Η κρίση των εργασιακών σχέσεων και οι συνταγές ομοιοπαθητικής

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Το Βήμα, Νέες Εποχές, 22/02/2009

Περισσότερη ανεργία ή ακόμη πιο ευλύγιστες εργασιακές σχέσεις; Το ερώτημα βρίσκεται στα χείλη όλων, με τη μορφή επιτακτικού διλήμματος. Οι τραπεζίτες, οι εργοδότες και οι κατ΄ επάγγελμα φιλελεύθεροι το βροντοφωνάζουν με αυτάρεσκη βεβαιότητα, οι πολιτικοί άνδρες το υπαινίσσονται με εύλογη δυσφορία, οι συνδικαλιστές προσπαθούν να το αποφύγουν με ρητορικούς εξορκισμούς. Αλλά το ζήτημα είναι απαράκαμπτο, ως υπαρκτό. Στο μέτρο που το συνολικό «πακέτο» των κοινωνικά διαθέσιμων θέσεων εργασίας δεν «επαρκεί» για να «προσφερθεί» μισθωτή απασχόληση στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού, δύο και μόνον μπορεί να είναι οι μορφές του κοινωνικού «επιμερισμού» των εργασιακών θέσεων. Είτε όλοι θα κληθούν να μοιρασθούν όσες θέσεις υπάρχουν ίσοις όροις είτε ορισμένοι θα εργασθούν ενώ άλλοι θα μείνουν κατ΄ ανάγκην εκτός νυμφώνος. Και οι κανόνες του πραγματιστικού ορθολογισμού επιτάσσουν, μας λένε, την επιλογή της πρώτης λύσης. Στο πλαίσιο ενός πρωτόγνωρου και νεοπροσδιοριζόμενου «συνεχούς της εξαθλίωσης», γίνεται αποδεκτό ότι η γενίκευση της υποαπασχόλησης με μορφή επισφαλούς, μερικής, προσωρινής ή εποχικής εργασίας είναι σε κάθε περίπτωση προτιμότερη από την ανεργία.

? Τρεις προϋποθέσεις

Μολονότι άρτιος, όμως, ο συλλογισμός ισχύει μόνον υπό προϋποθέσεις.

Προϋπόθεση πρώτη. Η αγορά εργασίας είναι και οφείλει να παραμείνει απολύτως «ελεύθερη». Η πολιτεία δεν παρεμβαίνει ενεργά στη λειτουργία της, αλλά αρκείται στην άνωθεν εγγύηση των «αντικειμενικών» ετυμηγοριών του «αόρατου χεριού» που την κινεί και αποφασίζει για τα πάντα. Πριν και ανεξάρτητα από την μη κυρίαρχη πολιτική βούληση και την πάντα διαπραγματεύσιμη και ρευστή κοινωνική «ευαισθησία», ο οριστικός λόγος έχει δοθεί στην κυρίαρχη αγορά.

Προϋπόθεση δεύτερη. Το «Κοινωνικό Κράτος» δεν ασχολείται με τους απόβλητους παρά μόνο ρητορικά και «κατ΄ οικονομίαν». Πληρώνει μόνο στοιχειώδη και βραχυπρόθεσμα επιδόματα ανεργίας, περιορίζει δραστικά τη δημόσια απασχόληση και αρκείται στο να διατυπώνει αλυσιτελή ευχολόγια με στόχο τη συντήρηση, ή τουλάχιστον για τη μη ραγδαία μείωση των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Κατά τα άλλα, και εις πείσμα των διάτρητων «δικτύων ασφαλείας» που εξακολουθεί να θεσπίζει προς το θεαθήναι, στην πράξη φαίνεται να ακολουθεί τη συνταγή του βικτωριανού κοινωνικού δαρβινιστή Χέρμπερτ Σπένσερ: «Οσοι είναι να ζήσουν, θα ζήσουν, και όσοι δεν τα καταφέρουν θα πεθάνουν, και καλά θα κάνουν να πεθάνουν».

Προϋπόθεση τρίτη, και συνακόλουθη. Η εργασιακή δύναμη αντιμετωπίζεται σαν ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Και όπως όλα τα εμπορεύματα, οφείλει να υπόκειται στους «αντικειμενικούς» κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Το «εργατικό δίκαιο» που δημιουργήθηκε με στόχο να προστατεύσει όσους αναγκάζονται να εμπορευθούν τον μόχθο τους λειτουργεί μόνον ως μάθημα στις νομικές σχολές. Η ιστορική του σημασία εξέλιπε μαζί με την εποχή όπου το επίκεντρο των κανονιστικών ρυθμίσεων ήσαν ακόμη οι άνθρωποι. Την εποχή δηλαδή όπου με την πρόταξη του αιτήματος για πλήρη απασχόληση και τη θέσπιση της μόνιμης διά βίου εργασίας σε ένα πλαίσιο ελευθερίας, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία υλοποιούσε τη σημαντικότερη από καταβολής κόσμου κατάκτηση των εργαζομένων. Δεν καταργήθηκαν βέβαια ούτε η φτώχεια ούτε η εκμετάλλευση. Αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία οι εργαζόμενοι ήσαν και ένιωθαν προστατευμένοι και ασφαλείς.

Από τότε, οι πολιτικές προτεραιότητες δεν άλλαξαν απλώς, κυριολεκτικά αντιστράφηκαν. Ως πρόοδος δεν θα νοηθεί πλέον η συνεχής ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών ζωής της πλειονότητας των εργαζομένων ανθρώπων, αλλά η μεγιστοποίηση της χρηματοπιστωτικής συσσώρευσης, και μαζί τους των κερδών. Θα ήταν βέβαια ευκταίο, μας λένε, οι δύο αυτές προοπτικές να μπορεί να συμβαδίσουν. Και «κανονικά», εις πείσμα των ιστορικών εμπειριών- θυμίζω ότι σε απόλυτους πραγματικούς όρους το επίπεδο διαβίωσης των λιγότερο ευνοημένων Αμερικανών δεν σταμάτησε να πέφτει από το 1975-, θα «έπρεπε» να συμβαδίζουν, αφού «κάποτε» ο αυξανόμενος πλούτος είναι μοιραίο να κυλήσει προς τα «κάτω» (αυτή είναι η θεωρία του «trickledown effect»). Και αν όμως ακόμη, για οποιουσδήποτε λόγους και για μια σύντομη, ελπίζεται, περίοδο, η ευημερία των αριθμών δεν συνεπιφέρει την ευημερία των ανθρώπων, η διόγκωση της οικονομίας θα πρέπει εν τούτοις και δίχως άλλο να προταχθεί. Στο μέτρο που η πρώτη θεωρείται προϋπόθεση της δεύτερης (αυτή είναι η θεωρία της διογκούμενης «πίτας»), οι έλλογοι εργαζόμενοι οφείλουν να περιμένουν την αναστροφή των τάσεων ή την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος (αυτή είναι η θεωρία της αναγκαίας μονόπλευρης λιτότητας).

? Ο κίνδυνος και η ελπίδα

Τα παραπάνω δεν συμβάλλουν βέβαια στην επίλυση του διλήμματος που τέθηκε στην αρχή. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε η περίοδος κρίσης που διατρέχουμε είναι προφανώς έκτακτη και πρέπει να αντιμετωπισθεί με έκτακτα μέτρα. Και με αυτήν την έννοια το άμεσο και κραυγαλέο ζήτημα της προϊούσας ανεργίας δεν είναι δυνατόν ούτε να παρακαμφθεί ούτε να αποσιωπηθεί. Ως κατ΄ ανάγκην και κατ΄ επιταγήν υπεύθυνοι, οι υπεύθυνοι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να βρουν τις προσωρινές εκείνες λύσεις που θα καταστήσουν την προϊούσα εξαθλίωση λιγότερο γενικευμένη και δυσβάσταχτη. Και ως εξ υποθέσεως πρόθυμοι, οι οικονομολόγοι είναι υποχρεωμένοι να επινοήσουν προσωρινές λύσεις και αυτοσχέδιους μηχανισμούς που θα αμβλύνουν τα διαφαινόμενα αδιέξοδα. Και τα δύο αυτά θα γίνουν, με επιτυχία μεγαλύτερη (αλλού) ή μικρότερη (κατά πάσαν πιθανότητα στα καθ΄ ημάς).

Το πρόβλημα όμως έγκειται αλλού. Η πλήρης αποτυχία και αναξιοπιστία του νεοφιλελεύθερου συστήματος ιδεών εγγυάται ότι, αν δεν ανατραπεί πλήρως το σύστημα των πολιτικών προτεραιοτήτων, τα προβλήματα θα παραμείνουν τα ίδια ακόμη και μετά την έξοδο από την κρίση. Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, για να έχουν μακρόπνοο αποτέλεσμα οι προοιωνιζόμενες «θεραπείες» των κοινωνικών δεινών θα πρέπει να είναι προληπτικές και όχι απλώς κατασταλτικές. Και πρόληψη δεν μπορεί παρά να σημαίνει παρέμβαση στη ρίζα των αιτίων που οδήγησαν τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής. Εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο μείζων κίνδυνος. Τόσο από επίσημα όσο και από ανεπίσημα χείλη, πολλές από τις συνταγές που προτείνονται φαίνεται να εμπνέονται από τις κομπογιαννίτικες αρχές της «ομοιοπαθητικής». Τα αδιέξοδα της ελεύθερης αγοράς θα λυθούν με την περαιτέρω απελευθέρωσή της, οι δυσκαμψίες της αγοράς εργασίας με τη θέσπιση της πλήρους ευλυγισίας των εργασιακών σχέσεων, οι δυσπραγίες του πιστωτικού συστήματος με την περαιτέρω ενίσχυση της ασυδοσίας του. Και κατ΄ επέκτασιν η σώρευση της αγοραίας αθλιότητας με τη «δίκαια αγοραία κατανομή» της ανάμεσα σε όλους. Η μακρόπνοη προοπτική είναι σαφής. Υπό τους όρους αυτούς οψέποτε λήξει η κρίση το αγοραίο περιβάλλον θα είναι ακόμη πιο πρόσφορο για τη σώρευση υπερκερδών. Μαζί με τον κίνδυνο αυτόν, όμως, ανατέλλει και η ελπίδα. Εμπλεγμένη στους κυκεώνες των πολλαπλών αδιεξόδων η κυρίαρχη γνώμη καλείται να αποστρέψει το πρόσωπό της από τις ψευδολόγες σειρήνες των άνευ όρων μεγιστοποιών-κερδοσκόπων. Είναι η πρώτη φορά που είναι δυνατόν να γίνει ευρέως αντιληπτό ότι το ζήτημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έπεται και δεν προηγείται του ζητήματος της εξομάλυνσης των παραγωγικών σχέσεων. Η τρέχουσα κρίση μπορεί να οδηγήσει στην πολιτική συνείδηση ότι η ευημερία των αριθμών δεν έχει νόημα αν δεν στηρίζεται στην ευημερία εκείνων που παράγουν τον πλούτο. Το διακύβευμα, δε, αυτό δεν είναι μόνον ηθικό. Είναι επίσης και οικονομικό. Το δίλημμα που τίθεται δεν εντοπίζεται μόνο στο βραχυχρόνιας εν τέλει σημασίας ζήτημα των όρων υπό τους οποίους είναι δυνατή η έξοδος από την παρούσα κρίση. Επεκτείνεται στο μακροπρόθεσμης σημασίας ζήτημα των όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί ότι η τρέχουσα κρίση θα είναι η τελευταία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι