Με τον Χανίφ Κιουρέισι στο Λονδίνο

Ανταίος Χρυσοστομίδης, Αυγή της Κυριακής, 22/03/2009

«Το όνομά μου είναι Καρίμ Αμίρ κι είμαι Άγγλος γέννημα και θρέμμα, ή σχεδόν. Συχνά με αντιμετωπίζουν σαν παράξενο είδος Άγγλου, σαν ένα καινούργιο γένος ας πούμε, που αναδύθηκε μέσα από δύο παμπάλαιες ιστορίες. Μα εμένα ούτε που με νοιάζει - έτσι κι αλλιώς είμαι ένας Άγγλος που ξεκίνησε από τα νότια προάστια του Λονδίνου και βαδίζει προς άγνωστη κατεύθυνση...» (Χανίφ Κιουρέισι, Ο Βούδας των προαστίων, μτφρ. Π. Τιμογιαννάκης, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1991).

**

Η κοινωνική καταξίωση, τα καλά επαγγέλματα, η προσωπική ευτυχία, τα λεφτά, η σωστή ταυτότητα, όλα ήταν από την άλλη μεριά του ποταμού. Όνειρό τους ήταν λοιπόν να περάσουν το υδάτινο σύνορο, τον Τάμεση, να φύγουν από τα νότια προάστια και να ανέβουν ένα γεωγραφικό σκαλί που ήταν ταυτόχρονα οικονομικό και πολιτισμικό σκαλί.

Από την Ινδία, το Πακιστάν, την Κεϋλάνη, το Μπαγκλαντές. Συνήθως δεύτερη γενιά μεταναστών, με πατεράδες που ήρθαν από την πρώην βρετανική αποικία και παντρεύτηκαν συντοπίτισσες ή και Αγγλίδες, που ένιωθαν Βρετανοί αλλά δεν ήταν Βρετανοί, που δεν τους αποδέχονταν ως Βρετανούς.

Αυτό το «καινούργιο γένος», αυτή η παροικία που ονειρευόταν να περάσει το ποτάμι, έβγαλε δύο συγγραφείς αγαπητούς σε όλο τον κόσμο. Τον Σαλμάν Ρούσντι και τον Χανίφ Κιουρέισι. Ο πρώτος γεννήθηκε στη Βομβάη, βρέθηκε στο Λονδίνο στα 14 του χρόνια κι έγινε πασίγνωστος με ένα βιβλίο του που δεν άρεσε στους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές.

Ο δεύτερος γεννήθηκε στο Λονδίνο από μητέρα Αγγλίδα και πατέρα Πακιστανό και πέρασε το ποτάμι με ένα τολμηρό και πολυεπίπεδο σενάριο το οποίο μιλούσε για δυο νεαρούς που ονειρεύονταν να ανοίξουν ένα ωραίο πλυντήριο. Η ρίζα της έμπνευσης και των δύο είχε σχέση με τη μακρινή πατρίδα που άλλοτε μπορείς να εντοπίσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και άλλοτε λίγα μόνο μέτρα έξω από την πόρτα του σπιτιού σου, στο κρύο, αφιλόξενο, πολυφυλετικό Λονδίνο.

**

Το κέντρο της συνοικίας είναι ο σταθμός του μετρό. Tooting Bec. Ολόγυρα ένας πολύ οικείος αλλά και πολύ παράξενος (αν σκεφτεί κανείς σε ποια πόλη και σε ποια χώρα βρίσκεται) κόσμος.

Μαγαζιά που πουλάνε πολύχρωμα σάρια, ζαχαροπλαστεία που σερβίρουν χυμό από ζαχαροκάλαμο, βιντεάδικα που στις βιτρίνες φιλοξενούν μονάχα ταινίες από το Μπόλιγουντ, φαστφουντάδικα που ετοιμάζουν κάτι λαχταριστά σουβλάκια από αρνί ντυμένο με ζυμωμένη ψίχα ψωμιού, μουσουλμανικά βιβλιοπωλεία με κύρια πραμάτεια τους το Κοράνι, φωτογραφεία που υπόσχονται την καλύτερη φωτογραφική κάλυψη ινδουιστικού γάμου, οπωροπωλεία με πολύχρωμα εξωτικά φρούτα αραδιασμένα πάνω στο πεζοδρόμιο.

Και γενειοφόροι γέροι που φοράνε την παραδοσιακή ινδική πουκαμίσα και βγαίνουν από υπερμοντέρνα αυτοκίνητα, και γυναίκες με τη μαντίλα στο κεφάλι να σπρώχνουν καρότσια, και νεαρές κοπέλες με μελαψά χαρακτηριστικά ντυμένες με την τελευταία λέξη της δυτικής μόδας, και κάποιοι ξανθωποί Άγγλοι φτωχικά ντυμένοι με τις σακούλες του σουπερμάρκετ στο χέρι.

Τα σπίτια φτωχικά, ίδια το ένα δίπλα στο άλλο, μα περιποιημένα. Καμιά σχέση με αυτό που θα είχαν στην Ινδία ή στο Πακιστάν.

Μπορείς να περπατάς ώρες σε αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι τόσο φτωχός ώστε να νιώθεις παράταιρη την τουριστική σου ταυτότητα, δεν είναι όμως ούτε το κανονικό ψυχρό Λονδίνο των καλών συνοικιών του κέντρου ή του απομακρυσμένου Βορρά από το οποίο κρατάς τις αποστάσεις σου. Ο κόσμος της Ανατολής μεταφυτευμένος σε ένα παράταιρο ντεκόρ. Άνθρωποι που ξεριζώθηκαν αλλά δεν απαρνήθηκαν τις παλιές τους ρίζες, που άλλαξαν πλανήτη αλλά δεν θέλησαν να πάρουν τίποτα από τον καινούργιο πλανήτη, απλώς να χωρέσουν μέσα του για να επιβιώσουν.

**

Ο Χανίφ Κιουρέισι πέρασε το ποτάμι στα τριάντα του χρόνια. Μετά το «Ωραίο μου πλυντήριο» και το «Ο Σάμι και η Ρόζι κάνουν έρωτα» (τις δύο καλύτερες μέχρι σήμερα ταινίες του Στίβεν Φρίαρς) αφοσιώθηκε περισσότερο στη λογοτεχνία: «Ο Βούδας των προαστίων», «Οικείες απιστίες», «Μεσάνυχτα όλη μέρα», «Το σώμα και άλλες ιστορίες», «Το χάρισμα του Γκάμπριελ», «Κάτι έχω να σας πω» (το πιο πρόσφατο βιβλίο του, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες και στην Ελλάδα σε μτφρ. Αντώνη Καλοκύρη, από τις εκδ. Καστανιώτη).

Ενδιάμεσα ένα επίσης εξαιρετικό σενάριο με τίτλο «Η μάνα», που αφηγείται την ιστορία μιας μεγάλης σε ηλικία γυναίκας η οποία τολμάει να διεκδικήσει για τον εαυτό της το δικαίωμα στην ανθρώπινη υπόσταση και σεξουαλικότητα και αποκτά εραστή προκαλώντας τη φρίκη (και την ανομολόγητη ζήλια) των παιδιών και των γειτόνων της.

Οι ήρωες του Κιουρέισι δεν είναι φτωχοί - κι αν είναι φτωχοί είναι συνήθως γηγενείς Άγγλοι: οι Ινδοπακιστανοί είναι μικροαστοί, παλεύουν να γίνουν Βρετανοί περισσότερο από τους Βρετανούς, είναι ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, βιώνουν τα ίδια προβλήματα που βιώνει οποιοσδήποτε άνθρωπος στη γη. Θέλουν να κάνουν λεφτά, απατούν τη γυναίκα τους, προβληματίζονται που γερνάνε, αδιαφορούν ή όχι για τις πολιτικές ιδεολογίες, ψηφίζουν αριστερά ή δεξιά, δεν ψηφίζουν καθόλου.

Σε αντίθεση με τον Ρούσντι που έμεινε προσκολλημένος στην παράδοση, ο Κιουρέισι δεν σου υπενθυμίζει διαρκώς το χρώμα του δέρματος των ηρώων του, μερικές φορές μάλιστα δεν το αναφέρει καθόλου. Είναι ένας Βρετανός συγγραφέας, από τους καλύτερους Βρετανούς συγγραφείς της εποχής του, τα προβλήματα που βιώνουν οι χαρακτήρες του είναι τα προβλήματα που βιώνει οποιοσδήποτε Ευρωπαίος πολίτης - ίσως μονάχα με μια μεγαλύτερη ευαισθησία στο θέμα του ρατσισμού, γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος, τον ρατσισμό τον ζει στο πετσί του οποιοσδήποτε γεννήθηκε και μεγάλωσε στις νότιες συνοικίες του Λονδίνου, πριν περάσει το ποτάμι.

**

Πόσο βλέπει ένας ξένος αυτόν τον ρατσισμό στο σημερινό Λονδίνο; Αν περπατήσει κανείς στην ανακαινισμένη δεξιά όχθη του Τάμεση, στον πεζόδρομο που ενώνει τη μεγάλη ρόδα με τον καθεδρικό ναό του Σάουθουορκ, περνώντας από τη σύγχρονη μεγάλη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, την γκαλερί Τέιτ και την αναπαράσταση ενός σαιξπηρικού θεάτρου, θα σκεφτεί πως αυτή η πόλη ανήκει πλέον στους πάντες, χωρίς διακρίσεις φύλου, ηλικίας και χρώματος επιδερμίδας.

Να είναι απλώς μια επιφανειακή, τουριστική προσέγγιση; Να είναι άλλα τα μέρη και οι καταστάσεις που βοηθάνε έναν υφέρποντα ρατσισμό να εκδηλωθεί; Μήπως στον ρατσισμό υποπίπτουν ακόμα και όσοι έζησαν, σε άλλες εποχές, τον ρατσισμό στο ίδιο τους το πετσί, και τώρα, πιο βολεμένοι και πιο ήσυχοι, κλείνουν τις πόρτες στη νέα γενιά μεταναστών που δεν έρχονται πλέον αναγκαστικά από τις παλιές αποικίες;

«Το Λονδίνο δεν μοιάζει πια κομμάτι της Βρετανίας -μιας ζοφερής, κατά την άποψή μου, και στενάχωρης χώρας γεμάτης αγρούς, κλειδαμπαρωμένα μαγαζιά και πόλεις που προσπαθούν να μιμηθούν το Λονδίνο- αλλά έχει εξελιχθεί σε μια ημιαυτόνομη πόλη-κράτος, όπως η Νέα Υόρκη, και άρχισε κάπως να τα βρίσκει με την έννοια και τη σημασία της ευημερίας» (Χ. Κιουρέισι, Το σώμα, μτφρ. Άννας Παπασταύρου, εκδ. Καστανιώτη 2004).

**

Και είναι το Slumdog millionaire με τα πολλά όσκαρ. Μετά το Λονδίνο, μετά τη συνάντηση με τον ολιγόλογο και μάλλον σκυθρωπό Κιουρέισι, μου άφησε τη γεύση μιας επιδερμικής κομεντί - πολλή φασαρία για το τίποτα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι