Το άσυλο και η αμφισβήτησή του

Γιώργος Κατρούγκαλος, Αυγή της Κυριακής, 19/04/2009

Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου και την κατάληψη του Αριστοτελείου, ήρθε για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο η αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο βάλλεται εκ νέου ως «παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία θεσμοθετημένης ασυδοσίας». Το νέο στοιχείο είναι ότι οι βολές δεν προέρχονται πλέον μόνο από ακραιφνώς συντηρητικούς χώρους, αλλά και από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ – και όχι μόνο. Θα επιχειρήσω μια συνοπτική ανασκευή αυτής της πολεμικής, αρχικά σε πολιτικό και στη συνέχεια σε συνταγματικό επίπεδο.

Η αβάσιμη πολιτική αμφισβήτηση της αναγκαιότητας του ασύλου

Προβάλλονται δύο βασικά επιχειρήματα πολιτικής, εκ των οποίων το ένα προβάλλει τον υποτιθέμενο «απολιθωματικό» χαρακτήρα του ασύλου, ότι, δηλαδή, δεν υπηρετεί πλέον καμιά σκοπιμότητα. Το δεύτερο προβάλλει τους κινδύνους διάχυσης της «ανομίας» που αυτό συνεπάγεται.

Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία επιχειρημάτων, στις δημοκρατίες το άσυλο είναι περιττό. Και όμως, το έτος 1977 ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε διοριστεί από μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, στο πλαίσιο μιας, γενικά, ομαλής κοινοβουλευτικής ζωής, εξέδωσε την παρακάτω γνωμοδότηση, ως προς τα όρια επέμβασης της αστυνομικής δύναμης στο Πανεπιστήμιο:

«Ειδικώτερον η παρουσία της αστυνομικής αρχής και η υπ’ αυτής ενέργεια των εκ των νόμων επιβαλλομένων εις αυτήν, εις προσιτούς εις πάντα Πανεπιστημιακούς χώρους, ως λ.χ. εις τον προ του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών τοιούτον, δεν χρήζει της αδείας οιουδήποτε. [...]

Η παρουσία της αστυνομικής αρχής εις τας φοιτητικάς συνελεύσεις όταν αύται πραγματοποιούνται άνευ εγγράφου αδείας του Πρυτάνεως [...] ως επίσης εις τας κατόπιν αδείας πραγματοποιουμένας συνελεύσεις, τας εκ του σκοπού των παρεκτραπείσας και μεταβληθείσας εις πολιτικάς συναθροίσεις περιέχουσας τον αυτόν κίνδυνον, η αστυνομική αρχή, δεν, έχει, κατά την γνώμην μας, ανάγκην αδείας τινός.(...) Εις την αστυνομικήν αρχήν επιβάλλεται ιδιαιτέρως ή μέριμνα αμέσου διαγραφής των εγγραφών και αφαιρέσεως των επικολληθέντων εντύπων και των ʽπανώʼ».

Τα παραπάνω μοιάζουν με δυστοπική εναλλακτική πραγματικότητα, δεν αποτελούν όμως επιστημονική φαντασία αλλά μια δυνάμει μελλοντική εξέλιξη ενός πανεπιστημίου χωρίς πανεπιστημιακό άσυλο, αν σκεφτεί κανείς και την εν γένει τάση ενδυνάμωσης των κρατικών μηχανισμών ελέγχου και παρακολούθησης μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής είναι η διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος αμφισβήτησης των εγγυήσεων προστασίας της ασφάλειας του προσώπου. Τούτο συμβαίνει με τρεις τρόπους: Καταρχάς, με ευθείες νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι, η εγκατάσταση πανοπτικών συστημάτων παρακολούθησης κλπ. Δεύτερον, με υπόγειες, παρά και εκτός νομιμότητας ενέργειες των κατασταλτικών μηχανισμών (βλ. π.χ. τη μυστική κράτηση σε φυλακές ευρωπαϊκών χωρών και διακομιδή απαχθέντων κρατούμενων από τη CIA που κατήγγειλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις «δικές μας» απαγωγές Πακιστανών κλπ.). Τρίτο, και σημαντικότερο, με την καλλιέργεια φόβου γύρω από την άνοδο της εγκληματικότητας, την τρομοκρατία, την ανομία κλπ., ούτως ώστε συνειδητά να παραιτηθούν οι ίδιοι οι πολίτες και τα κινήματα από κεκτημένα δικαιώματα και ελευθερίες, όπως το άσυλο.

Έτσι, φτάνουμε στο δεύτερο πολιτικό επιχείρημα, κατά το οποίο για συμβολικούς και πρακτικούς λόγους πρέπει να καταργηθεί η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου, όχι απλώς επειδή δεν υπηρετεί καμιά σκοπιμότητα, αλλά γιατί υποθάλπει τη βία και την ανομία. Και όμως, οι βανδαλισμοί σε κατειλημμένα κτίρια και, πολύ περισσότερο, οι επιθέσεις σε βάρος πανεπιστημιακών καμία σχέση δεν έχουν με το άσυλο. Αποτελούν από πολιτική άποψη εκφυλιστικά φαινόμενα, από πλευράς δε συνταγματικού δικαίου κλασική περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος (του αντανακλαστικού δικαιώματος που απορρέει από τη θεσμική εγγύηση του ασύλου για απόκρουση κάθε αστυνομικής επέμβασης) και συνεπάγονται την άρση της συνταγματικής προστασίας.

Άλλωστε, η απαγόρευση επέμβασης στο άσυλο αφορά αποκλειστικά τη δημόσια δύναμη, ενώ τα πανεπιστημιακά όργανα όχι απλώς μπορούν, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία, κατά την κρίση τους, μέτρα φύλαξης ή επιτήρησης, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής κίνηση και παραμονή στους πανεπιστημιακούς χώρους. Αν δεν το πράξουν, παραβιάζουν θεσμική τους υποχρέωση, χωρίς να ευθύνεται για αυτό το πανεπιστημιακό άσυλο. Εξυπακούεται δε ότι αποτελεί υποχρέωση, όχι νομική αλλά θεσμική, ουσιώδες πολιτικό καθήκον του φοιτητικού κινήματος, να περιφρουρήσει εξαρχής το ίδιο τον χώρο του. Όταν οι περιστάσεις έχουν φτάσει στο σημείο να απαιτούν επέμβαση των πρυτανικών ή άλλων αρχών, τούτο αποτελεί από μόνο του απόδειξη της αποτυχίας του φοιτητικού κινήματος και της εν γένει πανεπιστημιακής κοινότητας να ανταποκριθεί στην υποχρέωση του αυτή.

Η λογική, όμως, κατά την οποία όταν υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος θα πρέπει να καταργείται το ίδιο το δικαίωμα ή η ελευθερία, προφανώς θα οδηγούσε στην πλήρη κατάργηση μιας σειράς δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης (ελευθερία συνάθροισης, απεργίας, συνεταιρίζεσθαι, συνδικαλιστική ελευθερία κλπ.).

Η συνταγματική κατοχύρωση του ασύλου και η συνεπαγόμενη αδυναμία νομοθετικής του κατάργησης

Ευτυχώς ή δυστυχώς, πάντως, η κατάργηση εκφεύγει της αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη. Και τούτο γιατί η σχετική θεσμική εγγύηση έχει διπλή συνταγματική κατοχύρωση, αφενός ως έκφανση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (άρθρο 16 παρ. 1, 6 Σ) και αφετέρου λόγω σχετικού συνταγματικού εθίμου: το άσυλο προϋπήρχε της νομοθετικής του κατοχύρωσης και για το λόγο αυτό ο νομοθέτης του ν. 1268/1982 συνειδητά χρησιμοποίησε τη φράση «αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο», για να δείξει ακριβώς ότι δεν θεσπίσθηκε το πρώτον το 1982, αλλά υφίστατο ήδη, ως εθιμικός κανόνας συνταγματικής περιωπής κατά το χρόνο της ρύθμισης.

Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί μια κατάκτηση ελευθερίας, που διαμορφώθηκε ιστορικά στο πλαίσιο του αγώνα για αυτονόμηση του πανεπιστημίου αρχικά από τη μοναρχική και στη συνέχεια και από την εκκλησιαστική εξουσία. Για τον λόγο αυτό, όχι μόνο δεν αποτελεί «ελληνική πρωτοτυπία», αλλά θεωρείται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μια από τις βασικές θεσμικές εγγυήσεις του Πανεπιστημίου καθεαυτού.

Το άσυλο προστατεύει απολύτως και αυτοτελώς τον χώρο του πανεπιστημίου, ανεξαρτήτως από το εάν εκτελούνται σε αυτό εκπαιδευτικές λειτουργίες και ανεξαρτήτως του εάν όσοι βρίσκονται εκεί είναι ή όχι μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό, εξασφαλίζει στις πανεπιστημιακές αρχές τον αποκλειστικό έλεγχο του χώρου ευθύνης τους, αποκλείοντας εκεί κάθε επέμβαση, ή και την απλή παρουσία της αστυνομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ο νόμος επιτρέπει.

Και τούτο γιατί, ναι μεν ο αρχικός σκοπός της κατοχύρωσης του ήταν η θεσμική διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, το άσυλο όμως, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, εγγυάται στα όργανα αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο κάθε πανεπιστημιακού χώρου, χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει συμβάλει η συμπληρωματική θεμελίωση του ασύλου στο σχετικό συνταγματικό έθιμο, το οποίο προστατεύει πλέον όχι μόνον την ακαδημαϊκή ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας, αλλά γενικότερα τη διακίνηση των ιδεών, ακόμη και εάν δεν γίνεται για εκπαιδευτικούς λόγους ή από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Οι απαρχές της πεποίθησης ύπαρξης του εν λόγω εθίμου ανιχνεύονται στον 19ο αιώνα, εφόσον έγινε επίκλησή του ήδη στο πλαίσιο της πρώτης κατάληψης πανεπιστημιακού κτιρίου στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1897. Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ύπαρξη του ασύλου ήταν γενικής αποδοχής, με αμφισβήτηση μόνον των ορίων της χωρικής του έκτασης. Είναι αλήθεια ότι συχνά το άσυλο παραβιάστηκε, πριν και μετά τη νομοθετική του κατοχύρωση. Οι παραβιάσεις αυτές δεν αποτελούν απόδειξη ανυπαρξίας ή ανατροπής του συνταγματικού εθίμου, για έναν απλό λόγο: οι αστυνομικές επεμβάσεις, ακόμη και κατά τη δικτατορική περίοδο, πολύ περισσότερο μετά τη μεταπολίτευση, ουδέποτε έγιναν στο πλαίσιο πεποίθησης δικαίου ότι δεν υφίσταται πανεπιστημιακό άσυλο. Τα όργανα της κρατικής εξουσίας πάντα δρούσαν θεωρώντας δεδομένο ότι υφίσταται κανόνας δικαίου που, καταρχήν, δεν επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας δύναμης στον χώρο του πανεπιστημίου, και προέβαλαν post festum διάφορα προσχήματα για να δικαιολογήσουν την επέμβαση τους σε αυτό. Μάλιστα, η ιστορική ειρωνεία είναι ότι ήταν η βιαιότερη πράξη κατάλυσης που επιβεβαίωσε οριστικά την ευρεία συναίνεση γύρω από την ύπαρξή του: η επέμβαση του στρατού για τη συντριβή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Συνεπώς, η δημιουργία της αναγκαίας πεποίθησης δικαίου, ότι υφίσταται άσυλο, προέκυψε αφενός θετικά, με τη στάση των φοιτητών και των οργάνων του φοιτητικού κινήματος, που θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξή του, αλλά και αρνητικά, με τη συμπεριφορά των κρατικών οργάνων αστυνόμευσης. Συνιστά, δηλαδή, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που το υλικό στοιχείο, η πρακτική που δημιούργησε το έθιμο, δεν ανάγεται σε πράξη αλλά σε παράλειψη με συνείδηση δικαίου, την αποχή δηλαδή των διωκτικών οργάνων από τα συνήθη καθήκοντά τους στο χώρο που ορίζεται από το άσυλο.

Σε τελευταία ανάλυση, πάντως, όπως συμβαίνει με κάθε θεσμό που επιβλήθηκε στην κρατική εξουσία ως καρπός πολιτικών αγώνων και κοινωνικών συγκρούσεων, δεν είναι ο νομοθέτης, ούτε τα δικαστήρια, αλλά η ίδια η κοινωνία που θα κρίνει την επιβίωσή του ασύλου.

---

Ο Γιώργος Κατρούγκαλος διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Θράκης

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι