφαρμογής του παραμένει εξαιρετικά αμφίβολη.

Το Δεκέμβριο, υπενθυμίζεται, ερευνητές του Ινστιτούτου Μπρύγκελ είχαν υπολογίσει ότι όλα τα έως τότε γνωστά δημοσιονομικά μέτρα δεν ξεπερνούσαν το 0,6% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Τα αδιέξοδα της πολιτικής Αλογοσκούφη

Σε ό,τι μας αφορά, η έκθεση της Επιτροπής εξαιρεί πάντα χώρες με ταυτόχρονα υψηλά δημόσια και εξωτερικά ελλείμματα και μεγάλο αντίστοιχο χρέος από τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων για την τόνωση της οικονομίας τους. Διότι θεωρεί ότι θα επιδείνωναν ακόμα περισσότερο την ικανότητά τους να εξυπηρετούν το χρέος τους καθώς και την ανταγωνιστικότητά τους.

Λαμβάνοντας τη συνιστώμενη εξαίρεση κατά γράμμα, η ελληνική κυβέρνηση παρακάμπτει την πτώση των επενδύσεων που προβλέπεται σε όλους τους επιχειρηματικούς κλάδους, την κάμψη της κατανάλωσης που ήδη υποδηλώνουν οι στατιστικές για το λιανικό εμπόριο, τις ανερχόμενες απολύσεις εργαζομένων που καταγράφονται στον ΟΑΕΔ.

Μόλις προχθές ανακοινώθηκε νέα επιδείνωση του δείκτη ΡΜΙ για τον Δεκέμβριο που δείχνει μεγάλη υποχώρηση της παραγωγής, των παραγγελιών και της απασχόλησης στη βιομηχανία. Αλλά το επιτελείο του υπουργείου Οικονομίας έχει άλλες έννοιες.

Γνωρίζει πολύ καλά, αν και δεν το έχει ακόμα παραδεχθεί δημόσια, ότι το κρατικό έλλειμμα το 2008 ξεπέρασε για δεύτερη χρονιά το 3% του ΑΕΠ, αρκετά μάλιστα, βλέποντας με δέος τις υψηλές ανάγκες δανεισμού που έχει να αντιμετωπίσει ήδη τις επόμενες εβδομάδες. Και αναμένει τις νεότερες προβλέψεις της Επιτροπής που θα δημοσιευθούν στις 19 Ιανουαρίου, όχι μόνο για την ελληνική, αλλά για το σύνολο των οικονομιών της Ένωσης.

Κατά έναν κοντόφθαλμα διεστραμμένο τρόπο, μια σοβαρή επιδείνωση στις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες θα μπορούσε να ευνοήσει την ελληνική, αν οδηγήσει σε μιαν ευρωπαϊκή κάλυψη των δανειακών αναγκών των κρατών μελών, όπως ακούστηκαν κάποιες νύξεις στις Βρυξέλλες τις τελευταίες μέρες. Εξίσου διεστραμμένα, άλλωστε, η επιβολή λιτότητας στη χώρα μας από την Ένωση θα διευκόλυνε και πολιτικά την κυβέρνηση, η οποία δεν θα αναλάμβανε ολόκληρο το πολιτικό κόστος, αφού θα ερχόταν απʼ έξω.

Αυτή η στάση αναμονής όμως - μόνες ενέργειες του υπουργείου Οικονομίας τις μέρες αυτές ήταν κάποια προσπάθεια ενεργοποίησης των ούτως ή άλλως περικομμένων δημοσίων επενδύσεων και άλλη μια προσπάθεια να προχωρήσει το σχέδιο για τις τράπεζες - επιτείνει τα αδιέξοδα.

Καμία λιτότητα που θα σχεδιαζόταν από τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες και θα παζαρευόταν αδιαφανώς με τους εδώ αρμόδιους δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δημοσιονομική εξυγίανση μόνιμη και παραγωγική για την ελληνική οικονομία.

Διότι η αναγκαία αναδιάρθρωση δαπανών και φόρων απαιτεί ανοικτές πολιτικές διαδικασίες για να στηρίξει την ανάπτυξη, την παιδεία, αλλά και τους οικονομικά ασθενέστερους, σε μια πιο μακροχρόνια προοπτική. Διαφορετικά θα εξαντληθεί ξανά σε προσωρινές θυσίες χωρίς αντίκρισμα και με άδικη κατανομή των βαρών.

Ακούγεται ίσως παράδοξο, αλλά πιο προχωρημένες από αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αυτόν τον καιρό οι θέσεις που επεξεργάζονται οι υπεύθυνοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Επιμένουν ότι για να αποτραπεί ο κίνδυνος βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης χρειάζεται τώρα ισχυρή δημοσιονομική τόνωση σε παγκόσμια κλίμακα, σαφώς ισχυρότερη από εκείνην που έχουν φανεί διατεθειμένες να προωθήσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Αλλά αναφέρονται επίσης στην ανάγκη μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων που θα εγγυώνται τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών, συνιστώντας μάλιστα την εποπτεία τους από ανεξάρτητη αρχή. Και υπογραμμίζοντας την ανάγκη αναπτυξιακού προσανατολισμού υπενθυμίζουν ότι πολλές χώρες έχουν κατορθώσει να μειώσουν σημαντικά το δημόσιο χρέος τους με την ανάπτυξη. (Ολιβιέ Μπλανσάρ και Κάρλο Κοταρέλι στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ, 29.12.08)

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι