Χωρίς πολιτική απέναντι στην κρίση

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 01/02/2009

Πρόγραμμα σταθερότητας έστειλε για τους τύπους η κυβέρνηση στις Βρυξέλλες. Ασαφείς υποσχέσεις για λιτότητα. Στον αέρα οι προβλέψεις για έλλειμμα 3,7% του ΑΕΠ, κανένα φρένο στην επιδείνωση των όρων δανεισμού.

Ούτε περισσότερη σταθερότητα ούτε τους όρους για κάποια ανάπτυξη εξασφαλίζει το ομώνυμο πρόγραμμα που έστειλε εσπευσμένα προχθές η κυβέρνηση στις Βρυξέλλες. Μακριά από μια διάγνωση και αντιμετώπιση της κρίσης, απλώς προσαρμόζει τις εξωπραγματικές προβλέψεις που μόλις ψήφισε με τον προϋπολογισμό, συρράπτει παλιές πολιτικές και διακηρύξεις, αισιοδοξεί ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί φέτος κατά 1,1%, ενώ υπόσχεται πιο λιτή δημοσιονομική διαχείριση.

Τρέχοντας για να προλάβει την προθεσμία υποβολής του «επικαιροποιημένου προγράμματος σταθερότητας και ανάπτυξης» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου ανακοίνωσε προχθές ότι θα το έστελνε αυθημερόν στις Βρυξέλλες, δίνοντας στη δημοσιότητα μόνο κάποιες σχετικές πληροφορίες. Όχι το ίδιο το πρόγραμμα, το οποίο δεσμεύτηκε να παρουσιάσει την ερχόμενη εβδομάδα. Συνεργάτες του υπουργού δικαιολογούσαν την αναβολή λέγοντας ότι το πρόγραμμα έπρεπε να μεταφραστεί στα ελληνικά (συντάχθηκε στα αγγλικά), ενώ κατά άλλες πηγές ακόμα εκκρεμούσε η οριστικοποίηση διαφόρων μεγεθών.

Η αποστολή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός προγράμματος που σκοπό έχει να καθορίσει για μια τριετία την οικονομική πορεία της χώρας, εισοδήματα, απασχόληση, πολιτικές, πριν ενημερωθεί η ελληνική κοινή γνώμη στην οποία θα επιβληθεί, προκαλεί δικαιολογημένη αγανάκτηση. Και οπωσδήποτε ορθό ήταν το αίτημα των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, το πρόγραμμα να κατατεθεί και να συζητηθεί πρώτα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής. Τα όσα αποκάλυψε όμως ο υπουργός για το περιεχόμενό του γεννούν αμφιβολίες για την επαφή του προγράμματος με την πραγματικότητα, για τη συνάφεια στόχων και μέσων, για την πεποίθηση των ίδιων των συντακτών του ως προς τη δυνατότητα να εφαρμοστεί. Μάλλον την εκπλήρωση μιας τυπικής υποχρέωσης μοιάζει να εξυπηρετεί, με ένα σκεπτικό ότι στις συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης «όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, η ίδια η Επιτροπή αναθεώρησε δραστικά τις προβλέψεις της μέσα σε δύο μήνες, οπότε και όσα λέμε εμείς τώρα μπορεί να μην ισχύουν μέχρι το καλοκαίρι».

Η αβεβαιότητα είναι δεδομένη και πράγματι δεν έχει πολύ νόημα να αντιδικήσει κανείς με τις υποθέσεις/προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ: 1,1% φέτος, 1,6% το 2010, 2,3% το 2011, παρ’ ότι οι προβλέψεις της Επιτροπής είναι δυσμενέστερες (0,2% φέτος, 0,7% το 2010), διαφόρων διεθνών ιδιωτικών οίκων ακόμα περισσότερο. Πιο προβληματικές είναι οι προβλέψεις για την απασχόληση που τις συνοδεύουν (αύξηση 0,2%, 0,6% και 0,7% αντίστοιχα), ιδίως για διατήρηση της ανεργίας σταθερά στο 8% όλη την τριετία (από 7,5% πέρυσι) με τόσο χαμηλότερη οικονομική μεγέθυνση και σε διάσταση με όλη την Ευρώπη. Κυρίως υποδηλώνουν ότι δεν γίνεται καμία προετοιμασία απέναντι στην ανεργία που έρχεται. Από τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε ο κ. Παπαθανασίου για τη μεγέθυνση, τα μισά αναφέρονται στις ιδιωτικές επενδύσεις (συμπράξεις ιδιωτικού/δημόσιου τομέα, επενδυτικός νόμος) και δεν έχουν καμία βάση σύμφωνα με τις ίδιες τις επιχειρήσεις (έρευνες ΙΟΒΕ). Όσο για τις δημόσιες επενδύσεις και το ΕΣΠΑ, μένει να δούμε κατά πόσον θα αυξήσει τις σχετικές δαπάνες, όπως ακούγεται, τις οποίες έκοβε ο προκάτοχός του προσπαθώντας απελπισμένα να συγκρατήσει το έλλειμμα.

Αλλά για το δημόσιο έλλειμμα, κεντρικό μέγεθος στα προγράμματα σταθερότητας και καθοριστικό για τους όρους δανεισμού που, χειροτερεύοντας διαρκώς, απομυζούν εθνικό εισόδημα, γίνονται οι πιο αστήρικτες υποθέσεις. Καθώς το 2008 πλέον έκλεισε, έσοδα και δαπάνες οφείλουν να είναι γνωστά, ο υπουργός παραδέχεται ότι το έλλειμμα έφτασε το 3,7% του ΑΕΠ, από 2,5% που ψήφιζε στη Βουλή μόλις πριν από έξι εβδομάδες. Χωρίς αμφιβολία θα βεβαιωθεί αρκετά υψηλότερα όταν γίνουν οι τελικοί έλεγχοι. Την υπέρβαση απέδωσε ο κ. Παπαθανασίου κυρίως στη διεθνή κρίση που ξέσπασε τον Σεπτέμβριο, οδηγώντας σε μείωση των εσόδων τους τελευταίους μήνες του έτους. Δεν έπεισε κανέναν, εφόσον στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου τα έσοδα αυξάνονταν με ρυθμό 4,1% έναντι 10,1% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός. Παραδέχθηκε πάντως μιαν υστέρηση εσόδων 2 δισ. ευρώ πέρυσι. Το ίδιο έλλειμμα, 3,7% του ΑΕΠ, όσο ακριβώς το έχει προβλέψει η Επιτροπή, προβλέπει για φέτος (από 2% που έγραφε ο προϋπολογισμός), αναμένοντας, όπως είπε, μιαν υστέρηση εσόδων 2,5 δισ. ευρώ τώρα έναντι του προϋπολογισμού. Όταν δέχεται όμως παραπλήσια υστέρηση εσόδων τα δύο χρόνια, 2008 και 2009, σημαίνει ότι διατηρεί την ίδια εξωπραγματική πρόβλεψη του προκατόχου του για αύξηση των φόρων που θα καταβληθούν φέτος πάνω από 12%, τρεις φορές μεγαλύτερη από την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων. Και αυτό την ώρα που επεξεργάζεται νέο φορολογικό νομοσχέδιο με ελαφρύνσεις, ενδεχομένως και με την επαναφορά του αφορολογήτου ορίου των μη μισθωτών που πολλοί αναμένουν.

Όσον αφορά τις δαπάνες, εκεί ο κ. Παπαθανασίου προανήγγειλε κάποια ήπια λιτότητα: Λιγότερες προσλήψεις από τις αποχωρήσεις στο Δημόσιο, αυξήσεις μισθών και συντάξεων στα όρια του πληθωρισμού (που θα είναι κάτω από 3% φέτος). Μαζί και με μια σειρά νοικοκυρέματα, που πάντως δεν ακούγονται για πρώτη φορά, ίσως κάποια συγκράτηση να επιφέρουν, μετά τις δεκάδες χιλιάδες ρουσφετολογικές προσλήψεις της πενταετίας. Ριζικές αλλαγές όμως, ενεργοποίηση του δημόσιου τομέα για τη στήριξη της οικονομίας, απάντηση στην κρίση δεν συνιστούν.

Υποχρέωση απέναντι στην Ε.Ε. αλλά και εθνική υπόθεση

Πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης

Η κατάρτιση προγραμμάτων σταθερότητας και ανάπτυξης κάθε χρόνο και η υποβολή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά υποχρέωση που απορρέει από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, προκειμένου να συντονίζονται μεταξύ τους οι πολιτικές των χωρών-μελών. Εξ αρχής, με επιμονή της Γερμανίας ιδίως, η έμφαση δόθηκε στο σκέλος της «σταθερότητας», στη συγκράτηση δηλαδή των δημοσίων ελλειμμάτων κάτω από συγκεκριμένα όρια, όπως και του δημοσίου χρέους κάθε χώρας, ώστε να μη διακυβεύεται η συνολική σταθερότητα της νομισματικής ένωσης. Γιʼ αυτό και έχουν θεσπιστεί κυρώσεις για την παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων, πρώτο στάδιο των οποίων είναι το γνωστό σʼ εμάς καθεστώς της «επιτήρησης».

Στις σημερινές συνθήκες της σφοδρής ύφεσης που απειλεί τα εισοδήματα και την απασχόληση, παραγωγικούς κλάδους ολόκληρους, οι ιεραρχήσεις αλλάζουν. Δημοσιονομικές παραβιάσεις θεωρούνται δεδομένες για αρκετές χώρες, προσωρινά ανεκτές ή και επιβεβλημένες για να αμβλυνθούν οι συνέπειες της ύφεσης: για την Ισπανία ή την Ιρλανδία, λόγου χάρη, που αντιμετωπίζουν έντονη συρρίκνωση εθνικού εισοδήματος και ραγδαία άνοδο της ανεργίας, εκκινώντας από ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 40% του ΑΕΠ τους και από δημοσιονομικά πλεονάσματα έως και πέρυσι. Πολύ λιγότερο πάντως για την Ελλάδα, που με δημόσιο χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ συντηρούσε δημόσια ελλείμματα άνω του 3% του ΑΕΠ τα δύο τελευταία χρόνια με οικονομική μεγέθυνση 4% και 3%, ενώ φέτος θα είναι μία από τις πέντε μόνο χώρες της Ευρωζώνης με θετικό πρόσημο στη μεγέθυνση, όπως επαιρόταν προχθές ξανά ο κ. Παπαθανασίου (μαζί με Κύπρο, Μάλτα, Σλοβενία και Σλοβακία σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής).

Από την άλλη πλευρά, η διόγκωση των ελλειμμάτων, όταν μάλιστα συνδυάζεται με προοπτική επιδείνωσης του χρέους, χειροτερεύει επιλεκτικά ιδιαίτερα έντονα τους όρους του δημόσιου δανεισμού από τις αγορές. Εμείς ήδη το πληρώνουμε με επιτόκια στα κρατικά ομόλογα πλέον 3% υψηλότερα από τα γερμανικά, χάνοντας μεγαλύτερο μέρος από το εθνικό μας εισόδημα για να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας: στο 2% της συνολικής μας κατανάλωσης έχει υπολογιστεί η πρόσθετη απώλεια φέτος, ενώ κάπως λιγότερο επιβαρύνονται η Ιταλία και άλλες χώρες. Αλλά η μεγάλη διαφοροποίηση των όρων δανεισμού μεταξύ των χωρών του ευρώ γεννά σε κάποιους χρηματοοικονομικούς κύκλους αμφιβολίες για τη σταθερότητα ολόκληρης της Ζώνης. Βροχή σχετικών δημοσιευμάτων είδαμε και την περασμένη εβδομάδα σε ευρωπαϊκές εφημερίδες (με πιο χαρακτηριστικό τον τίτλο «Η Ελλάδα αχίλλειος πτέρνα της Ευρωζώνης» του πρακτορείου σχολίων “Breaking Views”). Το πρόβλημα δεν θα λυθεί όσο δεν αναλαμβάνεται η αναχρηματοδότηση του δημοσίου χρέους των χωρών με ευρωπαϊκή μεσολάβηση, που με τη σειρά της λογικά θα συνεπαγόταν και κάποια μεταβίβαση εξουσιών για τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, τα προγράμματα σταθερότητας και ανάπτυξης δεν απευθύνονται σε κάποιους χωροφύλακες στις Βρυξέλλες. Οι στόχοι που θέτουν και οι πολιτικές που υιοθετούν για την επίτευξή τους συνιστούν εθνική υπόθεση, επιβάλλεται επομένως να συζητούνται, να κρίνονται, τελικά να αποφασίζονται δημόσια σε κάθε χώρα. Και αυτήν την πρακτική ακολουθούν οι άλλες κυβερνήσεις, η ισπανική, για παράδειγμα, που παρουσίασε το δικό της πρόγραμμα στις 16 Ιανουαρίου στην κοινή γνώμη της χώρας, πριν το στείλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι