Ο "Κατάλογος Έγκριτων Επιστημονικών Περιοδικών"

Λόης Λαμπριανίδης, Αυγή της Κυριακής, 26/04/2009

Στις αρχές Μαρτίου, οι διδάσκοντες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ) ενημερωθήκαμε ότι η Σύγκλητος ψήφισε έναν "Κατάλογο Έγκριτων Επιστημονικών Περιοδικών", που περιλαμβάνει 2.364 περιοδικά σε 12 γνωστικά πεδία. Τα περιοδικά ιεραρχήθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες και η Σύγκλητος θεσμοθέτησε διαφορετικά χρηματικά βραβεία, ανάλογα με την κατηγορία, για όσα μέλη ΔΕΠ δημοσιεύσουν σ’ αυτά. Τα περιοδικά επελέγησαν με βάση τη σχετική βιβλιογραφία για τις κατατάξεις και τις διεθνείς βάσεις δεδομένων για την κατηγοριοποίηση των επιστημονικών περιοδικών (ανάλυση αναφορών, συντελεστής απήχησης κλπ.). Με αυτή την έννοια, ο κατάλογος δεν αποτελεί καμία "παρέκκλιση" από την κυρίαρχη αντίληψη, ωστόσο η διαδικασία, όπως θα δείξω στη συνέχεια, παρουσιάζει αρκετά σοβαρά προβλήματα.

Η απόλυτη κυριαρχία της αγγλοφωνίας

Πρώτον, το 94% των περιοδικών του καταλόγου είναι αγγλόφωνα· το υπόλοιπο 6% περιλαμβάνει κυρίως γαλλόφωνα και γερμανόφωνα περιοδικά, αλλά ούτε ένα που εκδίδεται στα ελληνικά. Η κυριαρχία των αγγλόφωνων περιοδικών υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης στις μη αγγλόφωνες και εντονότερα στις μικρότερες χώρες, γιατί οδηγεί τους επιστήμονες να μη μελετούν τη χώρα τους, εάν θεωρείται "μικρή". Εξάλλου, η ιστορία της επιστήμης μάς διδάσκει ότι η γλώσσα δημοσίευσης μιας μελέτης δεν συνδέεται άμεσα με την επιστημονική της βαρύτητα. Τέτοιοι κατάλογοι, σε τελευταία ανάλυση, απλώς συμβάλλουν στην αναπαραγωγή των ανισοτήτων, μια και λειτουργούν από τη μια ως "ενάρετος κύκλος" για την αγγλική γλώσσα και τα αγγλόφωνα περιοδικά, και από την άλλη ως "φαύλος κύκλος" για τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες και τα περιοδικά τους.

Στην πράξη, οι συντάκτες του συγκεκριμένου καταλόγου περιοδικών εμφανίζονται να αποδέχονται ότι τα ελληνικά περιοδικά (π.χ. "Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος", "Σπουδαί", "Θέσεις", "Γεωγραφίες", "Αειχώρος", "Τα Ιστορικά", "Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης", "Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών", "Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών"), είναι λιγότερο "έγκριτα" από όσα περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Αυτός είναι ένας ολισθηρός δρόμος, μια που ο ρόλος ενός επιστημονικού περιοδικού είναι να συμβάλει στον επιστημονικό διάλογο και στη μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα και στη χώρα του, κάτι ιδιαίτερα επιτακτικό για τις κοινωνικές επιστήμες. Δεν πρέπει ασφαλώς να μας διαφεύγει ότι η γλώσσα, ο κυρίαρχος πολιτισμός σε τελευταία ανάλυση, προσδιορίζει τόσο τη θεματολογία της επιστημονικής συζήτησης όσο και τα κυρίαρχα επιστημονικά εργαλεία. Η μη ύπαρξη ελληνικών περιοδικών στον κατάλογο θα εξωθήσει τους επιστήμονες να μην ασχολούνται με τα ζητήματα της Ελλάδας, καθώς αυτά δεν ενδιαφέρουν τα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Η απαξίωση των επιστημονικών περιοδικών θα περιορίσει ακόμη περισσότερο την επιστημονική συζήτηση στην Ελλάδα, ενώ θα υπονομεύσει και τη διδασκαλία στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ένας τέτοιος κατάλογος μπορεί να δημιουργήσει αυταπάτες και να οδηγήσει ορισμένους πολύ καλούς επιστήμονες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια συμμετοχής σε μια ψευτοθεωρητική συζήτηση (δεν μπορούν όλοι να γίνουν επιστήμονες παγκόσμιου βεληνεκούς – οι νέοι Κρούγκμαν, Στίγκλιτζ, Κένεθ Άροου κ.ο.κ. των οικονομικών) αντί να είναι πολύ χρήσιμοι για την ανάλυση της ελληνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, πρέπει να δίνονται "κίνητρα" σε όλους αυτούς τους ταλαντούχους επιστήμονες να δημοσιεύουν σε ελληνικά περιοδικά, προκειμένου να βελτιωθεί η ελληνική βιβλιογραφία και η κατανόηση της ελληνικής πραγματικότητας.

Πώς ορίζονται τα "έγκριτα" περιοδικά;

Δεύτερον, είναι ίσως προβληματική αυτή καθαυτή η έννοια του καταλόγου που ενέκρινε ένα διοικητικό όργανο και ορίζει το τι θεωρείται "έγκριτο" περιοδικό: η ύπαρξη του καταλόγου δεν συμβάλλει στην επιστημονική εξέλιξη αλλά, αντίθετα, αναπαράγει το κυρίαρχο κάθε φορά θεωρητικό υπόδειγμα (dominant paradigm) και του επιτρέπει να παραμείνει κυρίαρχο πολύ περισσότερο από όσο χρειάζεται (όπως έδειξε και η πρόσφατη οικονομική κρίση), αποτρέποντας τομές στην επιστήμη.

Το σκεπτικό πίσω από τον κατάλογο είναι ότι κάθε άρθρο που δημοσιεύεται σε ένα περιοδικό αποκτά τον συντελεστή απήχησης του περιοδικού. Όμως, ο συντελεστής απήχησης προσδιορίζεται από ελάχιστα σημαντικά άρθρα του περιοδικού (π.χ. μόλις το 15% των άρθρων ενός περιοδικού δέχεται το 50% του συνόλου των αναφορών του). Ένας τέτοιος κατάλογος μπορεί λοιπόν να λειτουργήσει ως "τυφλοσούρτης" και να αποτελέσει ένα ακόμη βήμα προς τη μετατόπιση από την ουσιαστική αξιολόγηση του περιεχομένου της δημοσίευσης στην ποσοτικοποίηση της, δηλαδή από την ουσία στον τύπο. Μια μετατόπιση που έχει αρχίσει ήδη να παρατηρείται στις κρίσεις για εκλογή μελών ΔΕΠ, κλπ., όπου σταδιακά το βάρος της κρίσης μετατοπίζεται από την εξέταση της επιστημονικής συνεισφοράς στην απλή αναφορά του συντελεστή απήχησης και της κατάταξης του περιοδικού όπου έγινε η δημοσίευση. Αυτό, σε τελευταία ανάλυση, οδηγεί στην κατάργηση της επιστημονικής αξιολόγησης και την εκχώρηση της στις συντακτικές επιτροπές των αγγλόφωνων περιοδικών και στους αυτόματα εφαρμόσιμους ποσοτικούς αλγόριθμους κατάταξης. Το βασικό κριτήριο μιας δημοσίευσης θα πρέπει να είναι πάντοτε ο έλεγχος αυτής καθεαυτής της ποιότητας της­· το πού δημοσιεύθηκε είναι απλώς μια ένδειξη, σε ορισμένες περιπτώσεις μια καλή ένδειξη.

Οι κατηγοριοποιήσεις των περιοδικών έχουν σοβαρές εγγενείς αδυναμίες μια που, παρότι λαμβάνουν υπόψη τους πληθώρα κριτηρίων, στηρίζονται, εν τέλει, στην αναγνωσιμότητα των περιοδικών, η οποία με τη σειρά της προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούν. Η κατάταξη των περιοδικών βασίζεται στις αναφορές που υπάρχουν στα άρθρα τα οποία δημοσιεύθηκαν σε αυτά τα περιοδικά και όχι σε όλα τα περιοδικά (ινδικά, κινέζικα, ρώσικα, φιλανδικά κλπ.), είναι δηλαδή αυτοανακυκλούμενη.

Προβλήματα θεματικής κάλυψης

Τέλος, ο τρόπος που συντάχτηκε ο κατάλογος παρουσιάζει κάποια επιπλέον προβλήματα, που αφορούν ιδιαιτερότητες του ΠΑΜΑΚ. Έτσι, η θεματική κάλυψη του καταλόγου είναι προβληματική ως προς τις περιοχές τις οποίες συμπεριλαμβάνει. Τα 12 γνωστικά πεδία του καταλόγου δεν καλύπτουν όλα τα πεδία που θεραπεύουν τα 10 τμήματα του ΠΑΜΑΚ. Εάν πάλι υποτεθεί ότι αντιστοιχούν στα πεδία εξειδίκευσης των διδασκόντων του, τότε είναι προβληματικά καθώς υπάρχει μια επιλεκτική στάση (π.χ. δεν υπάρχουν κατάλογοι περιοδικών για δίκαιο, ιστορία, μαθηματικά, περιφερειακή οικονομική και φιλολογία, ενώ υπάρχει για νευροεπιστήμες). Εξάλλου, απουσιάζουν περιοδικά παγκόσμιου κύρους στα οποία δημοσιεύονται έργα διεπιστημονικής εμβέλειας (π.χ. "Science", "Nature", "Proceedings of the Royal Society"). Αυτό δείχνει και μια γενικότερη περιοριστική αντίληψη και μια συγκεκριμένη επιστημολογική-πολιτική στοχοθέτηση στην επιλογή των περιοχών οι οποίες θεωρείται ότι θεραπεύονται στο ΠΑΜΑΚ.

Η τεκμηρίωση που προηγείται του καταλόγου δείχνει ότι αναμφίβολα έγινε σοβαρή προσπάθεια από τους συντάκτες, και μάλιστα περιλαμβάνει εύστοχες επισημάνσεις για τα όρια της αξιολόγησης των περιοδικών, οι οποίες όμως στη συνέχεια αποσιωπούνται. Τελικά, ο τρόπος κατάταξης των περιοδικών είναι απολύτως ασαφής, καθώς δεν φαίνεται να προέκυψε με βάση κάποιον αλγόριθμο και σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. Φαίνεται ότι η κατάταξη γίνεται με βάση τον δείκτη απήχησης, συνεπώς θα περίμενε κανείς ότι οι δείκτες απήχησης των περιοδικών στις τέσσερις ομάδες να ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Όμως, αυτό δεν συμβαίνει, π.χ. το περιοδικό "Economics Letters" με δείκτη απήχησης 0,302 κατατάσσεται 8ο, το "Open Economies Review" με 0,143 82ό, ενώ το "Energy Economics" με 1,557 115ο και το "Energy Policy" με 1.901 κατατάσσεται 174ο!

Επιπλέον, τα κριτήρια για την επιλογή περιοδικών διαφοροποιούνται κατά γνωστικό πεδίο. Επίσης, τα περιοδικά για την περιοχή της Διοίκησης Επιχειρήσεων, κατατάχθηκαν με βάση τη "βρετανική περίπτωση" γιατί "οι συνθήκες έρευνας των Ελλήνων πανεπιστημιακών προσεγγίζουν περισσότερο τις αντίστοιχες συνθήκες έρευνας των βρετανικών πανεπιστημίων σε σύγκριση με τις συνθήκες στα χιλιάδες ανομοιογενή αμερικάνικα τμήματα" (σελ. 16). Ίσως όμως είναι επαρχιωτισμός να θεωρεί κανείς ότι πρέπει να υιοθετήσει άκριτα κάποιο μοντέλο, αντί να αναπτύξει αυτό που είναι πιο πρόσφορο για την εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης στη χώρα του.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι το ζήτημα του καταλόγου "εγκρίτων" περιοδικών δεν είναι διοικητικό αλλά ουσιαστικό ζήτημα, που συνδέεται άμεσα με την αντίληψή μας για τη γνώση, για τις σπουδές, αλλά και για τους όρους παραγωγής της γνώσης. Θέλουμε να ενθαρρυνθεί η παραγωγή νέας γνώσης (θεωρητικής και εφαρμοσμένης) που να απαντά στα ζητήματα της κοινωνίας και αυτό δεν μπορεί παρά να γίνει μέσα από διαδικασίες που ανοίγουν ορίζοντες, αντί να λειτουργούν περιοριστικά.

Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι οικονομικός γεωγράφος και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι