Στρατηγική για τους νέους

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 29/04/2009

Αναγνωρίζοντας ότι οι νέοι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις συνθήκες της κρίσης, ενώ συνάμα συνιστούν έναν πολύτιμο πόρο «στην κοινωνία μας που γερνάει», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε προχθές μια «Στρατηγική για την επένδυση στους νέους και για την ενδυνάμωσή τους» με ορίζοντα την ερχόμενη δεκαετία. Οι κατευθύνσεις που διαγράφονται εκεί δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπες: η βελτίωση της εκπαίδευσης, η διευκόλυνση της μετάβασης στην εργασία, η ενθάρρυνση της δημιουργικότητας, της συμμετοχής, καθώς και του αθλητισμού και της υγιεινής ζωής, παράλληλα η καταπολέμηση του αποκλεισμού και της φτώχειας στις μειονεκτούσες ομάδες, ενυπήρχαν στις έως τώρα πολιτικές και στο αντίστοιχο πρόγραμμα της προηγούμενης δεκαετίας.

Όπως όμως παραδέχεται η Επιτροπή- και ακούγεται πολύ γνώριμο σε εμάς εδώ- «η ανεργία μεταξύ των νέων είναι κατά μέσο όρο τουλάχιστον διπλάσια εκείνης του συνολικού εργατικού δυναμικού... συχνά εργάζονται σε χαμηλής ποιότητας, προσωρινές δουλειές και αμείβονται πενιχρά». Και σήμερα, με την κρίση, διαπιστώνει προφανώς επιδείνωση. Για να αποδώσουν επομένως οι πολιτικές που εισηγείται, όλες οι συστάσεις της για περισσότερη κινητικότητα και ευελιξία με ασφάλεια, πέρα από τους πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, χρειάζεται να συνδυαστούν επίσης με άλλες πολιτικές που θα διευρύνουν την παραγωγική δραστηριότητα στην Ευρώπη και θα δημιουργήσουν πολλές και καλές θέσεις απασχόλησης: για την ανάπτυξη νέων, καλύτερων προϊόντων και υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα κυρίως, αλλά και για τη διαφύλαξη και την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, για υποδομές, κοινωφελείς υπηρεσίες, δημόσια αγαθά εν γένει, έργο των κυβερνήσεων και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά πρώτο λόγο.

Είδαμε στις συνθήκες της κρίσης να αξιοποιούνται αδιανόητοι άλλοτε δημόσιοι πόροι: για να διασωθούν οι τράπεζες πρώτα, κατόπιν για να στηριχθούν δοκιμαζόμενες βιομηχανίες και κλάδοι, προοπτικά πλέον και για παρεμβάσεις που «θα αναπληρώσουν τις αγορές που απέτυχαν», κατά τη φρασεολογία των Βρετανών Εργατικών. Ήδη, ωστόσο, δυναμώνουν συντηρητικές φωνές με την απαίτηση το κράτος να επανέλθει στον περιορισμένο προηγούμενο ρόλο του μόλις περάσουν τα χειρότερα, να περικόψει τις διογκωμένες δαπάνες του. Επικαλούνται τον δημόσιο δανεισμό, ο οποίος πράγματι δεν μπορεί να συνεχίζεται στην υπέρμετρη τωρινή κλίμακα για καιρό. Υπάρχει όμως και η επιλογή της ανακατανομής του εισοδήματος, να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα μέσω της φορολογίας για να χρηματοδοτηθούν περισσότερα δημόσια αγαθά, καλύτερη παιδεία και απασχόληση για όλους τους νέους ανθρώπους. Αυτή την επιλογή θα χρειαζόταν να κάνουν σαφέστερη τα κόμματα (πέρα από κάποιες θεαματικές αυξήσεις του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, που μόλις αγγίζουν το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού και άρα λίγα θα συνεισφέρουν), για να έχει ξεκάθαρο νόημα η ψήφος δεξιά ή αριστερά στις επικείμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη «Στρατηγική»-ευχολόγιο της Επιτροπής παρουσιάζει η Έκθεση για τη Νεολαία που δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα, με στατιστικές πληροφορίες που αναδεικνύουν την ανεπάρκεια των πολιτικών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι νέοι άνθρωποι ηλικίας 15-29 ετών έφταναν το 2007 τα 96 εκατομμύρια, το 19,4% του συνολικού πληθυσμού (μέχρι 24% στην Ιρλανδία, την Κύπρο και τις χώρες της Βαλτικής, 17% στην Ιταλία). Με βάση τις δημογραφικές προβολές, το 2050 θα έχουν μειωθεί στο 15,3%. Πολλοί νέοι είναι μετανάστες- πάνω από 15% στην Ισπανία- με αυξημένο κίνδυνο περιθωριοποίησης και παγίδευσης σε ανειδίκευτες εργασίες χωρίς προοπτική.

Η υποχρεωτική εκπαίδευση φτάνει μέχρι την ηλικία 14-17 ετών. Το 60% των 19χρονων φοιτά ακόμα, το 80% των 25-29 ετών έχει τελειώσει το λύκειο, αλλά 20% δεν απέκτησε βασικές γνώσεις ανάγνωσης και αριθμητικής. Οι σπουδαστές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (23% περισσότερες γυναίκες) αυξήθηκαν κατά 25%, μεταξύ 1998 και 2006, και αποτελούν το 11,5% του πληθυσμού 18-39 ετών, το 15% των σπουδαστών είναι πάνω από 30 ετών. Αλλά λιγότερο από το ένα τρίτο των παιδιών με γονείς χαμηλής εκπαίδευσης αποφοιτούν από την τριτοβάθμια. Πάνω από το ένα τρίτο των νέων ηλικίας 15-24 ετών δεν έχουν δουλειά ούτε σπουδάζουν ούτε παρακολουθούν κάποια κατάρτιση.

Η ανεργία των νέων ηλικίας 15-24 ετών έφτανε το 15,4% το 2008 και ήταν τριπλάσια εκείνης των 25 ετών και άνω. Το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, 23%, το έχει η Ελλάδα η οποία παρουσιάζει και μιαν ιδιομορφία: μεγαλύτερο ποσοστό άνεργων πτυχιούχων, ενώ σε όλες τις άλλες χώρες η πιθανότητα ανεργίας μειώνεται όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης.

Τέλος, το 16% των παιδιών μέχρι 17 ετών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή με εισόδημα μικρότερο από το 60% του διαμέσου (στην Ελλάδα 23%), όπως και το 20% των νέων 16-24 ετών (στην Ελλάδα 25%).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι