Η αριστερά και η βία

Φάουστο Μπερτινότι, Αυγή, 21/01/2009

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος από εισήγηση -περαιτέρω επεξεργασμένη- του Φ. Μπερτινότι στο διήμερο (28-29/2/04) που οργανώθηκε από την Κομ. Επανίδρυση στη Βενετία με θέμα: «Να κάνουμε πράξη τη μη-βία. Σκέψεις και πολιτικές απελευθέρωσης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης».

Στάθης ΛΟΥΚΑΣ

Η περίσκεψη του Μπερτινότι ξεκινά από δύο αφετηριακές γραμμές.

Πρώτον: Η ήττα του εργατικού κινήματος τον εικοστό αιώνα και η απόρριψη των μέσων επιδίωξης και δόμησης που οδήγησαν στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς και η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του περιεχομένου του σοσιαλισμού. Τα μέσα εκείνα, πέρα από το ότι θεωρούνται τρομακτικά, όχι μόνο είναι αναποτελεσματικά και ανίκανα σήμερα να δημιουργήσουν συνθήκες νίκης, αλλά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο, δεν είναι ικανά «ούτε να προκαλέσουν τη φαντασίωση μιας εναλλακτικής κοινωνίας». Σήμερα δεν μπορεί «να προταθεί μια αυτονομία των μέσων από τον σκοπό».

Δεύτερον: ο τρόπος με τον οποίο το κίνημα απάντησε στην καταστολή κατά τη συνάντηση του G8 στην Γένοβα το 2001: [...] συνέβη ένα γεγονός απόλυτα καινούργιο, μια ρήξη, μια κάθετη τομή σε σχέση με τις δικές μας συμπεριφορές, σε σχέση με τις απαντήσεις μας και την ιστορία μας. Σε εκείνη την καταστολή το κίνημα απάντησε [...] με μια μαζική μη-βίαια συμπεριφορά». Το κίνημα, δηλαδή, δεν ταμπουρώθηκε στη λογική «του συσχετισμού δυνάμεων».

Καταλήγοντας, ο Μπερτινότι καλεί την αριστερά να δηλώσει ανοιχτά ότι είναι υπέρ της μη-βίας. Δηλώνει πεπεισμένος ότι η απαραίτητη και αναγκαία κριτική στον σημερινό καπιταλισμό μπορεί να λάβει σάρκα και οστά στο πλαίσιο μιας μη-βίαιης και δημοκρατικής ανέλιξης της κοινωνίας και μιας ειρηνικής θεώρησης των ανθρωπίνων σχέσεων. Και υπενθυμίζει την προφητεία που η Κασσάνδρα απηύθυνε στον Αινεία: «Δεν θέλω να ζω με έναν ήρωα, δεν θέλω να ζω τον μετασχηματισμό σου σε μνημείο».

Στον προβληματισμό αυτόν συνέβαλε σημαντικά ο Πιέτρο Ινγκράο:

Πρώτον: με τις έρευνες και τις πολιτικές του αναλύσεις για τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και πολέμου (όρα το βιβλίο «La guerra sospesa. Ο μετέωρος πόλεμος»).

Δεύτερον: με τον όρο που έθεσε, για να γίνει μέλος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που δεν ήταν άλλος από εκείνο της καταδίκης του σταλινισμού σε όλες τις εκφράσεις του που, πέραν των άλλων, έχουν σχέση και με τη βία, με την ενοχοποίηση της διαφορετικής γνώμης, την αποδοχή της ενοχής για τη διαφορετική γνώμη, και τις κατ’ επέκταση αυτοκτονίες κ.λπ.

Ο λογαριασμός με την ιστορία μας

Για να φέρουμε σε πέρας αυτή την ερευνητική διαδικασία αναγκαστήκαμε να λογαριαστούμε με την ιστορία μας. Θα ήμασταν αναγκασμένοι να λογαριαστούμε έτσι και αλλιώς, αλλά σήμερα είναι επείγον. Πρέπει να καταλάβουμε, εμείς που είμαστε οι κληρονόμοι του εργατικού κινήματος του Χίλια εννιακόσια, γιατί αυτή η μοναδική προσπάθεια ηττήθηκε ιστορικά. Είναι ένα θέμα που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής μας ή να υποτιμηθεί σαν δευτερεύον. Η ανάπτυξη των κινημάτων της κριτικής της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η επιλογή της μη-βίας, μας επιβάλλουν να διερευνήσουμε κριτικά αυτή την ιστορία, για να καταλάβουμε τι είναι νεκρό και τι είναι ζωντανό σ’ αυτή, τι δεν λειτούργησε.

Το Χίλια εννιακόσια εμείς χάσαμε. Στον αιώνα που εκδηλώθηκε η πιο έντονη συμμετοχή των μαζών στην πολιτική και έγινε προσπάθεια να ξεπερασθεί η καπιταλιστική κοινωνία, δηλ. η κοινωνία της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης, εμείς δεν νικήσαμε. Είναι μόνο ευθύνη του αντιπάλου; Αν έτσι ήταν, πολύ λίγα θα μπορούσαμε να κάνουμε. Εάν ο αντίπαλος ήταν και είναι τόσο πολύ πιό δυνατός από μας, είναι μάταιο να αρχίσουμε μια καινούργια αναμέτρηση. Διαφορετικά, πρέπει να συλλογιστούμε: τι ήταν αυτό που δεν λειτούργησε τον αιώνα εκείνο; Είμαστε τόσο βέβαιοι, π.χ, ότι ήταν αναγκαίο οι ναύτες της Κροστάνδης να κατασφαγούν από τον Κόκκινο Στρατό; Αυτή η σφαγή ήταν απαραίτητη στο καινούργιο επαναστατικό Κράτος; Και είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι για να προασπίσουμε την επανάσταση έπρεπε να οικοδομηθούν αυταρχικά Κράτη; Και ακόμα: είμαστε βέβαιοι ότι τα γκούλαγκ ήταν ο μόνος δυνατός τρόπος για να μπει φρένο στις απαιτήσεις ενός μέρους του πληθυσμού, που χαρακτηρίστηκε εχθρός της επανάστασης; Όταν μιλούμε γι’ αυτό, νομίζω ότι έχουμε την υποχρέωση να συλλογιστούμε και ακόμη να μας τρομάξουμε.

Σήμερα μπορεί να ερευνήσουμε αυτή την ιστορία με διαφορετικά μάτια. Μπορούμε και πρέπει να κάνουμε εκείνο που επανειλημμένα υπέδειξε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, σε όποιον θέλει να αντικρίσει το μέλλον με ματιά σκεπτικιστή, αλλά γεμάτη πάθος: το άλμα της τίγρης. Πολλοί από εμάς είναι εντυπωσιασμένοι από την καταπληκτική εικόνα του Angelus Νovus [...] που ενώ, σπρωγμένος από δυνατό άνεμο, πισωπατά προς το μέλλον, κοιτάζει τα ερείπια με τα οποία είναι σημαδεμένο το πέρασμά του -η δική του ιστορία. Εμείς έτσι πρέπει να κάνουμε. Και πρέπει να το κάνουμε ξεκινώντας σήμερα, από τις πρωτάκουστες εμπειρίες που μας πρόσφεραν τα κινήματα, από την κριτική στην καινούργια καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας.

Έχουμε επίγνωση ότι θα συναντήσουμε αντίσταση σε αυτή την έρευνα, μια διάχυτη κριτική στην οποία πρέπει να απαντήσουμε [...] Ήταν αναγκαία για να οικοδομήσουμε το μέλλον, για να επιβεβαιώσουμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της αλλαγής, για να μπορέσουμε να πούμε, μαζί με το κίνημα, ότι ένας άλλος κόσμος είναι δυνατός.

Η δική μας περίσκεψη άρχισε στη Γένοβα, στις φοβερές ημέρες του G8, όταν σχεδιάστηκε η συστηματική επιχείρηση καταστολής του κινήματος. Αυτή η επιχείρηση οργανώθηκε με διεθνή διάσταση και επινοήθηκε, σχεδιάστηκε και δομήθηκε κατασκευάζοντας μέχρι και μια τεχνητή αρχιτεκτονική της πόλης. Στη Γένοβα έγινε μια προσπάθεια αποδόμησης και εξολόθρευσης του κινήματος. Μια ενέργεια που οδήγησε στην τραγωδία της δολοφονίας του Κάρλο Τζουλιάνι και στα φοβερά επεισόδια στο σχολείο Ντίαζ και στον αστυνομικό στρατώνα Μπολζανέτο, που αποτέλεσαν μια δίχως προσχήματα αναστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας.

Αλλά στη Γένοβα συνέβη και ένα απόλυτα πρωτάκουστο γεγονός, διαπιστώθηκε μια ρήξη, μια ασυνέχεια σε σχέση με τις δικές μας συμπεριφορές, με τις δικές μας απαντήσεις και με τη δική μας ιστορία. Σ’ αυτή την καταστολή το κίνημα -το κίνημα στη διάρθρωσή του, στην ποικιλία και την ενότητά του, από την καλόγρια που προσευχόταν έως στις λευκές φόρμες που προσπαθούσαν να μπουν στην κόκκινη ζώνη - απάντησε με μια μαζική μη βίαια συμπεριφορά. Απάντησε σε εκείνη τη συστηματική καταστολή προτείνοντας την ύπαρξη και την υλικότητα μη βίαιων σωμάτων. Τα σώματα γυναικών και ανδρών, νέων και πιο ηλικιωμένων, καθολικών και κοσμικών, που αρνούνταν να κατέβουν στο επίπεδο στο οποίο η καταστολή του αντίπαλου επεδίωκε να τους κατεβάσει και που επέβαλαν τη δική τους συμπεριφορά, τις δικές τους πεποιθήσεις, ακόμη και με τους πόνους και τις πληγές της καταστολής.

Εκεί θριάμβευσε η ασυνέχεια: σε άλλες εποχές, με άλλα χαρακτηριστικά του κινήματος, όπως εκείνα που γνωρίσαμε στις αρχές του Εβδομήντα, στη Γένοβα θα είχαμε μακελειό. Θα γινόταν εκείνο που ήθελαν οι αντίπαλοί μας. Η καταστολή και μετά η βία θα γεννούσαν αναπόφευκτα μια άλλη καταστολή μέχρι την κρίση, ίσως και τον θάνατο του κινήματος.

Υπήρξε ο τραγικός θάνατος του Κάρλο Τζουλιάνι και, αν δεν ακολούθησε μακελειό, αυτό οφείλεται στο ότι το κίνημα αντέστρεψε τη λογική της καταστολής, ακολούθησε άλλο δρόμο, δεν επέτρεψε να εγκλωβισθεί στην ελικοειδή λογική της καταστολής, της βίας και της νέας καταστολής. Εξουδετέρωσε την καταστολή συνεχίζοντας στο δρόμο του.

Σ’ αυτό το σημείο αναρωτηθήκαμε: Πώς είναι δυνατόν; Πώς είναι δυνατόν μια διαδήλωση τέτοιων διαστάσεων, με τέτοιες διαρθρώσεις, χωρίς ισχυρή κεντρική καθοδήγηση, να κρατήσει τέτοια καταπληκτική συμπεριφορά;

Είναι φανερό ότι ριζώσανε βαθιά νέες συμπεριφορές και κουλτούρες, μέχρι που να σχηματίσουν όχι μόνον μια καινούργια πολιτική γενιά, αλλά την κουλτούρα ενός λαού. Μπορέσαμε έτσι να επιβεβαιώσουμε ότι συνέβη και σ’ εμάς, στη χώρα μας, αυτό που είναι πραγματικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο: βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα απόλυτα πρωτόγνωρο κίνημα, διαφορετικό από εκείνα που προηγήθηκαν και ικανό να σημαδέψει με την παρουσία του μια ολόκληρη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική φάση [...].

Εάν θέλαμε να κάνουμε έναν λεπτομερή χάρτη των κινημάτων στην Ιταλία, ένα στοιχείο έρχεται σταθερά στην επιφάνεια: δεν πρόκειται απλώς για πρωτοποριακούς αγώνες, αλλά ούτε μπορούμε να τους ταξινομήσουμε με τους κλασικούς όρους των μαζικών αγώνων. Είμαστε μπροστά σε διαμόρφωση κοινοτήτων που σχηματίζονται κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Είμαστε παρατηρητές εντελώς καινούργιων φαινομένων. Στον προηγούμενο κύκλο ήταν δυνατόν να προβλέψουμε πού θα γινόταν η σύγκρουση, εξετάζοντας τη συγκεκριμένη φύση της κοινωνικής σύστασης. Στη δεκαετία του Εξήντα ήταν φανερό ότι από το Μιραφιόρι μπορούσε να ξεκινήσει η νικηφόρα επιστροφή ή ήττα (σ.σ.: του εργατικού κινήματος), όπως ήταν ξεκάθαρο ότι η φορντική οργάνωση της εργασίας αναδείκνυε ορισμένους χώρους σε κεντρικό σημείο του ανταγωνισμού, και αυτό λόγω κοινωνικής σύνθεσης της εργατικής τάξης και συνολικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Σήμερα ο ανταγωνισμός γεννιέται και διαμορφώνεται με μεγαλύτερη ένταση εκεί που σχηματίζεται μια κοινότητα λαού [...].

Θέμα επικαιρότητας:
Διαδηλώσεις- Βία

Σύνολο: 101 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι