Κρίση

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 14/03/2009

Έχει αμφισβητηθεί αν τα οικονομικά συνιστούν επιστήμη. Τα χρόνια που σπούδαζα μάλιστα ήταν ισχυρή η άποψη ότι η κριτική της πολιτικής οικονομίας θεμελίωνε μιαν άλλη επιστήμη: την ιστορία. Η ελπίδα που ενσωμάτωνε μοιάζει σήμερα μακρινή. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, τις συσσωρευμένες εμπειρίες κάπου δυόμιση αιώνων κυριαρχίας του καπιταλισμού, μαζί με τις απόπειρες να εξηγηθούν οι όροι παραγωγής και κατανομής των αγαθών, οι φάσεις ανόδου και κάμψης, ο ρόλος του χρήματος και της πίστωσης, προσπαθούν να συστηματοποιήσουν οι οικονομολόγοι. Και, διαφωνώντας σε πολλά μεταξύ τους, έχουν καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα. Μερικά από αυτά σχετίζονται με πολύ απλά μαθηματικά. Για παράδειγμα, αν επαληθευθεί η τελευταία πρόβλεψη της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι το παγκόσμιο προϊόν θα συρρικνωθεί φέτος κατά 1-2%, κάτι που δεν συνέβη άλλη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το άθροισμα όλων των εισοδημάτων στον πλανήτη θα μειωθεί αντίστοιχα. Οπότε το αυθόρμητο σύνθημα «την κρίση να πληρώσουν τα αφεντικά» -ή οι τραπεζίτες που τη γέννησαν- δεν έχει πολύ νόημα. Δεν είναι αρκετοί ώστε, ακόμα και με πλήρη απαλλοτρίωσή τους, να προστατευθεί το εισόδημα των υπολοίπων. Ούτε θα βοηθούσε μια μεμονωμένη αύξηση μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, ή επιχειρηματικών ενισχύσεων στη μία ή την άλλη χώρα, τη δική μας ας πούμε, όσο δεν δημιουργούνται οι όροι για να αυξηθεί η παραγωγή: μόνο τις τιμές, τα ελλείμματα και το χρέος της χώρας θα αύξανε, για να υπονομεύσει ακόμα χειρότερα τα εισοδήματα αύριο.

Δύο ζητήματα θέτει επιτακτικά η παρούσα κρίση: πώς μπορεί να συγκρατηθεί σε έκταση, βάθος και διάρκεια, και πώς θα κατανεμηθεί η ήδη αναπότρεπτη απώλεια εισοδήματος. Ως προς το δεύτερο, μεγάλοι είναι οι φόβοι -και τεκμηριώνονται σε πρόσφατη ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου- ότι χειρότερα θα πληγούν οι φτωχότεροι λαοί, στην Αφρική ιδίως. Στις χαμηλότερες τιμές και τη μειούμενη ζήτηση για τα προϊόντα τους από πέρυσι ήδη, έρχεται να προστεθεί ο ολοένα δυσκολότερος και ακριβότερος δανεισμός τους. Για να περιοριστούν οι καταστροφές, η απειλητικά ανερχόμενη παιδική θνησιμότητα, χρειάζονται αποφασιστικές ενέργειες χρηματοδότησης και ανοικτού εμπορίου από μέρους των πλουσιότερων χωρών.

Καλό είναι εδώ να θυμόμαστε ότι στο πλουσιότερο πέμπτο των κατοίκων της Γης συγκαταλέγεται και ο πληθυσμός της Ελλάδας. Αν η Αφρική μάς φαίνεται πολύ μεγάλη και απόμακρη για να την επηρεάσουμε (πράγμα διόλου απόλυτο), ας λάβουμε πάντως υπόψη ότι πολύ βαρύτερα από εμάς πλήττονται οι γειτονικές μας Βαλκανικές χώρες, όπου οι επιπτώσεις συνδέονται άμεσα με ελληνικές οικονομικές πρακτικές και πολιτικές: πόσο συνεχίζουν οι ελληνικές τράπεζες να χρηματοδοτούν τις εκεί θυγατρικές τους, ποια ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προωθεί η ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο της Ένωσης.

Πέρα από ζήτημα δικαιοσύνης και στοιχειώδους ανθρωπισμού άλλωστε, η συγκράτηση των απωλειών στους φτωχότερους χρειάζεται και για να περιοριστεί η έκταση της κρίσης σε όλον τον κόσμο. Οι οικονομολόγοι έχουν καταδείξει πόσο ατελέσφορος είναι ο προστατευτισμός, οι προσπάθειες κάθε έθνους να στηρίξει τη δική του οικονομία εις βάρος των άλλων (να επιδοτούμε το βαμβάκι μας εις βάρος του αφρικανικού, π.χ.). Η γενική απαίτηση όμως, στην οποία συμφωνούν ευρύτατα εγκαταλείποντας δόγματα δεκαετιών, είναι η μεγάλη, συντονισμένη δημοσιονομική τόνωση της παγκόσμιας οικονομίας με επενδύσεις και ενίσχυση των εισοδημάτων, κεντρικό θέμα στη σύνοδο των 20 ανεπτυγμένων και αναπτυσσομένων χωρών στο Λονδίνο στις 2 Απριλίου. Η Ευρώπη είναι εδώ δυστυχώς πολύ πίσω από τις ΗΠΑ ή την Κίνα, και μόνοι μας δεν μπορούμε να βαδίσουμε.

Οπότε τι κάνουμε; Θα καταγγέλλουμε μόνο την κρίση και την ανεργία, στηρίζοντας κάθε κεκτημένο, ή θα επιτεθούμε στις ανισότητες και την παραγωγική υστέρηση, διεκδικώντας ανακατανομή των πόρων;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι