Η απόφαση του ΔΕΚ γεννά δυνατότητες στους συμβασιούχους

Αντώνης Ρουπακιώτης, Αυγή της Κυριακής, 26/04/2009

Ι. Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) δίνει νέα προοπτική στους συμβασιούχους του ελληνικού δημοσίου, νομικών προσώπων Δημοσίου δικαίου και κρατικών επιχειρήσεων να ζητήσουν από τα ελληνικά δικαστήρια τη μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου ή έργου σε αορίστου χρόνου.

Είναι μια νίκη που πιστώνεται πρώτα στους ίδιους τους συμβασιούχους και στους υπερασπιστές τους, οι οποίοι σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, που διαμόρφωνε κυρίως ο Άρειος Πάγος με τις αποφάσεις του, επέμεναν να αξιοποιήσουν και τις τελευταίες δυνατότητες που τους προσφέρονταν για την αποκατάστασή τους.

Είναι όμως αναγκαία και η αναφορά στην ευψυχία δικαστών πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, οι οποίοι υπερέβησαν τα ασφυκτικά όρια της αρνητικής για τους συμβασιούχους 19/2007 απόφασης Ολομελείας Αρείου Πάγου και υπέβαλαν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ κατά πόσο το Π.Δ. 164/2004 εναρμονίζεται ή όχι με τις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 99/70.

Κατά τρίτο λόγο, η απόφαση αυτή μπορεί να θεωρηθεί και ως επιβεβαίωση της πολιτικής εκείνης που διεκδικεί χωρίς αγκυλώσεις την υπεράσπιση των αδυνάτων, εν προκειμένω δε των συμβασιούχων, όπου αυτή είναι δυνατή. Και στο σημείο αυτό είναι οφειλόμενη η αναφορά στον Αλέκο Αλαβάνο, ο οποίος, ως ευρωβουλευτής, ανέδειξε την ανάγκη ταχείας και πλήρους εφαρμογής της Κοινοτικής Οδηγίας 99/70.

Ωστόσο η απόφαση του ΔΕΚ αποτελεί ηχηρή απάντηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η πλειοψηφία της οποίας έφτασε σε σημείο να αλλάξει δικαιϊκή άποψη ως προς το ζήτημα μετατροπής των συμβάσεων των συμβασιούχων σε αορίστου χρόνου σε χρονικό διάστημα μόλις ολίγων μηνών (καλοκαίρι 2006 - άνοιξη 2007) και έτσι με την 19/2007 -σε αντίθεση προς την 18/2006 απόφασή της- απέκλεισε την όποια δυνατότητα αποκατάστασης των συμβασιούχων, ακόμη και αν απασχολούνταν με συμβάσεις έργου ή ορισμένου χρόνου για ολόκληρα χρόνια.

ΙΙ. Με τη πρόσφατη αυτή απόφαση του ΔΕΚ οι συμβασιούχοι μπορούν να απευθύνονται στα ελληνικά δικαστήρια, τα οποία, κρίνοντας κατά περίπτωση, μπορούν να τους δικαιώσουν:

α. Αν έχουν υπογραφεί από αυτούς πέραν της μίας συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου,

β. Με βάση το άρθρο 8 Ν. 2112/20, το οποίο η απόφαση ΔΕΚ αναγορεύει ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο προς την Κοινοτική Οδηγία 99/70, με την πρόσθετη επισήμανση ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, ώστε να αποτρέπεται η καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου.

γ. Αν η επανάληψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου στον δημόσιο τομέα δεν θεωρείται δικαιολογημένη «από αντικειμενικούς λόγους» ή όταν οι λειτουργικές ανάγκες, που καλύπτουν οι συμβασιούχοι, είναι στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς.

δ. Με αξιολόγηση του γεγονότος ότι η τροποποίηση του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, με σκοπό την επιβολή απόλυτης απαγόρευσης της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70 και πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της στην εσωτερική νομοθεσία.

ΙΙΙ. Βέβαια το πρόβλημα των συμβασιούχων ως έντονα κοινωνικό αναδεικνύει την παθογένεια των μεθόδων πρόσληψης στον δημόσιο τομέα εξαιτίας της άσκησης μικροπολιτικών επιλογών -αντί της υπεύθυνης αντιμετώπισης της ανεργίας-, έτσι δε αυτό αναζητεί λύσεις θεσμικές και πολιτικές, τις οποίες καλούνται να δώσουν όποιοι προεκλογικά είχαν υποσχεθεί, μετεκλογικά, όμως, λησμόνησαν και, ως να μην έφτανε μάλιστα η ασυνέπειά τους αυτή, μετά την έκδοση της πρόσφατης απόφασης του ΔΕΚ, θριαμβολογούν και αναφέρονται χωρίς σύνεση σε αποφάσεις ανώτατων ελληνικών δικαστηρίων, οι οποίες, όμως, αντί να δικαιώσουν, έκλεισαν ερμητικά τις πόρτες δικαίωσης των συμβασιούχων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι