Oι στιγμές του Λεωνίδα Κύρκου και το αβέβαιο παρελθόν της ιστορικής ανανεωτικής αριστεράς

Δημήτρης Γιατζόγλου, 23/01/2009

Ισχυρίζονται πολλοί - και νομίζω πως έχουν δίκιο - ότι ένα βιβλίο σου κεντρίζει το ενδιαφέρον επειδή έρχεται να συναντηθεί με πράγματα που ήδη υπάρχουν μέσα σου, συγκεχυμένα ή σκοτεινά ίσως, αλλά υπάρχουν. Ως ιδέες εν σπέρματι, ως φόβοι, ως ερωτήματα. Και που το βιβλίο μπορεί να τα μορφοποιήσει, ή να τα αναπαράγει. Γι αυτό και ένα αυθεντικό βιβλίο νομιμοποιεί πολλαπλές αναγνώσεις, παράλληλες, συγκλίνουσες ή και αποκλίνουσες.

Όσον αφορά εμένα λοιπόν και την προσωπική μου ανάγνωση, τα δύο βιβλία του Λεωνίδα Κύρκου, συναντιόνται με μια από τις ελάχιστες βεβαιότητες που διαθέτω : τη βεβαιότητά μου για το αβέβαιο σήμερα παρελθόν της ιστορικής ανανεωτικής αριστεράς, όσο κι αν αυτό ηχεί ως παραδοξότητα.

Τα βιβλία με ενδιαφέρουν από αυτή ακριβώς τη σκοπιά. Διότι οι «Στιγμές» του Λεωνίδα στο σύνολό τους - και όχι μόνο αυτές που καταγράφονται στα δύο ομότιτλα βιβλία - ανήκουν πρωτίστως στην Αριστερά και στους Αριστερούς της Ανανέωσης. Και δια της Αριστεράς αυτής απευθύνονται στην κοινωνία - για την ακρίβεια στους υποτελείς αυτής της κοινωνίας. Και έτσι εγγράφονται στην ιστορία των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων αυτού του τόπου.

Και ελάχιστα με ενδιαφέρει η απόπειρα να φιλοτεχνηθεί το πορτρέτο ενός ηγέτη «γενικής αποδοχής», με κύρια - αν όχι αποκλειστικά - χαρακτηριστικά τη σύνεση, τη μετριοπάθεια και τον πολιτικό ρεαλισμό.

Διότι ο Λ. Κ. δεν είναι ένας πολιτικός ακτιβιστής. Ο ρεαλισμός του πολιτικού του λόγου και της πολιτικής του πράξης δεν είναι ένας πολιτικός πραγματισμός χωρίς αρχές. Ο πολιτικός του λόγος υπήρξε αιχμηρός, με γωνίες. Οι παρεμβάσεις του προκαλούσαν πάντα αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Ο πολιτικός λόγος και η πολιτική του πράξη είχαν ένα συμπαγές ιδεολογικό υπόβαθρο. (Θυμόμαστε όλοι τις δύο σταθερές της πολιτικής του σκέψης για το ρόλο της εργατικής τάξης και το ρόλο του Κόμματος). Η πολιτική του κουλτούρα έχει πίσω της το Λένιν και το Γκράμσι. Και κατά τη γνώμη μου, η επικαιρότητα της σκέψης του σήμερα, βρίσκεται στην επίμονη φροντίδα του να εντάσσεται η πολιτική της Ανανεωτικής Αριστεράς σ’ ένα ευρύτερο αξιακό και θεωρητικό πλαίσιο και να προσφέρει μια συνολική θέαση του παρόντος και του μέλλοντος.

Κυρίως όμως διότι η απόπειρα αυτή τείνει να ακυρώσει την προσπάθεια, που ξεκίνησε από το 68, για μια συγκροτημένη μεταπολιτευτική συλλογική αφήγηση για το παρελθόν και την προοπτική της ελληνικής κοινωνίας, εναλλακτική και αντιπαραθετική των αφηγήσεων που επιχείρησαν ο σταλινισμός του ΚΚΕ και ο λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ. Την αφήγηση του δημόσιου χώρου της ανανεωτικής αριστεράς.

Είναι γνωστές οι δυσκολίες, οι αντιφάσεις, οι τραυματικές εσωτερικές διαιρέσεις που σημάδεψαν τη συγκρότηση αυτής της αφήγησης και μέσω αυτής τη συγκρότηση του ιστορικού ρεύματος που υπήρξε ο φορέας της, ανεξάρτητα από τις όποιες κομματικές του μεταμορφώσεις. Είναι επίσης δεδομένη η πολιτική ήττα αυτού του ρεύματος. Δεδομένη και η πολιτική περιθωριοποίηση και η σιωπή πολλών αριστερών που στρατεύτηκαν στις γραμμές του. Όπως είναι αναμφισβήτητη και η ανθεκτικότητα πολλών ιδεολογικών και πολιτικών στοιχείων της ταυτότητας που αυτό παρήγαγε.

Όμως το ζήτημα δεν είναι σήμερα αυτό. Το ζήτημα είναι γιατί αυτό το παρελθόν γίνεται όλο και πιο αμφίσημο, όλο και ποιο αβέβαιο. Και γιατί η στάση μας απέναντί του μετεωρίζεται μεταξύ της νοσταλγίας, του πένθους ή της υπεροψίας, επιτείνοντας την αβεβαιότητά του.

Δεν διαθέτω προσωπικά απαντήσεις. Ξέρω βεβαίως ότι για την Αριστερά το παρελθόν υπήρξε πάντα μια σοβαρή ενόχληση. Άλλοτε το αγνοεί, άλλοτε το εξωραΐζει και κατά καιρούς το ξαναγράφει προκειμένου να το επιστρατεύσει στους συγκυριακούς σχεδιασμούς της. Ξέρω επίσης ότι σε κρίσιμες στιγμές, όταν η Αριστερά απεμπολεί την κριτική της διάθεση και τον αυτοκριτικό στοχασμό πάνω στην κρίση της, σαλπίζει την έφοδο προς το μέλλον.

Αλλά αυτή η γενική ερμηνεία δεν αρκεί.

Ίσως, ένα πρώτο βήμα, θα ήταν να καταγράψουμε τα ανοιχτά ακόμα ερωτήματα ως προς το παρελθόν και να επιχειρήσουμε περισσότερο αναλυτικές και έντιμες απαντήσεις. Να αποδεχτούμε κατ’ αρχήν ότι έχουμε και εμείς εγκλωβιστεί στα δικά μας, εξαντλημένα πια στερεότυπα. Να μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον από το άμεσα πολιτικό, στο πεδίο της στρατηγικής και των μεγάλων μετασχηματισμών για μια αντικαπιταλιστική προοπτική.

Γιατί, ας πούμε, ο συγκλονισμός του 89 μας οδήγησε να προσυπογράψουμε εύκολες και ρηχές απαντήσεις, εγκαταλείποντας βασικές σταθερές των θεωρητικών μας πεποιθήσεων και της πολιτικής μας κουλτούρας ;

Γιατί, βλέποντας πέρα από τα εθνικά μας όρια, ένα μεγάλο, λαϊκό κόμμα, με μια τόσο πλούσια θεωρητική και ιδεολογική παράδοση όπως το Ι.Κ.Κ. αποσαθρώνεται για να καταλήξει σ’ αυτή τη φαρσική βελτρονική εκδοχή ;

Γιατί τείνουμε σχεδόν να αποδεχτούμε ότι το αίτημα της ισότητας μπορεί να υποκατασταθεί από το ιδεολόγημα της «ισότητας των ευκαιριών»;

Τι είναι αυτό που μας οδηγεί, πέρα και αντίθετα με την οικολογική μας ευαισθησία, να αποδεχόμαστε ως πεδίο αμφισβήτησης του καπιταλισμού το πεδίο της οικονομικής μεγέθυνσης με «ολίγη από Κέϊνς», χωρίς κριτική αμφισβήτηση των κυρίαρχων καταναλωτικών προτύπων ;

Γιατί ένα μέρος του κόσμου μας που αγωνίζεται μέσα από τις γραμμές του ΣΥΝ επιστρέφει σε αρχαϊκές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες το πολιτικό κόμμα της ανανεωτικής αριστεράς δεν χρειάζεται να είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγαφωνική εγκατάσταση που μεγεθύνει τους ψιθύρους και τις κραυγές των κινημάτων;

Τι είναι αυτό που προκαλεί την βαθμιαία απώλεια της ιδεολογικής ηγεμονίας του ρεύματος της ανανεωτικής αριστεράς στα πλαίσια του ενιαίου ΣΥΝ, ηγεμονίας δεδομένης και αναμφισβήτητης τον πρώτο καιρό της συγκρότησής του;

Η αριθμητική των συσχετισμών;

Η ανωριμότητα του εγχειρήματος;

Η υποκατάσταση του αναγκαίου για τη δυναμική του εγχειρήματος ιδεολογικού ανταγωνισμού των εταίρων από τον τακτικισμό;

Η αδυναμία του ρεύματός μας να αναπαραγάγει και να ανανεώσει τις πολιτικές, προγραμματικές και αξιακές σταθερές του;

Η υιοθέτηση εκ μέρους μας του ρόλου του ρεαλιστή και άρα δεξιού μεταρρυθμιστή, έναντι του αριστερού ριζοσπαστισμού τον οποίο υποτίθεται ότι κομίζουν οι εκ του ΚΚΕ προερχόμενοι σύντροφοί μας;

Γιατί έγινε παθητικά αποδεκτή η ευδιάκριτη επί Προεδρίας Κωνσταντόπουλου διολίσθηση στην πρό-Γκράμσι διαίρεση ρεφορμισμού και επανάστασης, για να φτάσουμε σήμερα να τίθεται και μέσα στις γραμμές του ΣΥΝ το θέμα με πιο απροκάλυπτο τρόπο;

Ως προς αυτά τα ερωτήματα και πολλά ακόμα, έχουμε με το παρελθόν μας ανοιχτούς λογαριασμούς και οφειλές. Δεν είναι και πολύ πιθανό να ξεχρεώσουμε. Μας λείπουν πολλά και το κυριότερο μια συλλογικότητα που να ευνοεί αυτές τις αναζητήσεις και τον αναγκαίο διάλογο. Ας έχουμε τουλάχιστον την επίγνωση της οφειλής. Προς τις «Στιγμές» του Λεωνίδα, προς τον ίδιο το Λεωνίδα και τους άλλους ηγέτες μας : το Δρακόπουλο, το Γιάνναρο, το Δημητρίου, το Φιλίνη, το Μπριλλάκη, τον Ελεφάντη. Και άλλους πολλούς, εμφανείς και αφανείς, νεκρούς και ζωντανούς. Προς όλους εκείνους που εγκαινίασαν το 68 μια μεγαλειώδη όσο και επώδυνη περιπέτεια : το εγχείρημα του Δημοκρατικού Δρόμου προς το Σοσιαλισμό, το εγχείρημα να συναντηθεί η λαϊκή διαθεσιμότητα και να διαμεσολαβηθεί από ιδέες, αξίες, πρόγραμμα, ώστε να παραχθεί η μεγάλη Πολιτική που αλλάζει τους ανθρώπους και τον κόσμο, ξεκινώντας από σήμερα.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 402 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι