Εκλογικά τεχνάσματα στην πλάτη της οικονομίας

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 15/02/2009

Χωρίς νέο προϋπολογισμό και πρόγραμμα δεν θα συγκρατηθεί η επιδείνωση: πρώτους θα πλήξει πολλές χιλιάδες εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και μικρές επιχειρήσεις.

Δυσμενείς έρχονται οι πρώτες πληροφορίες από τις Βρυξέλλες για την υποδοχή του ελληνικού προγράμματος σταθερότητας, όπως και αναμενόταν. Εν μέσω της επιδεινούμενης ύφεσης στην Ευρώπη η ελληνική κυβέρνηση δεν διαθέτει επιχειρήματα για να δικαιολογήσει το δημοσιονομικό εκτροχιασμό πολύ πριν η κρίση αγγίξει τη χώρα μας. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η επιβολή αυστηρότητας σε δημόσιες δαπάνες και φόρους την ώρα που τα εισοδήματα πλέον θα συμπιέζονται.

Η ύφεση στην Ευρώπη φαίνεται ότι θα είναι βαθύτερη φέτος από όσο επίσημα προβλεπόταν μετά τα στοιχεία για το τελευταίο τρίμηνο του 2008 που ανακοινώθηκαν προχθές: Κατά 1,5% συρρικνώθηκε το ΑΕΠ τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και στην Ε.Ε. των 27, έναντι του τρίτου τριμήνου (οπότε είχε μειωθεί κατά 0,2%). Στη Γερμανία μάλιστα η μείωση έφτασε το 2,1%, ύστερα από μειώσεις από μισή μονάδα τα δύο προηγούμενα τρίμηνα, και ο γερμανικός Τύπος κάνει λόγο για πρωτοφανή επίδοση, χειρότερη από όσο πρόβλεπαν οι αναλυτές. Και στη μικρή Πορτογαλία η μείωση ήταν 2%, στη Βρετανία 1,5%, στη Γαλλία 1,2%, στην Ισπανία 1%. Όσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την ύφεση με εθνικά μέτρα που συχνά επιβαρύνουν τις άλλες χώρες (όπως στην περίπτωση του κρατικού δανείου προς τις γαλλικές αυτοκινητοβιομηχανίες), πάντως χωρίς επαρκή συντονισμό, αλλά και χωρίς επαρκή μέσα (το σύνολο της δημοσιονομικής τόνωσης στην Ευρώπη εκτιμάται σαφώς χαμηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ ή στην Κίνα, σύμφωνα με τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel), η ύφεση δεν θα αναχαιτισθεί.

Η ελληνική οικονομία δεν πλήττεται από ύφεση για την ώρα, δεν μειώνεται δηλαδή το εθνικό μας εισόδημα, δοκιμάζεται όμως από σημαντική επιβράδυνση, μέχρι και στασιμότητα πιθανώς φέτος, ενώ ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εθνικού μας εισοδήματος διοχετεύεται στο εξωτερικό, πάνω από το 4% φέτος, για να πληρωθούν οι διαρκώς υψηλότεροι τόκοι του μεγάλου δημοσίου χρέους. Σε αυτές τις συνθήκες απειλείται η απασχόληση πολλών χιλιάδων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, η επιβίωση πολλών χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων.

Επιτακτική προβάλλει έτσι η ανάγκη να αναθεωρηθεί ριζικά ο κρατικός προϋπολογισμός και να καταρτιστεί ένα νέο, είτε τριετές, όπως προβλέπεται στην Ε.Ε., είτε, ακόμα καλύτερα, τετραετές πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο να στηρίζεται σε ρεαλιστικές εκτιμήσεις, όχι σε αυθαίρετες, εξωπραγματικές προβλέψεις. Και θα συνιστούσε πράγματι έναν πολύ σοβαρό λόγο για να ανοίξει στη Βουλή μια ουσιαστική συζήτηση για την οικονομία. Αν μάλιστα, μπροστά στο οξύ πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, η κυβέρνηση ανταποκρινόταν στη θεσμική της υποχρέωση να καταθέσει στο Κοινοβούλιο συγκεκριμένες ολοκληρωμένες προτάσεις, ο πρωθυπουργός θα είχε μια πολιτική βάση για να ζητήσει τη συναίνεση της αντιπολίτευσης. Τέτοιες διαδικασίες ακολουθούνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ισπανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία ή τη Γερμανία για παράδειγμα. Ευρείες συναινέσεις εφʼ όλης της ύλης της οικονομικής πολιτικής δεν επιτυγχάνονται ούτε εκεί, αλλά τουλάχιστον οι κυβερνήσεις, μονοπαραταξιακές ή και μεγάλων συνασπισμών σαν τη γερμανική, προτείνουν και αιτιολογούν επεξεργασμένες δέσμες μέτρων που κρίνονται, τροποποιούνται και εντέλει υιοθετούνται κατά πλειοψηφία, με την κοινή γνώμη να αποκτά μια σχετικά καθαρή εικόνα για το τι επιδιώκεται.

Τα ερωτήματα δεν τέθηκαν

Καμία τέτοια λογική δεν υπηρέτησε η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση για την οικονομία την οποία προκάλεσε την περασμένη Πέμπτη ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Καμία πρόσθετη υπεύθυνη πληροφόρηση δεν προσέφερε για την κατάσταση της οικονομίας, για τις προοπτικές που διαμορφώνονται, για τα διλήμματα που αντιμετωπίζει η οικονομική πολιτική: π.χ. με τι είδους μέτρα θα επιχειρηθεί η επαναφορά του δημοσίου ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ μέσα σε δύο χρόνια, εφόσον αυτό τελικά απαιτηθεί από την Ε.Ε., ενώ ήδη επιβάλλεται από την επιδείνωση των όρων του δημόσιου δανεισμού, ποιες δαπάνες θα συμπιεσθούν και πώς, ποιοι φόροι θα αυξηθούν; Και ακόμα σημαντικότερο, πώς θα στηριχθούν η παραγωγή, τα εισοδήματα και η απασχόληση; Χωρίς καμία ιεράρχηση αναμασήθηκαν επιτροχάδην όλες οι ήδη γνωστές εξαγγελίες, που έτσι κι αλλιώς αλλάζουν από βδομάδα σε βδομάδα, όπως το αφορολόγητο των επαγγελματιών, είτε έχουν πρακτικό αντίκρυσμα είτε όχι: Τι νόημα έχει να επαναλαμβάνονται χιλιοειπωμένες διακηρύξεις περί καταπολέμησης της δημόσιας σπατάλης όταν καμία εξήγηση δεν δίνεται για τις υπερβάσεις των δαπανών πέντε χρόνια τώρα που όλοι γνωρίζουμε τη ρουσφετολογική τους βάση, ενώ από την άλλη πλευρά παραλυτικές διογκώνονται οι ελλείψεις σε καίριους τομείς, στην υγεία λόγου χάρη; Ποιον πείθουν οι διαβεβαιώσεις περί διατήρησης της ανάπτυξης, που ελάχιστα περιλαμβάνουν πέρα από τη διάθεση κάποιων κοινοτικών πόρων ενόσω οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται; Πάντως όχι τις επιχειρήσεις, όπως εκφράζονται δια του ΣΕΒ και των κλαδικών τους φορέων, ούτε τους αγρότες. Και πώς μπορεί να γίνεται λόγος για στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων, όταν το επί δύο χρόνια διατυμπανιζόμενο ταμείο για την κοινωνική συνοχή πρακτικά ακόμα δεν υφίσταται, απλώς θα μοιραστεί επʼ ονόματί του ένα έκτακτο εφʼ άπαξ επίδομα (τέως θέρμανσης), όταν ερχόμαστε τελευταίοι στην επιδότηση των ανέργων στην Ευρώπη και ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα μόνο εμείς δεν καθιερώνουμε;

Αλλά για το σύνολο των μέτρων που απαριθμήθηκαν δεν έχει επιχειρηθεί κάποια εκτίμηση των αποτελεσμάτων (οικονομικών, όχι σε ψήφους) που επιδιώκεται να φέρουν. Στη Βουλή την Πέμπτη δεν αναφέρθηκε καν η νέα επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο τρίμηνο του 2008 (αύξηση ΑΕΠ μόλις 0,3% έναντι του προηγουμένου τριμήνου, 2,6% σε ετήσια βάση από 2,9%, 3,5% και 3,1% τα αμέσως προηγούμενα τρίμηνα). Χρειάστηκε να περιμένουμε την Eurostat προχθές για να την πληροφορηθούμε, και την καθυστερημένη ταυτόχρονη ανακοίνωση της δικής μας Στατιστικής Υπηρεσίας, η οποία επισημαίνει μάλιστα τη δυσοίωνη «μείωση των εξαγωγών που παρουσίαζαν σταθερά αύξηση στο παρελθόν» (χωρίς να παραθέσει ακόμα τα σχετικά μεγέθη). Όπως φαίνεται, πρόκειται για ανατροπή τάσης που προδιαγράφει για φέτος εξελίξεις χειρότερες από τις κυβερνητικές προβλέψεις, πιο κοντά σε εκείνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αύξηση ΑΕΠ μόλις 0,2%. Δεν είναι αυτό μείζον θέμα που έπρεπε να τεθεί στην κοινοβουλευτική συζήτηση για την οικονομία; Μίλησε, τέλος, για κόστος ο κ. Καραμανλής, «σχέδιο χωρίς κόστος δεν υπάρχει», είπε. Δεν φάνηκε να του πέρασε από το μυαλό ότι είχε την υποχρέωση να ορίσει αυτό το κόστος, πόσο είναι, και να πει συγκεκριμένα πώς προτείνει να κατανεμηθεί στην κοινωνία.

Προς επιδείνωση

Ύστερα από μια τέτοια παράσταση, η έκκληση του κ. Καραμανλή προς την αντιπολίτευση για συναίνεση εύλογα ερμηνεύθηκε στο σύνολο σχεδόν του Τύπου σαν ένα ακόμα τέχνασμα στην πορεία της κυβερνητικής προετοιμασίας για εκλογές. Η διενέργεια εκλογών το ταχύτερο είναι άλλωστε το κύριο αίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σʼ αυτό επέμεινε στη δική του ομιλία ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου, αντικρούοντας με ευκολία τους πρωθυπουργικούς ισχυρισμούς για την οικονομία και την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική. Αλλά ένα δικό του ολοκληρωμένο πρόγραμμα, που να μετρά κόστη, να τα κατανέμει και να ορίζει με σαφήνεια τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, δεν έχει προτείνει ο κ. Παπανδρέου. Μοναχικές είναι άλλωστε στο ΠΑΣΟΚ οι φωνές σαν του Αλέκου Παπαδόπουλου, που επιμένουν στην ανάγκη ένα τέτοιο συγκεκριμένο κυβερνητικό πρόγραμμα να παρουσιαστεί πριν από τις εκλογές, ώστε να μπορεί να γίνει κοινωνικά ανεκτό και να εφαρμοστεί κατόπιν.

Όσο συντηρούνται τα ίδια πολιτικά δεδομένα, η ίδια κυβερνητική διαχείριση, η κατάσταση της οικονομίας θα επιδεινώνεται τους επόμενους μήνες, χωρίς να διαγράφεται καμία προοπτική διεξόδου. Αντίθετα, εφόσον αφεθεί να επιβληθεί δημοσιονομική αυστηρότητα προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα απʼ έξω, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνδυασμό με τις αγορές ή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αντί να σχεδιαστεί υπεύθυνα από τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, οι συνέπειες θα είναι πολύ βαρύτερες. Γενικές περικοπές δαπανών, χωρίς μελετημένη εξειδίκευση, θα εντείνουν τις ήδη μεγάλες ανισότητες, εφόσον εφαρμοστούν στις επενδύσεις θα χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας. Το ίδιο και η εύκολη λύση μιας αύξησης των εμμέσων φόρων, που πληρώνουν όλοι αδιακρίτως, επειδή δεν φορολογούνται σωστά και προοδευτικά τα εισοδήματα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι