Ο περιοδεύων θίασος και η δημοκρατία

Ο ΕΛΑΙΩΝΑΣ, ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΥ, ΤΟ ΣτΕ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Σταύρος Τσακυράκης, Ελευθεροτυπία, 19/01/2009

«Δεν έχετε καταλάβει ότι ο κόσμος του Παναθηναϊκού ακόμα δεν έχει αντιδράσει. Οταν αντιδράσει, θα είναι σαν ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω». Αυτά δήλωνε ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Νικήτας Κακλαμάνης ενώ εκκρεμούσε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αναστολή εργασιών των έργων στον Ελαιώνα. Και την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου, μετά τη φήμη ότι η απόφαση θα διατάξει την αναστολή, επανήλθε στο θέμα: «Οταν θα έρθει επισήμως η απόφαση και δούμε το σκεπτικό και το αιτιολογικό της, τότε θα υπάρξει και η αντίδραση του Δήμου της Αθήνας. Και θα είναι αντίδραση που πρέπει να γίνει όχι σαν Δήμος, αλλά σαν πόλις και σαν ένα εκατομμύριο κάτοικοι αυτής της πόλης».

Πώς άραγε θα αντιδράσει αυτή η λαοθάλασσα; Με δεδομένο ότι αυτός ο δήμαρχος έχει καταδικάσει με βαρύγδουπα λόγια τις βιαιότητες των τελευταίων ημερών, υποθέτω ότι εννοεί κάποια ειρηνική αντίδραση. Δεν μπορεί να εννοεί ότι ο λαός του Παναθηναϊκού θα κάψει την Αθήνα ή έστω μόνο το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ένα εκατομμύριο θα μελετήσει το σκεπτικό της απόφασης, θα επισημάνει τα τυχόν νομικά της σφάλματα και θα καθορίσει τα επόμενα βήματα της δικαστικής διαμάχης.

Και όταν η μεγάλη μάχη κερδηθεί, αυτός ο δήμαρχος, χάριν της ιστορίας, θα στήσει δύο στήλες στο γήπεδο-μνημείο. «Στη μία στήλη θα αναγράφονται αυτοί που βοήθησαν για να γίνει η διπλή ανάπλαση και στην άλλη θα αναγράφονται αυτοί που την πολέμησαν. Και αυτή η δεύτερη στήλη θα είναι χωρισμένη στα δύο. Στο ένα μέρος θα είναι οι φυσικοί αυτουργοί που πολέμησαν την ανάπλαση και τους ξέρουμε -αυτός ο περιοδεύων θίασος που κάνει ενστάσεις επί παντός του επιστητού- και οι ηθικοί αυτουργοί, που κρύβονται πίσω από τους φυσικούς αυτουργούς, και για τους οποίους όταν έρθει η ώρα θα μιλήσουμε». Μη νομίσετε ότι αυτός ο δήμαρχος αμφισβητεί το δικαίωμα κάποιου να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη. Αλλά όταν πρόκειται για έναν περιοδεύοντα θίασο που εναντιώνεται στα έργα, δεν οφείλει να τον καταγγείλει; Και όταν πίσω από αυτόν υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί, δεν οφείλει να τους αποκαλύψει (όταν έρθει η ώρα βέβαια) και να τους διαπομπεύσει παραδίνοντάς τους στο όνειδος της ιστορίας;

Το πραγματικό πρόβλημα, κατά τον δημοσιογράφο κ. Γιάννη Πρετεντέρη, δεν είναι αν θα γίνει ή όχι το γήπεδο του Παναθηναϊκού, αλλά τι είδους δημοκρατία έχουμε, «ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο». Πώς είναι δυνατόν να ανατρέπεται ένας νόμος «του Ελληνικού Κοινοβουλίου τον οποίον υποστήριξαν όλα σχεδόν τα κόμματα και να βάζουν στο ράφι ένα σχέδιο αστικής ανάπλασης, το οποίο υποστηρίζουν ενθέρμως ο Δήμος Αθηναίων, οι δύο μεγαλύτερες δημοτικές παρατάξεις, η νόμιμη κυβέρνηση του τόπου και η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών της Αθήνας;». Εχει δίκιο ο άνθρωπος. Πού ακούστηκε να ελέγχουν τα δικαστήρια τη συνταγματικότητα των νόμων και να ανατρέπουν νόμους; Και στην Ακρόπολη αν ήθελε η πλειοψηφία να γίνει το γήπεδο, κανένας δικαστής δεν θα μπορούσε να το απαγορεύσει.

Είναι καλαμπούρι, μας λέει ο δημοσιογράφος, να πιστεύει κανείς ότι ξύπνησαν μια μέρα εκατόν τριάντα ευαίσθητοι άνθρωποι, ξεκίνησαν να σώσουν τον βιότοπο του Βοτανικού και βρήκαν και πέντε-έξι αδέκαστους δικαστές του Συμβουλίου Επικρατείας που αναγνώρισαν το δίκιο τους.

Η ανάπλαση κοντεύει να ναυαγήσει γιατί αντιτίθενται σε αυτήν «ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία μια χαρά κινούνται πίσω και από τους "ευαίσθητους" και από τους "αδέκαστους"». Ας μην είμαστε αφελείς. Δεν υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο ούτε ευαίσθητοι ούτε αδέκαστοι. Ασφαλώς κάποιο επιχειρηματικό συμφέρον κρύβεται πίσω από τον περιοδεύοντα θίασο, το οποίο όταν έρθει η ώρα βέβαια θα κατονομαστεί. Και ασφαλώς οι δικαστές τα έπιασαν για να εξυπηρετήσουν αυτά τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Χαζοί είναι να υποστηρίξουν τους φτωχούς που θέλουν να κάνουν γήπεδα και εμπορικά κέντρα και να τα βάλουν με τα ισχυρά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τους ευαίσθητους;

Ο δημοσιογράφος έχει την «πάγια άποψη ότι τα συμφέροντα κινούνται υπέρ των συμφερόντων τους και το ζητούμενο είναι τι κάνουμε όλοι οι υπόλοιποι για να προστατεύσουμε τα δικά μας». Ποια είναι τα δικά του συμφέροντα (και τα δικά μας); Στη δική του περίπτωση, δεν ισχύει η θεωρία του για ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία μια χαρά κινούνται πίσω από τους «ευαίσθητους» και από τους «αδέκαστους». Τα δικά του συμφέροντα δεν είναι ιδιοτελή, όπως του περιοδεύοντος θιάσου και των δικαστών. Δεν είναι «υπέρ του όποιου Παναθηναϊκού ή του όποιου κατασκευαστή» αλλά «υπέρ του δήμου, των πολιτικών κομμάτων και αυτών που έχουν δημοκρατικά επιλεγεί να μας εκπροσωπούν. Το ζήτημα δεν είναι η ανάπλαση του Βοτανικού αλλά η ανάπλαση της δημοκρατίας».

Πώς θα συντελεστεί αυτή η ανάπλαση της δημοκρατίας; Ο δημοσιογράφος δεν εισέρχεται σε λεπτομέρειες. Διατυπώνει, όμως, τη βασική αρχή: οι κρίσιμες αποφάσεις για την κοινωνική και οικονομική ζωή δεν μπορεί «να μεταφέρονται σε σκοτεινές αίθουσες διαβουλεύσεων (...) όπου το κάθε επί μέρους συμφέρον μπορεί να πάρει το προβάδισμα απέναντι στη βούληση της ευρείας πλειοψηφίας». Κι εδώ έχει δίκιο. Πού ακούστηκε να γίνονται δικαστικές διασκέψεις σε δίκες για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της διοίκησης; Καλύτερες φαίνονται οι ανοιχτές διαδικασίες, κάτι σαν τη δίκη που έγινε στο Σύνταγμα για τα γεγονότα του Οτσαλάν, με τους φιλάθλους και τους εργαζόμενους να συμμετέχουν, έτοιμοι να προασπίσουν τα συμφέροντά τους.

Ομολογώ ότι μου είναι αδύνατο να αντιμετωπίσω στα σοβαρά τις παραπάνω απόψεις. Πώς αλήθεια να το κάνω; Να επιχειρηματολογήσω ότι είναι δικαίωμα του πολίτη η προσφυγή στη Δικαιοσύνη και ότι δεν μπορεί να λοιδορείται γι’ αυτό ή να κατηγορείται αορίστως ότι εξυπηρετεί κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα; Οτι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία τα δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν τη νομιμότητα και ότι δίκαιο δεν είναι το δίκιο του εργάτη ή του φιλάθλου; Οτι οι δικαστές δεν πρέπει να απειλούνται ή να συκοφαντούνται όχι απλώς με γενικολογίες, αλλά και με ισχυρισμούς που προσβάλλουν την κοινή λογική; Οτι η δικαστική διάσκεψη είναι μια ορθή διαδικασία και όχι μια καρικατούρα καντρίλιας; Η επιχειρηματολογία για τα αυτονόητα έχει τα όριά της.

Θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι όλη αυτή η πρωτοφανής παρέμβαση και πίεση προς το έργο της Δικαιοσύνης γίνεται όχι για μια απόφαση που απαγορεύει τα έργα, αλλά για την αναστολή τους μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ασφαλώς και η αναστολή από μόνη της έχει σοβαρές επιπτώσεις και το σκεπτικό της απόφασης πρέπει να είναι πειστικό, αλλά η κύρια δικαστική διαμάχη θα επακολουθήσει. Αν, λοιπόν, για την αναστολή ασκείται τόση πίεση, σκεφθείτε τι πρόκειται να γίνει όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Ή μήπως όλα αυτά γίνονται ακριβώς για να προετοιμαστεί το κλίμα της κύριας δίκης;

* Αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι