Η Αριστερά και η βία(2)

Φάουστο Μπερτινόττι, 30/01/2009

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μιά άλλη παράγραφος του δοκιμίου του Φ. Μπερτινόττι, που είναι παραπέρα επεξεργασίας της εισήγησης του στο διήμερο (28-29/2/04) που οργανώθηκε από την Κομ. Επανίδρυση στην Βενετία με θέμα: «Να κάνουμε πράξη τη μη-βία. Σκέψεις και πολιτικές απελευθέρωσης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης».

Στάθης Λουκάς

Η φύση της εξουσίας: τα μέσα και ο σκοπός ( La natura del potere: i mezzi e i fini )

Η σφαίρα της πολιτικής μάς οδηγεί να ανοίξουμε απ’ευθείας τη συζήτηση για το θέμα της εξουσίας, πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται μια συνολική εκτίμηση της ιστορίας μας και εμάς των ίδιων, και κατά μείζονα λόγω του τρόπου μέ τον οποίο οργανώθηκε μέχρι τώρα η πολιτική. Αλλά το να συζητήσουμε για την πολιτική δεν σημαίνει ότι περιορίζεται η ακτίνα συζήτησης στην καπιταλιστική εξουσία, στην εξουσία των αφεντικών. Θα ήταν πολύ εύκολο και, για εμάς, σε πολλές περιπτώσεις αθωοτική.

Το θέμα της εξουσίας πρέπει να αντιμετωπισθεί με αναφορά σε όλες τις μορφές οργάνωσης τόσο της κοινωνίας, όσο και των μορφών κοινωνικών, εργασιακών, αναπαραγωγικών και προσωπικών σχέσεων. Αν όμως από τη μιά μεριά η κριτική και ακόμη η αδυσώπητη έρευνα της εξουσίας πρέπει να μας απομακρύνει από τον κίνδυνο να την υποβαθμίσουμε σε στοιχείο «σατανικής» φύσης, από την άλλη πρέπει να πάψουμε να αναφερόμαστε σ’αυτή σαν να είναι ένα μέσον ουσιαστικά ουδέτερο σε σχέση με την οργάνωση της κοινωνίας, σαν να ήταν ένα αυτοκίνητο, που η πορεία του εξαρτάται από εκείνον που το οδηγεί.

Η εξουσία δεν είναι μέσον του δαιμόνιου, αλλά έχει τη δική της εσωτερική δομή, όπως η τεχνολογία, όπως η επιστήμη. Δεν καθορίζεται μόνον από το πλαίσιο: καθορίζεται ακόμα και από κάτι που ανήκει σ’αυτήν την ίδια, που από τη μεριά του συνδιαμορφώνει τον περίγυρο.

Σ’αυτήν τη διαδρομή ανάλυσης της εξουσίας και της φύσης της σκοντάφτουμε στο πρόβλημα της σχέσης μεταξύ μέσων και σκοπού. Υπήρξε κάποιος καιρός της ιστορίας μας που τα μέσα μπορούσαν να είναι αυτόνομα από το σκοπό. Αυτή η αυτονομία - όπως είναι πια φανερό σε όλους - οδήγησε σε τρομακτικές και καταστροφικές συνέπειες. Ακόμη και αν, σε άλλες εποχές και άλλες συνθήκες, συγκεκριμένα μέσα – οσο και αν ήταν τρομακτικά - παρήγαγαν μια αλλαγή, τροποποίησαν το σύστημα της εξουσίας και έκαναν πιστευτή την προοπτική μιας αλλαγής του κόσμου, και δημιούργησαν έτσι ένα επαναστατικό μήνυμα σε σχέση με την κρατούσα κατάσταση. Εννοώ φυσικά τη Σοβιετική Ένωση και τα τρομερά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάκτηση και την διατήρηση της εξουσίας.

Πιστέψαμε - και είναι καλό να το υπενθυμίσουμε άλλη μια φορά – ότι μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε ακόμη και την Κροστάνδη, μπροστά στην προοπτική ότι η μαγείρισσα μπορούσε να αναλάβει την διεύθυνση του Κράτους. Όλα - ακόμα και τα πιό φοβερά πράγματα - φαινόνταν αποδεκτά μπροστά στην υπόσχεση της αλλαγής, στην ουτοπία που επιτέλους έπαιρνε σάρκα και οστά.

Σήμερα εκείνα τα μέσα όχι μόνο είναι φοβερρά και φρικιαστικά, αλλά είναι αναποτελεσματικά, δεν έχουν καμία δυνατότητα να μας οδηγήσουν στη νίκη, δεν προκαλούν ούτε καν την φαντασίωση μιας εναλλακτικής κοινωνίας. Σήμερα δεν μπορεί να προταθεί μια αυτονομία των μέσων από τον σκοπό. Και όχι γιατί ο σκοπός δεν είναι τόσο σημαντικός, αλλά γιατί η φροντίδα για το μέσον – όπως έλεγε ο Γκάντι – συνδέεται πάρα πολύ με τον προσδιορισμό του σκοπού. Αυτό θέλει να πεί όχι μόνον ότι πρέπει να υπάρχει μια συνάφεια του μέσου σε σχέση με το σκοπό, αλλά και ότι ο ίδιος ο σκοπός πρέπει να επαναεξεταστεί, γιατί αν ο σκοπός είναι ένα κλειστό και οριστικά αποτελειωμένο πρότυπο, είναι πάρα πολύ δύσκολο να είναι δυνατό να σκεφθούμε να τον πραγματοποιήσουμε δια μέσου μιας μη βίαιας και συμμετοχικής πρακτικής.

Εάν η ιδέα του κομμουνισμού έχει ουσιαστικά καταντήσει ενχειρίδιο που προμηθεύει ακριβείς κανόνες και περιγράφει το σκοπό σαν κάτι το καθορισμένο και μονοσήμαντο, σε σχέση με το οποίο οι κοινωνία και τα άτομα, από την στιγμή που επιτεύχτηκε, δεν μένει παρά να προσαρμοστούν, το πρόβλημα της δύναμης και της οργανωσής του γίνεται βασικό για την πραγματοποίηση εκείνου του ενχειριδίου και εκείνου του σκοπού, καθώς και για την διατήρηση του.

Εμείς δεν σκεπτόμαστε τον κομμουνισμό αιτιοκρατικά, δεν υπάρχει σ’εμάς καμία μεσιανική αναμονή, αναμονή επάνω στην οποία βασίστηκε ένα κομμάτι τόσο σημαντικό της στρατηγικής των κομμάτων και των μεταεπαναστατικών Κρατών. Σκεπτόμαστε, αντίθετα, μια ανοιχτή κοινωνία, μιλάμε για διαδικαστική πορεία (processualità) - όχι για κατι το αναπόφευκτο - και για κινιματικότητα που θά’πρεπε να ανατρέψει την κατάσταση πραγμάτων που επικρατεί. Ποντάρομε περισσότερο στην πάλη των τάξεων παρά στον καθορισμό εκείνου που έπρεπε να είναι η κομμουνιστική κοινωνία και είμαστε επόμενα σε θέση να αποδεχθούμε την προτροπή ενός δημοκράτη όπως ο Κελσεν: «Εάν σκέπτεστε», μας έλεγε, «ότι ο κομμουνισμός είναι η συμφιλίωση και η απάλειψη των ανταγωνισμών, η κοινωνία που σκέπτεστε προκαλεί φόβο».

Είναι σωστό, με το τέλος του Χιλιαεννιακόσα, να αποδεχθούμε την ορθότητα αυτής της παρατήρησης, παρ’όλο που έρχεται από την αστική πλευρά, και μάλιστα είναι ανάγκη να συλλογιστούμε χωρίς αποκλεισμούς. Κατά συνέπεια πρέπει να συλλογιστούμε πάλι εκείνο που αποκαλείται το όριο της πολιτικής.

Πρόκειται για ένα στοιχείο που είναι δύσκολο να σκιαγραφηθεί και να γίνει αποδεχτό για όποιον έρχεται από την παράδοση και την κουλτούρα του Χιλιαεννιακόσα. Πιστεύω ότι η ιστορία μας επηρεάστηκε – όχι στα έργα του Μάρξ, αλλά στη μαρξιστική βουλγάτα - από την ιδέα του τέλους της ιστορίας. Μιά ιδέα σύμφωνα με την οποία, όταν ανατρέπεται η καπιταλιστική κοινωνία, η κοινωνία που ακολουθεί δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορία της ανθρωπότητας, είναι έξω από αυτή, ένα είδος επιγείου παραδείσου. Με το τέλος της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν θα γινόταν μόνο μια ασυνέχεια, αλλα θα παραγόταν μια ολοκληρωτική και οριστική ρήξη. Στην καινούργια κοινωνία θα είχαμε την έλευση του βασιλείου της ευτυχίας και την πραγματοποίηση μιας νέας ανθρωπολογίας. Το σημείο που είναι δύσκολο να αποδεχθούμε είναι ακριβώς αυτό: πρέπει να απελευθερωθούμε από την ιδέα μιας νέας κοινωνίας σαν τέλος της ιστορίας και από την ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να δώσει την ευτυχία. Ξέρω καλά ότι αυτές οι δυο ιδέες δεν ανήκουν μόνο στους κομμουνιστές ή στο εργατικό κίνημα. Η σχέση μεταξύ της πολιτικής και της ευτυχίας, η ιδέα ότι το Κράτος πρέπει να εγγυάται την ευτυχία των πολιτών ανήκε ακόμη, π.χ, στους πατέρες του συντάγματος των ΗΠΑ.

Σήμερα όμως χρειαζόμαστε μια αλλή προοπτική. Πρέπει να σκεφτούμε την κοινωνία σαν ένα ανοιχτό χώρο, από τον οποίο απομακρύνονται οι λόγοι της αλλοτροίωσης, της εκμετάλλευσης και της δυστυχίας, αλλά μέσα στον οποίο η διαδρομή του καθενός επαφίεται στον ίδιο και είναι δική του, μόνο δική του, ακόμη και αν εξαρτάται από σχέσεις με τους άλλους και τον άλλο.

Προς αυτή την κατεύθυνση, ένα πολύτιμο δίδαγμα έρχεται από τους πατέρες του ιταλικού συντάγματος. Το άρθρο του ιταλικού Συντάγματος που υποστηρίζει την αναγκαιότητα της «εξάλειψης των λόγων» που παράγουν την αδικία και τις ανισότητες μπορεί να φαίνεται περιοριστικό, αντίθετα είναι καταπληκτικό. Το να εξαλειφθούν τα αίτια της αδικίας και των ανισοτήτων μπορεί να φαίνεται σαν μετριοπαθής σκοπός, ενώ αντίθετα είναι στόχος μεγάλης ριζοσπαστικότητας: ξεκινάει από την ιδέα ότι ένα πολιτικό υποκείμενο μπορεί να συμβάλλει στην πραγματοποίηση της μελλοντικής κοινωνίας, της καινούργιας τάξης, να συμβάλλει δηλαδή στην ευτυχία, αλλά ότι κανένας Πρίγκηπας δεν μπορεί να σκεφτεί να χαρίσει αυτός ο ίδιος αυτά τα αγαθά.

Πρέπει λοιπόν να απομακρυνθούμε από την πρόθεση να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο άνθρωπο, μια καινούργια ανθρωπολογία, για να δοκιμάσουμε αντίθετα να συλλογιστούμε επάνω στην διαδικασία της απελευθέρωσης. Ο Μαρξ μας προσέφερε μια συμβολή ιστορικά αποφασιστική προς αυτήν την κατεύθυνση όταν υποστήριξε ότι η επανάσταση είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης. Εάν σήμερα η επανάσταση είναι στενά συνδεδεμένη με τη μη-βία, με τη μη-βία βάζουμε σε αμφισβήτηση το διαχωρισμό μεταξύ μέσων και σκοπού. Οι δύο όροι είναι κατά πολύπλοκο τρόπο περιπλεγμένοι, δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε μιά γραμμική ακολουθία μεταξύ των πρώτων (τα μέσα) και του δευτέρου (του σκοπού). Ο σκοπός ενυπάρχει στο ίδιο το μέσον και όχι μόνον για ένα θέμα συνέπειας. Πρέπει να είμαστε μη βίαιοι όχι μόνον γιατί η οργανωμένη βία μετά αναπαράγεται – όπως ήδη είδαμε – στις μεταεπαναστατικές κοινωνίες, αλλά γιατί ενώ πράτουμε τη μη βία δημιουργούμε αμέσως, χωρίς καμιά παραπομπή στο μέλλον, τη διαδικασία του μετασχηματισμού.

Κάποιος θα μπορόυσε να αντιτείνει ότι με αυτόν τον τρόπο αμφισβητείται «η ρήξη» μεταξύ του παλιού και του καινούργιου, μεταξύ της αστικής κοινωνίας και της επαναστατικής, αλλά δεν είναι έτσι. Εκείνο μάλλον που απαιτείται είναι επανεξέταση των «ρήξεων», των τρόπων με τους οποίους μια νέα κοινωνία μπαίνει μεσα σ’εκείνη που θέλει να παραμερίσει και προκαθορίζει το μέλλον αυτής. Σκέπτομαι ότι το να δουλεύουμε επάνω σ’αυτό που υπάρχει, στο σήμερα, στην κοινωνία που έχουμε μπροστά μας, δεν είναι απάρνηση της ριζοσπαστικότητας του μετασχηματισμού. Η ριζοσπατικότητα δεν βρίσκεται στο να επιδιώκουμε την τελειότητα έξω από εμάς, έξω από το δικό μας κόσμο. Ούτε βρίσκεται σ’ένα τέλειο μελλοντικό κόσμο που φανταζόμαστε σα λύτρωση από τις σημερινές φτώχεια και ατέλειες.

Μιά παρόμοια πεποίθηση είναι μεγάλο λάθος κι επηρεάζει τη δράση μας. Σαν άτομα και σαν πολιτικός σχηματισμός πρέπει να δουλέψουμε πάνω σ’αυτό που υπάρχει σαν οργάνωση της κοινωνίας, σαν κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, σαν τρόπο της παραγωγής. Με άλλα λόγια, πρέπει να ξανασυλλογιστούμε το σκοπό της δικής μας δράσης. Όπως συχνά συμβαίνει, είναι ένας ποιητής που μας βοηθάει καλύτερα να κατανοήσουμε. Μιά καταπληκτική συμβουλή για τη σχέση μεταξύ μέσων και σκοπού μας προσφέρθηκε από τον μεγάλο έλληνα ποιητή Καβάφη, στο φημισμένο ποίημά του «Ιθάκη». Ας διαβάσουμε μαζί αυτό το ποίημα […].

Ο ποιητής περιγράφει το φορτίο των ελπίδων, των ονείρων, των αναμονών γι’αυτό το νησί των θαυμάτων, όπου κανείς πηγαίνει για να επανεύρει την ταυτότητά του και την λύτρωσή του. Και μετά λέει ότι όταν φθάσει κανείς στο νησί θα το βρεί πιο γυμνό από όσο είχε φανταστεί. Αλλά ο Καβάφης, στο μεταξύ, είχε γίνει αρκετά γέρος και σοφός για να έχει μάθει ότι εκείνο που μετράει ήταν το ταξίδι και και όχι η αποβίβαση, παρ’όλο, φυσικά, πως ένα ταξίδι δεν μπορεί να γίνει χωρίς ένα τελικό σταθμό (σκοπό). Αυτό είναι το βασικό σημείο: ο κομμουνισμός είναι το ταξίδι, ήτοι η διαδικασία, η πράξη χειραφέτησης και λύτρωσης (απελευθέρωσης), που γίνεται συλλογικά ακόμη και δια μέσου μορφών οργάνωσης της πολιτικής.

Θέμα επικαιρότητας:
Διαδηλώσεις- Βία

Σύνολο: 101 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι