Τρεις και μία σκέψεις για την εξωτερική πολιτική

Χρήστος Ροζάκης, Η Καθημερινή της Κυριακής, 15/03/2009

Ο διεθνής χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η ελληνική εξωτερική πολιτική μεταβάλλεται ραγδαία: νέοι ή ανανεούμενοι πρωταγωνιστές - υποψήφιοι πόλοι- αναδύονται (Κίνα, Ρωσία, Ινδία, ορισμένες λατινοαμερικανικές χώρες), νέες συναινετικές και συνεταιριστικές αντιλήψεις αρχίζουν να αναδεικνύονται στην άλλη όχθη του Βόρειου Ατλαντικού, ενώ η διευρυμένη Ευρώπη πασχίζει να ξεπεράσει την κρίση της διεύρυνσης. Παράλληλα, ασύμμετροι παίκτες (μη κυβερνητικοί οργανισμοί, διεθνοποιημένα οικονομικά συμφέροντα, τρομοκρατικές οργανώσεις) όλο και περισσότερο επηρεάζουν τις λήψεις αποφάσεων σε έναν πολύπλοκο κόσμο, μέσα στον οποίο σοβεί βαθιά οικονομική κρίση και η μάστιγα της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Και η θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτόν τον ανανεούμενο, αλλά κλυδωνιζόμενο κόσμο; Περίεργα αντιφατική: μια χώρα με έντονα χαρακτηριστικά κοσμοπολιτισμού, καθώς μετέχει σχεδόν σε όλους τους διεθνείς μηχανισμούς και στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΟΝΕ), που, όμως, έχει αναλώσει το μεγαλύτερο μέρος του δυναμισμού της σε αμυντικές συμπεριφορές που έχουν προσδιοριστεί από έριδες γειτονίας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις η μεταπολιτευτική περίοδος της εξωτερικής πολιτικής μας έχει καθοριστεί με γνώμονα την αντιμετώπιση των προβλημάτων πρώτα με την Τουρκία και αργότερα με την ΠΓΔΜ, με έναν τρόπο που ξεπερνάει τα λειτουργικά όρια των διαφορών μας και παίρνει τον χαρακτήρα «πανστρατιάς». Η εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς σχέσεις σχηματίζεται από το στερεότυπο μιας χώρας που σχεδόν αποκλειστικά ενδιαφέρεται για τα οικεία προβλήματα, κινητοποιείται μόνο για αυτά και δεν μετέχει ουσιαστικά σε θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, παρά μόνο στο μέτρο που άμεσα την αφορούν. Ο διπλωματικός μόχθος μας συνήθως εξαντλείται στην προβολή των εθνικών θέσεων για τα εκκρεμή ζητήματα και στην προσπάθεια περιορισμού των διπλωματικών επιτυχιών των αντιπάλων. Με το προφανές σκεπτικό ότι μια τέτοια συστηματική συμπεριφορά θα κάμψει την αδιαλλαξία τους.

Αν και η εικόνα που παρουσίασα είναι σχηματική, και άδικη στην απόλυτη γενίκευσή της, ωστόσο αντανακλά μια εντύπωση του διεθνούς περιβάλλοντος για τη χώρα μας. Μια εντύπωση που έχει, βέβαια, μετριαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια, μέσα από προσπάθειες απεγκλωβισμού μας από τη διπλωματική μονοτονία μας. Η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. -ιδιαίτερα ατις τελευταίες προεδρίες της, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο έργο ανθρωπιστικής παρέμβασης, όπως και η σημερινή προεδρία του ΟΑΣΕ, υπήρξαν και είναι ευκαιρίες απομάκρυνσης από την αδράνεια και την παθητική συμπεριφορά. Ωστόσο, υπάρχει ένα συγκυριακό στοιχείο σε αυτά, υπάρχει μια αίσθηση παροδικότητας και είναι καιρός να εδραιώσουμε σταθερές συμπεριφορές στις διεθνείς σχέσεις μας. Ισως οι παρακάτω σκέψεις να βοηθούν σε αυτήν την κατεύθυνση:

Πρώτη σκέψη: Ο εξορθολογισμός της πολιτικής για τις «γειτονικές» διαφορές μας. Απομάκρυνση, δηλαδή, των διπλωματικών προσπαθειών μας από μια συνολική αντιπαράθεση και περιορισμός των διεθνών παρεμβάσεών μας μόνο σε περιπτώσεις που εμπλέκονται οι ίδιες οι διαφορές σε γενικότερα διεθνή ζητήματα. Μια τέτοια πειθαρχημένη πολιτική θέτει στις σωστές διαστάσεις τις διαφορές μας, μας απελευθερώνει από επιβαρύνσεις της πολιτικής μας σε άλλες προτεραιότητες και αφήνει έδαφος συνεργασίας σε άλλα θέματα, με τους «διαδίκους» γείτονες. Παράλληλα, εντατικοποίηση των προσπαθειών μας για ειρηνική επίλυση των διαφορών στη βάση διαπραγματεύσεων και προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Η χαλάρωση αυτών των προσπαθειών τα τελευταία χρόνια στα ελληνοτουρκικά έχει αναμφίβολα επηρεάσει το κλίμα εμπιστοσύνης που είχε διαμορφωθεί μετά το Ελσίνκι και έχει επαναφέρει πρακτικές από τη γείτονα οι οποίες είχαν σαφώς συρρικνωθεί την περίοδο των ουσιαστικών διερευνητικών συζητήσεων. Φυσικά, μια απόφαση για ειλικρινή και σε βάθος διαπραγμάτευση -και, τελικά, δικαστική παρέμβαση- προϋποθέτει αποφασιστικότητα για ορισμένους συμβιβασμούς και μια απομάκρυνση από απόλυτες θέσεις που για πολλά χρόνια έχουν ανέξοδα καλλιεργηθεί. Οπως και μια εμπιστοσύνη στις διαπραγματευτικές δεξιότητές μας και στις διεθνείς διαδικασίες.

Σκέψη δεύτερη: Ουσιαστική εμπλοκή μας για την εξάλειψη της κρίσης στην Ε.Ε. Η άκριτα μαζική ένταξη δώδεκα κρατών, με τα περισσότερα από αυτά ανέτοιμα να δεχτούν τη διαδικασία πολιτικής ολοκλήρωσης και την πολιτική παρουσία της Ευρώπης στα διεθνή πράγματα, έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την καθυστέρηση της εμβάθυνσης και τον φθίνοντα ρόλο των 27 στις μεγάλες διεθνείς διεργασίες, αλλά και την αποθάρρυνση των λαών τους, που έχει αποτυπωθεί στις γνωστές απορρίψεις των προτάσεων για θεσμική αναθεώρηση του συστήματος. Από αυτό το τέλμα η Ευρώπη πρέπει να αποσπαστεί, αν δεν θέλει να περιθωριοποιηθεί στα οικονομικά συστατικά της, που και αυτά, σε κάθε περίπτωση, θα υποστούν φθορές, χωρίς μια ισχυρή πολιτική παρουσία της στα δρώμενα.

Είναι μια ευκαιρία για την Ελλάδα να αναζητήσει, σήμερα, λύσεις για την αναθέρμανση της εμβάθυνσης. Με κατάλληλη σοβαρή προετοιμασία, με τη χρήση όλων των δυνάμεων και των μηχανισμών, με τη δημιουργία συμμαχιών, με πρόσφορες, εφαρμόσιμες ιδέες. Ιδέες που αφορούν τόσο μια στιβαρότερη εμπλοκή της Ευρώπης στα άμεσα διεθνή προβλήματα όσο και ιδέες για πιο μακρόπνοες προωθημένες πολιτικές συνεργασίες. Αντιλαμβάνεται κανείς το όφελος ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς και μόνον μια σοβαρή προσπάθεια σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να μεταφέρει την Ελλάδα σε άλλο επίπεδο ισχύος στην «κοινοτική ιεραρχία».

Σκέψη τρίτη: Αν και η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να είναι το σταθερό κέντρο προς το οποίο να κατευθύνεται, αλλά και από το οποίο να εκπορεύεται η πολιτική μας, ωστόσο υπάρχουν τεράστια περιθώρια αυτενέργειας του κάθε κράτους-μέλους, είτε όταν εκτελεί κοινοτικές επιταγές είτε όταν δρα στα κενά κοινοτικής πολιτικής. Οι δυνατότητες αφθονούν: σχέσεις με τη νοτιοανατολική Ευρώπη, σχέσεις με άλλους διεθνείς οργανισμούς - ειδικότερα με το ΝΑΤΟ σε μια φάση μετασχηματισμού του και τον ΟΗΕ, με έμφαση σε θέματα ανθρωπιστικών επεμβάσεων. Ιδιαίτερα, όμως, θα επέμενε κανείς στην ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής για τη Ρωσία, την ώρα που φαίνεται να αναδιατυπώνονται οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και να αναζητούνται νέες ισορροπίες ρωσο-ευρωπαϊκής επικοινωνίας. Στο σημείο αυτό ο ρόλος της Ελλάδας μπορεί να είναι θετικός. Μια παρατήρηση που φέρνει αμέσως στον νου και την ανάγκη επανεξέτασης των σχέσεων με τις ΗΠΑ, που με τη νέα προεδρία δείχνουν διαθέσεις συνεργασίας και συναίνεσης. Ενα καλό κλίμα με τους Αμερικανούς δεν πρόκειται να μεταβάλει τις ιεραρχήσεις τους, αλλά μπορεί να έχει ευεργετικές επιπτώσεις σε θέματα που δεν αποτελούν στρατηγικές προτεραιότητές τους. Φυσικά τέτοιες πολυσχιδείς και ίσως ετερόκλητες κινήσεις απαιτούν προσεκτική επιλογή τακτικής, αν θέλουμε να αποδώσει μια τέτοια εκλεκτική πολιτική. Και πάντα σε αρμονία και συνάφεια με τη μείζονα ευρωπαϊκή επιλογή.

Μια τελευταία σκέψη, ως σύνθεση: στις διεθνείς συναλλαγές η ενεργητική συμμετοχή σε κοινά μελήματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αλληλεγγύη είναι νόμισμα εξαργυρώσιμο. Το σύστημα λειτουργεί ανταποδοτικά. Και πρέπει κάποια στιγμή η Ελλάδα να προσαρμοστεί σ’ αυτήν την πραγματικότητα, ιδιαίτερα σε ώρες που συνολικότερες αναθεωρήσεις ζητούν επιτακτικά νέες συμβολές. Τα κέρδη πιστεύω ότι θα είναι πολλαπλά. Οπως πολλαπλά θα είναι και τα κέρδη, αν μέρος των δυνάμεών της αφιερώσει στην όσο πιο συνολική, ολοκληρωμένη και ουσιαστική ενσωμάτωση των γειτονικών κρατών της -ιδιαίτερα με όσες τη χωρίζουν διαφορές- σε γεωπολιτικούς μηχανισμούς στους οποίους η ίδια μετέχει. Ασφαλής τρόπος αφομοίωσής τους σε κοινές αξίες και αρχές, αλλά και ελέγχου τους από κράτη με κοινά συμφέροντα και προσδοκίες. Καθώς αυτά τα τελευταία δεν μπορεί παρά να γίνουν συνεγγυητές της τήρησης των αρχών και αξιών που συγκροτούν τη λειτουργία του μηχανισμού.

Θέμα επικαιρότητας:
Εξωτερική Πολιτική

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι