Γιατί απέτυχαν;

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 14/02/2009

Δεν έχω- ούτε κι εσείς φαντάζομαι - σε καμία υπόληψη τα βιβλία που εκδίδουν επαγγελματίες της πολιτικής, όταν μυρίζουν εκλογές, συλλέγοντας άρθρα και συνεντεύξεις που έχουν ήδη δημοσιευθεί σε πρόθυμα Μέσα. Θεωρώ κάθε τέτοιο βιβλίο κι ένα μικρό οικολογικό έγκλημα- αδίκως θυσιασμένο χαρτί και σπαταλημένο μελάνι. Αλλά αν ο συγγραφέας είναι ένας βουλευτής που έφυγε με πάταγο από το κυβερνών κόμμα, καταδικάζοντάς το στο αργό μαρτύριο της 151ης σταγόνας; Κάπως έτσι παρασύρθηκα να ξεφυλλίσω το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του Π. Τατούλη. Και σκόνταψα στις πρώτες γραμμές του προλόγου του.

«Αυτό που με βασάνιζε»- γράφει ο βουλευτής- «ήταν να βρω τους λόγους για τους οποίους η παράταξη την οποία με πίστη υπηρετούσα για περισσότερα από 20 χρόνια είχε ξεστρατίσει από τον δρόμο που είχαμε χαράξει πριν από το 2004». Μεταγράφω το ερώτημα, αφαιρώντας το προσωπικό δράμα του συγγραφέα: Γιατί απέτυχε (τόσο παταγωδώς μάλιστα) το εγχείρημα «νέα διακυβέρνηση»; Γιατί οδήγησε σε τόσο τραγικά (για όλους μας) αποτελέσματα μια πολιτική περίοδος που είχε αρχίσει με απεριόριστη ανοχή και μια ανέμελη πεποίθηση πως όλα θα πάνε, χαλαρά, προς το καλύτερο; Και πώς έφθασε, πριν σβήσει το πέμπτο του κεράκι ο Καραμανλής, να προεξοφλούν οι δικοί του την ήττα του και να μαλώνουν- από τώρα!- για τη διαδοχή του; Οι αιτίες της αποτυχίας, νομίζω, είναι δύο κατηγοριών. Η μία είναι «εσωτερική» της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος εξουσίας- αφορά τον ίδιο τον «δρόμο που είχαν χαράξει πριν από το 2004». Η άλλη είναι «εξωτερική» - έχει να κάνει με το πολιτικό σύστημα, στη διαχρονική μορφή του.

Η Ν.Δ. του νεώτερου Καραμανλή ήταν το πρώτο κόμμα, από το 1974 κι ύστερα, που ανέβηκε στην εξουσία με μόνη φιλοδοξία την εξουσία την ίδια. Ο αυθεντικός Καραμανλής το ΄74, ο Ανδρέας το ΄81 και ο Σημίτης το ΄96 είχαν, πέρα από τη φιλοδοξία της εξουσίας, και μια «κεντρική ιδέα», μια βασική φιλοδοξία για τη χώρα, έναν ισχυρό πολιτικό στόχο, που συνοψιζόταν και σε ένα ισχυρό σύνθημα. Ακόμη και η άτυχη κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1990 είχε μια (κακή, έστω) πολιτική φιλοδοξία- να εισαγάγει στην Ελλάδα το κυρίαρχο, φιλελεύθερο, αντι-κρατικό μάντρα της εποχής. Η κυβερνητική αλλαγή του 2004 ήταν η πρώτη, σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, που ακριβώς επειδή δεν έφερνε στην εξουσία καμία άλλη φιλοδοξία πέραν της εξουσίας της ίδιας, έφερε στον αφρό κι ένα πολιτικό προσωπικό ολοκληρωτικά υποθηκευμένο, από την πρώτη στιγμή, στα πελατειακά δίκτυα και τους κομματικούς μηχανισμούς που τη νέμονται. Αυτή ήταν η πρώτη αιτία της αποτυχίας- κι ας μην τη βλέπει ο κ. Τατούλης. Τη δεύτερη αιτία, όμως, την «εξωγενή», ο Τατούλης την εντοπίζει, νομίζω, σωστά και την περιγράφει αξιοθαύμαστα: «Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα δεν είναι υπόθεση ενός και μόνον κόμματος, πάσχει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα... (το οποίο) έχει παραμείνει στην μεταοθωμανική περίοδο». Και που αποτελεί ένα μείγμα «κομματοκρατίας και συντεχνιακού κορπορατισμού».

Κατά σύμπτωση, αυτές τις ημέρες, ένας άλλος μοναχικός λύκος της πολιτικής ζωής, ο Αλέκος Παπαδόπουλος, κυκλοφόρησε ένα άλλο βιβλίο, πολύ μεγαλύτερης διανοητικής πυκνότητας, που καταλήγει σε ανάλογα συμπεράσματα. «Το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας- λέειδεν είναι ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος, είναι το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα». Ένα σύστημα που χρησιμοποιεί τη Δημόσια Διοίκηση ως δεξαμενή πελατείας για την αναπαραγωγή του και που αντιστρατεύεται κάθε εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση, επειδή τη βλέπει ως απειλή εναντίον της αναπαραγωγής των πελατειακών του σχέσεων.

Η περίοδος Καραμανλή θα μείνει στην Ιστορία- ίσως- ως η περίοδος κατά την οποία αυτά τα διαχρονικά, «μετα-οθωμανικά» χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος εκδηλώθηκαν στις πιο ακραίες τους μορφές, αλλά και φανερώθηκαν στα μάτια μας εναργέστερα, αποψιμυθιωμένα, απογυμνωμένα από κάθε άλλοθι. Είναι κι αυτό μια κάποια συμβολή του στη νεώτερη ιστορία: Ύστερα από αυτόν η αναπαραγωγή και διαιώνιση του ίδιου συστήματος δεν θα είναι εύκολα ανεκτή. Και το ερώτημα «γιατί απέτυχε ο Καραμανλής;» μπορεί να γίνει αφετηρία μιας ζύμωσης για τις προϋποθέσεις της μεγάλης ρήξης, που όχι μόνον ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος αλλά κι ένα (μικρό έστω) μέρος του πολιτικού κόσμου φαίνεται να νιώθει αναγκαία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι