Απέναντι στην κρίση, καραμέλες

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 18/01/2009

Με αποσπασματικές ενέργειες αντιδρά η κυβέρνηση στην ολοένα χειρότερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Αποσκοπώντας περισσότερο σε εντυπώσεις παρά σε πραγματικά αποτελέσματα παρατείνει φορολογικές ρυθμίσεις, απευθύνει συστάσεις στις τράπεζες να δανείζουν, ενώ προτίμησε να αγνοήσει την «καμπάνα» της υποβάθμισης του δημόσιου χρέους. Τον άμεσο κίνδυνο για τα εισοδήματα και την απασχόληση δεν τον αντιμετωπίζει.

Την εβδομάδα που πέρασε οι όροι δανεισμού του ελληνικού δημοσίου φάνηκαν να χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο: η διαφορά στην απόδοση των δεκαετών ομολόγων από τα γερμανικά ξεπέρασε πλέον και τις 250 μονάδες βάσης, το 2,5% δηλαδή στο επιτόκιο. Ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου πρόβαλε ιδιαίτερα την επιτυχία της Τρίτης, όταν απορροφήθηκαν και πέρα από τον αρχικό στόχο των 2 δισ. ευρώ τα έντοκα γραμμάτια που εκδόθηκαν. Γνωρίζει όμως καλά ότι η διάθεση ενός τέτοιου ποσού βραχυχρόνιων τίτλων (2,5 δισ. ) στην εγχώρια αγορά, τις τράπεζες και μέσω αυτών στο αποταμιευτικό κοινό, δεν συνιστά λύση για τις υπέρογκες φετεινές δανειακές ανάγκες (πάνω από 42 δισ. ). Ενώ άλλωστε είχε ειδοποιηθεί μέρες νωρίτερα για το ενδεχόμενο υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor’s, καμία ενέργεια δεν έκανε για να την αποτρέψει, ούτε για τον κίνδυνο να ακολουθήσουν και άλλες. Μυστήριο παραμένει το σχέδιο σταθερότητας που θα πρέπει να υποβάλει η ελληνική κυβέρνηση ώς το τέλος Ιανουαρίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενώ δυσάρεστες υποδείξεις θα ακούσει μεθαύριο στις Βρυξέλλες, στη σύνοδο της Ευρωομάδας και του Ecofin, ο κ. Παπαθανασίου.

Την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου η Ελλάδα έγινε έτσι η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που είδε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας να μειώνεται. Το γεγονός αναδείχθηκε σε μείζον θέμα από τους Financial Times, οι οποίοι το συνέδεσαν με την ταυτόχρονη πτώση της ισοτιμίας του ευρώ και δημοσιεύουν τον τελευταίο καιρό σενάρια κρατικής χρεοκοπίας (της Ελλάδας πρώτα αλλά και άλλων χωρών), ακόμα και διάλυσης της Ευρωζώνης. Χθες και η Le Monde είχε πρώτο τίτλο «Αυτές οι χώρες που κάνουν εύθραυστο το ευρωπαϊκό νόμισμα» με υπότιτλο: «Η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κλονίζονται πιο σκληρά από την ύφεση». Ο γνωστός οικονομολόγος Ζαν Πιζανί-Φερί αναφέρεται στις δυσκολίες, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές που οδήγησαν στην υποβάθμιση της Ελλάδας και στον κίνδυνο που συνεπάγεται για ολόκληρη την Ευρωζώνη η οποία δεν διαθέτει εργαλεία για να αντιμετωπίζει κρίσεις αυτού του είδους. Απέκλειε πάντως την αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη σημειώνοντας ότι κάθε τέτοια σκέψη θα οδηγούσε σε έκρηξη του κόστους του χρέους.

Οπωσδήποτε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ απέκλεισε την Πέμπτη κάθε αναφορά σε τέτοιες υποθέσεις, προσθέτοντας ότι η χρηματοοικονομική αναταραχή έχει επηρεάσει αρνητικά πολλούς τομείς των αγορών, μεταξύ αυτών και τα spreads των ομολόγων (τη διαφορά απόδοσης από τα γερμανικά). Ο κ. Τρισέ επανήλθε βέβαια στην πάγια θέση του για την ανάγκη τήρησης των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας. Αλλά ακόμα δεν έχει διευκρινίσει το κρίσιμο ζήτημα (για την Ελλάδα πρώτα, αλλά όχι μόνο): αν η ΕΚΤ θα αναλάβει κάποια στιγμή να αγοράσει δημόσιο χρέος χωρών - μελών της Ευρωζώνης, ώστε να συγκρατηθεί το ραγδαία αυξανόμενο κόστος του δανεισμού, που με τη σειρά του αυξάνει ακόμα περισσότερο το χρέος.

Στο μεταξύ, και ενώ η τελευταία επίσημη ενημέρωση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού αναφέρεται στο Σεπτέμβριο, με αύξηση εσόδων εννεαμήνου μόλις 4,1%, δαπανών 9,2%, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες η εξέλιξη έκτοτε είναι δραματικά χειρότερη. Ελάχιστα φαίνεται να έχουν αποδώσει ιδίως οι τρίμηνες ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και για τις περαιώσεις ανέλεγκτων χρήσεων ώς το 2006, από τις οποίες ο πρώην υπουργός Γιώργος Αλογοσκούφης προσδοκούσε 2,5 δισ. ευρώ. Μόλις ανέλαβε, ο διάδοχός του Γιάννης Παπαθανασίου παρέτεινε την προθεσμία για άλλους δύο μήνες, ώς τις 27 Φεβρουαρίου, τις κατέστησε μάλιστα ακόμα πιο ευνοϊκές μειώνοντας τις δόσεις στο μισό. Αλλά είτε απευθύνονται σε συστηματικούς φοροφυγάδες που είχαν να πληρώσουν και δεν δελεάστηκαν την πρώτη φορά, είτε σε επιχειρηματίες και επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες, ένα τέτοιο μέτρο απελπισίας δεν θα αποδώσει ούτε τώρα.

Αβέβαια αναμένονται άλλωστε τα αποτελέσματα των πιέσεων που εμφανίζεται να ασκεί η κυβέρνηση στις τράπεζες να αυξήσουν τα δάνειά τους προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και με καλύτερους όρους, εφόσον το κεντρικό επιτόκιο του ευρώ υποχωρεί στο 2% πλέον. Ο κ. Παπαθανασίου χαρακτήρισε «γόνιμη» τη σύσκεψη που είχε προχθές με το προεδρείο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών για την εφαρμογή του σχεδίου ενίσχυσης της ρευστότητάς τους που πλέον ξεκινάει. Ο υπουργός διαβεβαίωσε τους τραπεζίτες ότι θα ενεργοποιηθεί το ταχύτερο η εγγύηση του Δημοσίου για δάνεια που θα χορηγήσουν μέχρι το ύψος 15 δισ. ευρώ, όπως προβλέπεται στο σχετικό νόμο. Συζήτησε μαζί τους τις τεχνικές δυσκολίες του προγράμματος για το δανεισμό των μικρών επιχειρήσεων με εγγύηση του ΤΕΜΠΜΕ (ειδικού ταμείου που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό ήδη επί κυβέρνησης Σημίτη) και δεν προχωράει, και τους είπε ότι θα τους ελέγχει συστηματικά από κοινού με την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ την ερχόμενη εβδομάδα εγκαθίστανται επίτροποι του δημοσίου στα ΔΣ τους. Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι των τραπεζών αναφέρθηκαν στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.

Ο οίκος Standard & Poor’s, που μόλις υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου, έχει υπαινιχθεί επίσης, υπενθυμίζεται, ενδεχόμενη υποβάθμιση και των ελληνικών τραπεζών, επισημαίνοντας προβλήματα στην ποιότητα του ενεργητικού τους, καθώς με την κρίση αυξάνεται ο αριθμός των πιστωτών που δεν θα μπορούν να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, να αποπληρώνουν δηλαδή τα δάνεια που έχουν πάρει, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στις άλλες χώρες όπου δραστηριοποιούνται. Την τάση αυτή έχει επικαλεστεί άλλωστε ο γενικός γραμματέας της ΕΕΤ Χρ. Γκόρτσος για να δικαιολογήσει τα υψηλά ακόμα επιτόκια στις χορηγήσεις των τραπεζών, ενώ η περιορισμένη ρευστότητα επιβάλλει ακόμα σχετικά υψηλά επιτόκια και στις προθεσμιακές καταθέσεις.

Ευρωεπιτόκιο 2% με ραγδαία επιδείνωση της ύφεσης

Η σοβαρή επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών της Ευρωζώνης οδήγησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την Πέμπτη να μειώσει το επιτόκιό της κατά άλλη μισή μονάδα σε 2%. Ο πρόεδρος της Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να αποφασιστεί και νέα μείωση στη σύνοδο του Μαρτίου.

Και η νέα μείωση ωστόσο επικρίνεται ως ανεπαρκής από πολλούς αναλυτές. Το επιτόκιο 2% είναι ιστορικά χαμηλό - όχι μόνον για την ΕΚΤ, που το διατήρησε σε αυτό το επίπεδο τα χρόνια της χαμηλής μεγέθυνσης 2003-2005, αλλά και για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες που την ίδρυσαν, διευκρίνιζε ο κ. Τρισέ. Ενώ μια περαιτέρω μείωση του ευρωεπιτοκίου προς το 1,5% από το Μάρτιο μένει ανοικτή, ή ακόμα και λίγο χαμηλότερα κατόπιν, ο κ. Τρισέ απέκλεισε κατηγορηματικά την πορεία προς μηδενικά επιτόκια, κάνοντας λόγο για «παγίδα ρευστότητας» στην οποία θα φθάναμε τότε και από την οποία πολύ δύσκολα ξαναβγαίνει κανείς, είπε. Σχεδόν μηδενικά είναι ήδη τα κεντρικά επιτόκια στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία.

Η ισπανική κυβέρνηση προβλέπει πλέον συρρίκνωση του ΑΕΠ της κατά 1,6% το 2009, οδηγώντας το δημόσιο έλλειμμα στο 5,8% του ΑΕΠ, ενώ η ανεργία θα αγγίξει το 16%. Μια ανάκαμψη 1,2% προβλέπεται για το 2010, και πάλι με έλλειμμα 4,8% του ΑΕΠ. Έτσι και το δημόσιο χρέος από 40% του ΑΕΠ πέρυσι θα υπερβεί το 54%, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα σταθερότητας του υπουργού Πέδρο Σόλμπες το οποίο ενέκρινε προχθές το υπουργικό συμβούλιο.

Μείωση του ιταλικού ΑΕΠ κατά 2% το 2009 και μιαν ανάκαμψη μόλις 0,5% το 2010 προβλέπει εξάλλου η Τράπεζα της Ιταλίας.

Χειρότερες εκτιμήσεις για το 2008 διατυπώθηκαν στη Γερμανία και στη Γαλλία. Στην πρώτη η Στατιστική Υπηρεσία εκτιμά ότι το ΑΕΠ συρρικνώθηκε μεταξύ 1,5% και 2% το τελευταίο τρίμηνο, ρίχνοντας την περυσινή μεγέθυνση σε ένα 1%. Και η Τράπεζα της Γαλλίας εκτιμά μείωση του ΑΕΠ 1,1% το τελευταίο τρίμηνο και ετήσια μεγέθυνση 0,7%.

Για την Ευρωζώνη συνολικά ο ΟΟΣΑ προέβλεπε το Δεκέμβριο μείωση ΑΕΠ 0,6%, αλλά οι νέες προβλέψεις που θα δημοσιεύσει αύριο η Επιτροπή κινδυνεύουν να είναι χειρότερες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι