Ζητείται πολιτική μετάφραση

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 18/02/2009

Υποδείξεις τόσο αυστηρές και ιδίως τόσο ριζικά διαφορετικές από τις επίσημες κυβερνητικές θέσεις ποτέ μέχρι προχθές δεν είχε διατυπώσει η Τράπεζα της Ελλάδος. Τι συνέβη και η νέα διοίκηση του καθηγητή Γιώργου Προβόπουλου άλλαξε μια τακτική που ακολουθούσαν επί δεκαετίες οι προκάτοχοί του, να αποδέχονται κατ΄ αρχήν, ενδεχομένως και να εγκωμιάζουν, όσες κυβερνητικές πολιτικές έκριναν ορθές, επισημαίνοντας ταυτόχρονα από τη σκοπιά τους προβλήματα και παροτρύνοντας σε πολιτικές που θα τα αντιμετώπιζαν; Σε κρίσιμες συνθήκες είχε βρεθεί και παλαιότερα η ελληνική οικονομία. Δεν είναι τόσο μακριά τα χρόνια γύρω στο 1990, όταν ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 20%, τα επιτόκια δανεισμού ακόμα και το 30%, και κάποιες στιγμές έμοιαζε αμφίβολο αν το Δημόσιο θα κατόρθωνε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Ούτε ο Δημήτρης Χαλικιάς όμως, ούτε ο Λουκάς Παπαδήμος, αλλά ούτε και ο Νίκος Γκαργκάνας είχαν ποτέ απέναντί τους μια κυβέρνηση σε τέτοια καταφανή διάσταση με την πραγματικότητα σαν τη σημερινή.

Το ζήτημα δεν είναι οι αριθμητικές διαφορές στις προβλέψεις, όσο σημαντικές συνέπειες και αν έχουν: οικονομική μεγέθυνση 1,1%, 0,5%, ή 0,2%. Ούτε στον στόχο για το δημόσιο έλλειμμα, το 3,7% του ΑΕΠ που έθεσε για φέτος το Πρόγραμμα Σταθερότητας υιοθετώντας την πρόβλεψη της Επιτροπής, ενώ η έκθεση θέλει να μειωθεί κάτω από το όριο του 3%. Ούτως ή άλλως, οι αριθμοί κινδυνεύουν να προκύπτουν χειρότεροι εκ των υστέρων. Η βασική διαφορά εντοπίζεται στην επιδίωξη: εδώ που φτάσαμε πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως τη ριζική αλλαγή στα δημόσια οικονομικά που δεν κάναμε νωρίτερα όταν ήταν ευκολότερο- είναι το μήνυμα που θέλησε να περάσει η Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό θα σήμαινε να ξαναγραφτεί ο φετινός προϋπολογισμός και να καταρτιστεί ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που θα εξαλείψει τα ελλείμματα, θα μειώνει αποφασιστικά το δημόσιο χρέος, θα εξασφαλίσει την ανάπτυξη.

Τους λόγους γιατί αυτά χρειάζεται να γίνουν αμέσως τώρα εξήγησε καθαρά ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος: ο συνδυασμός του πολύ υψηλού χρέους και των επίμονων ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα με το εκρηκτικά διογκωμένο εξωτερικό έλλειμμα (14,7% του ΑΕΠ πέρυσι) έχει οδηγήσει τους τελευταίους μήνες σε σημαντικά αυξημένο κόστος του δημόσιου δανεισμού. Ενδέχεται μάλιστα να αυξηθεί πολύ παραπάνω, καθώς μεγάλα κράτη, με πρώτες τις ΗΠΑ, θα αντλούν τεράστια κεφάλαια από τις αγορές για να στηρίξουν τις οικονομίες τους, οπότε θα ανέβουν συνολικά τα επιτόκια. Το υψηλό κόστος του δημόσιου δανεισμού δεν αφαιρεί μόνον ένα μέρος, ολοένα και μεγαλύτερο, από το εθνικό εισόδημα που διοχετεύεται στην εξυπηρέτηση του χρέους. Συμπαρασύρει προς τα πάνω επίσης το κόστος δανεισμού για τον ιδιωτικό τομέα, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, συμπιέζοντας όλη την οικονομία. Και μπορεί οι αγορές να υπερβάλλουν σήμερα για τους κινδύνους που άλλοτε αγνοούσαν, άρα και στις αποδόσεις που απαιτούν από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Μόνος τρόπος όμως για να συγκρατηθεί αυτό το κόστος είναι μια πολιτική που θα πείθει ότι μειώνει ελλείμματα και χρέος και δημιουργεί όρους για βιώσιμη ανάπτυξη.

Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να εισαγάγει τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος για την Ελλάδα (πιθανώς και για τη Γαλλία και άλλες χώρες). Και κάποιους ξενίζει, την ώρα που ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου προσπαθεί να διαπραγματευθεί μια παράταση ώς το 2011 για να ρίξει το έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος να το ζητάει από φέτος, και κατόπιν το έλλειμμα να μειώνεται μία μονάδα τον χρόνο μέχρι να μηδενιστεί το 2012. Προσφέρει επιχειρήματα στους «αντιπάλους», λένε. Όταν όμως ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ σε συγχορδία εμμένουν στην ατομική ευθύνη κάθε χώρας για τα δημοσιονομικά της, και αλληλέγγυος ευρωπαϊκός μηχανισμός δεν δημιουργείται, το πρόβλημα δεν είναι αν μας επαναφέρουν σε καθεστώς επιτήρησης. Είναι πώς θα αποτρέψουμε μια καταστροφική για την εθνική οικονομία διόγκωση του κόστους δανεισμού.

Στην έκθεσή του ο κ. Προβόπουλος υποστηρίζει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα μπορεί να μειωθεί, όπως προτείνει, εφόσον παταχθεί μέρος της τεράστιας φοροδιαφυγής και κυρίως εφόσον αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών ώστε να αντιστοιχούν σε περισσότερα παρεχόμενα αγαθά. Με ανακατανομή τους, γράφει, μπορούν να εξοικονομηθούν πόροι για να στηριχθούν οι πιο ευάλωτες ομάδες και να ενισχυθούν οι δημόσιες επενδύσεις, οι «πράσινες» ιδίως στην ενέργεια και το περιβάλλον. Αλλά προϋπόθεση είναι μια σειρά από μεταρρυθμίσεις. Μένει το ερώτημα πώς μια τέτοια λογική μεταφράζεται σε πολιτικές με κοινωνική αποδοχή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι