Ευρώπη και κλιματική αλλαγή: η αποτυχία μιας πολιτικής

Paul Rogers, OpenDemocracy, ppol.gr, 13/05/2009

Η επέκταση των επιπτώσεων της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την επίτευξη των «αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας» (MDG) σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, έως το 2015. Η «παγκόσμια ελεγκτική έκθεση 2009: αναπτυξιακή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», που δημοσιεύτηκε στις 24 Απριλίου του 2009, υπογραμμίζει με έμφαση ορισμένες από τις αναμενόμενες επιπτώσεις της κρίσης:

Ο ρυθμός ανάπτυξης του συνόλου των χωρών του νότου, που την περίοδο 2006-2007 έφτασε στο 8.1%, το 2009 αναμένεται να πέσει στο 1.6%.

Η παγκόσμια ύφεση θα οδηγήσει μεγάλες μάζες ανθρώπων, μεταξύ 55 και 90 εκατομμύρια, να υποβιβαστούν φέτος στην ακραία φτώχεια.

Καθώς οι μονίμως υποσιτισμένοι άνθρωποι αναμένεται να φθάσουν το 1 δις, οι πρόσφατες επιτυχίες στον τομέα της καταπολέμησης του υποσιτισμού (η εξάλειψη του οποίου ήταν ο πρώτος στόχος των MDG) θα ακυρωθούν. Η παγκόσμια ύφεση μάλλον θα κρατήσει καιρό. Η παγκόσμια ελεγκτική έκθεση -που τη συντάσσουν από κοινού του «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ) και η «παγκόσμια τράπεζα» ενόψει των ανοιξιάτικων συνόδων των δύο οργανισμών- αναφέρει σχετικά: «ο αριθμός των υποσιτισμένων αναμένεται να αυξηθεί σε περίπτωση που η κρίση βαθύνει και συνεχιστούν τα προβλήματα στην αύξηση των οικονομιών των υπό ανάπτυξη χωρών». Περισσότερο θα πληγούν οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και της νότιας Ασίας, καθώς η συνέχιση της ύφεσης «θα ακυρώσει ουσιαστικά τις προοπτικές για περαιτέρω μείωση της φτώχειας που είχαν διαφανεί πριν το 2009».

Όπως αναφέρει ο βασικός συντάκτης της έκθεσης Τζον Λίπσκι (John Lipsky): «Αν και προσωρινά η ύφεση έχει γίνει πιο αισθητή στις αναπτυγμένες οικονομίες, δυστυχώς οι συνθήκες στις υπό ανάπτυξη χώρες επιδεινώνονται ραγδαία. Με την ύφεση να πλήττει ταυτόχρονα όλες τις μεγάλες γεωγραφικές οντότητες, η προοπτική πολύ οδυνηρών εξελίξεων γίνεται όλο και πιο απτή, καθιστώντας ακόμα πιο επείγουσα και δυσχερή την μάχη για την καταπολέμηση της φτώχειας».

Η κρίση δεν πλήττει ισότιμα τις κοινωνίες: οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης μιας χούφτας μεγάλων οικονομιών, τους επιτρέπει να εξασφαλίσουν μερικούς πολίτες τους από τα χειρότερα. Αλλά καθώς οι ξέφρενοι ρυθμοί ανάπτυξης της περασμένης δεκαετίας ανήκουν σιγά-σιγά στο παρελθόν, ακόμα και χώρες σαν την Κίνα αντιμετωπίζουν προβλήματα. Επιπλέον, στις χώρες αυτές η δημογραφική ανάπτυξη τις υποχρεώνει να έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί σταθερό το επίπεδο διαβίωσης, ενώ κάθε υποχώρηση πλήττει άμεσα όσους είναι ήδη φτωχότεροι.

Οι κοινωνικά διαφοροποιημένες επιπτώσεις της ύφεσης συμπεριλαμβάνονται στα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής συγκυρίας: οι ελίτ στα περισσότερα κράτη (συμπεριλαμβανομένων εκείνων του «τρίτου κόσμου») καταφέρνουν να εξασφαλιστούν από τις επιπτώσεις της κρίσης, σε αντίθεση με τους σκληρά εργαζόμενους συμπολίτες τους. Το να περικόψεις το υπηρετικό σου προσωπικό κατά ένα άτομο δεν είναι δα και τόσο μεγάλη θυσία για το αφεντικό του. Ο απολυμένος όμως αντιμετωπίζει το φάσμα της οικονομικής καταστροφής.

Ένα διαφορετικό σύστημα

Η ταχύτητα, η σφοδρότητα και η παγκοσμιότητα της σημερινής κρίσης δεν έχουν προηγούμενο: πράγματι, ακόμα και οι προβλέψεις για μία αναιμική ανάπτυξη της τάξης του 1.6% στις αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να αποδειχτούν υπεραισιόδοξες. Η Ευρώπη π.χ. που τον Ιανουάριο του 2009 προέβλεπε ακόμα για τα 16 κράτη-μέλη της ευρωζώνης ανάπτυξη της τάξης του 1.9%, το Μάιο ανακοίνωσε πως αναθεωρεί, και προβλέπει πλέον ύφεση της τάξης του 4%. Αυτό σημαίνει πως το διάστημα 2009-2010 θα χαθούν στην Ευρώπη άλλες 8.5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Η έκταση και η διάρκεια της ύφεσης ίσως να ενίσχυσε το προφίλ των G20, που πρόβαλαν σαν η αναδυόμενη πολιτική οντότητα όπου οι χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου αρχίζουν να συμμετέχουν ισότιμα στη λήψη των αποφάσεων. Συνολικά όμως, οι πολιτικές αντιδράσεις των κυβερνήσεων του πλανήτη πολύ απέχουν από το να εγγυώνται τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η παγκόσμια οικονομία.

Στο περιοδικό «έμφαση στον νότο του κόσμου» ο Βάλντεν Μπέλο (Walden Bello) διαβλέπει μία «γενικευμένη κίνηση προς ένα "παγκόσμιο σοσιαλδημοκρατικό λόγο" (GSD), που τον στηρίζουν προσωπικότητες όπως ο Κόφι Ανάν (Kofi Annan), ο Τζορτζ Σόρος (George Soros), ο Τζέφρι Σακς (Jeffrey Sachs) κ.ά, και που μπορεί να θεωρηθεί ως η αναμενόμενη αντίδραση στις υπερβολές των παγκοσμιοποιημένων ελεύθερων αγορών. Ο συγγραφέας εκτιμά πως αυτός ο λόγος «σκοπεύει να οδηγήσει σε μία διαφορετική κοινωνική ισορροπία, αλλά και στην αναζωογόνηση της ιδεολογικής ηγεμονίας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού».

Αυτό το ανανεωμένο καπιταλιστικό σύστημα θα χρειαστεί να αναγνωρίσει την ανεπάρκεια της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης και να ασχοληθεί με τη μείωση των παγκόσμιων ανισοτήτων, την ελάφρυνση του χρέους των φτωχών κρατών, ένα φιλόδοξο «σχέδιο Μάρσαλ» υπέρ του νότου και πελώριες επενδύσεις στην περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη. Ο Μπέλο βλέπει με δυσπιστία αυτή την προσέγγιση: όχι μόνο διότι δεν πιστεύει πως «ένα σύστημα εγγενώς καταστροφικό σε κοινωνικό και οικολογικό επίπεδο μπορεί έξαφνα να γίνει περιβαλλοντικό και δίκαιο», αλλά και διότι χαρακτηρίζει τον GSD ως «μία τεχνοκρατική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία κάποιοι ειδήμονες καλούνται να μεταρρυθμίσουν τα πράγματα "από τα πάνω" αντί να έχουμε μια συμμετοχική "από τα κάτω" μεταρρυθμιστική διαδικασία». Ο Μπέλο θεωρεί πως ο GSD αφορά την κοινωνική διαχείριση, όχι την κοινωνική απελευθέρωση.

Ελλειμματική ηγεσία

Όπως κι αν βλέπει κανείς αυτήν την ανάλυση, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο GSD αποδεικνύεται ήδη ανεπαρκής να απαντήσει στις πελώριες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα -όπως π.χ. την κλιματική αλλαγή. Ενώ διαμορφωνόταν η κρίση, το 2008, ακόμα και μερικές από τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις διέβλεπαν αναπτυξιακές προοπτικές στην εξοικονόμηση ενέργειας και την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Ένα τέτοιο «πράσινο νιου ντιλ» θα μπορούσε να απαντήσει τόσο στην κρίση όσο και στην περιβαλλοντική υποβάθμιση. Από τότε όμως, τα πράγματα δεν πήγαν καλά.

Αντί για το «πράσινο νιου ντιλ» βιώσαμε την υποχώρηση των ΑΠΕ, ειδικά στη δυτική Ευρώπη, ακριβώς τη στιγμή που θα ανέμενε κανείς το ανάποδο.

Την 1η Απριλίου του 2009 η BP ανακοίνωσε πως θα περικόψει το 25% σχεδόν των θέσεων εργασίας (620 θέσεις) του τμήματος ανάπτυξης ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισπανία, λόγω μείωσης της ζήτησης. Το πρώτο τρίμηνο του 2009 το τμήμα πούλησε 15MW ηλιακής ενέργειας, έναντι 34MW το πρώτο τρίμηνο του 2008!for the same period in 2008.

Την ίδια ακριβώς ημέρα, η δανική εταιρεία παραγωγής ενέργειας «βέστας» ανακοίνωσε την παύση της λειτουργίας του αιολικού της πάρκου στη Βρετανία, λόγω μείωσης της ζήτησης. Στις 600 θέσεις εργασίας που θα χαθούν στη Βρετανία πρέπει να προσθέσουμε άλλες 1,300 στη Δανία. Τουλάχιστο η «βέστας» επεκτείνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, όπου η ζήτηση για αιολική ενέργεια αυξάνει, αλλά η υποχώρησή της στη Βρετανία είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον που συμβαίνει σε μία χώρα που διαθέτει από τις καλύτερες υποδομές για παραγωγή αιολικής ενέργειας, ενώ η κυβέρνησή της διαλαλεί πως η μείωση της εκπομπής θερμοκηπικών αερίων συμπεριλαμβάνεται στις απόλυτες προτεραιότητές της.

Ασφαλώς είναι πολύ ευχάριστο που η ζήτηση για ΑΠΕ αυξάνει στις ΗΠΑ και την Κίνα. Αυτό που είναι εντυπωσιακό όμως είναι η αντίθεση αυτής της εικόνας με όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη, είτε σε επίπεδο εθνικών κυβερνήσεων, είτε Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), που αναδεικνύουν μια εντυπωσιακή απουσία πολιτικής αποφασιστικότητας. Οι δυτικοευρωπαίοι είναι ιδιαίτερα ευνοημένοι σε ό,τι αφορά την αιολική ενέργεια, την ενέργεια από τα κύματα ή την παλίρροια, ενώ στην ηλιακή ενέργεια έχουν σημειωθεί εντυπωσιακές τεχνολογικές πρόοδοι, που την καθιστούν αξιοποιήσιμη από την πλειοψηφία των κρατών. Η Ευρώπη βρισκόταν για καιρό στην πρωτοπορία της ανάπτυξης των ΑΠΕ. Σήμερα όμως, ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερο παρά ποτέ την αποφασιστικότητα των ηγετών της, δείχνει ανησυχητικά σημάδια πολιτικής ανεπάρκειας, που εμποδίζουν την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ στη γηραιά ήπειρο.

Χωρίς αποφασιστική ηγεσία, το βάρος πέφτει στις πλάτες της κοινωνίας των πολιτών, που χρειάζεται να έρθει ακόμα και σε σύγκρουση με τις αρχές, προκειμένου να επιβάλει περιβαλλοντικές πολιτικές. Η ύφεση είναι χειρότερη του αναμενομένου· η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται ταχύτερα από ότι νομίζαμε· δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην αδράξουμε και την παραμικρή ευκαιρία να αντεπεξέρθουμε ταυτόχρονα και στις δύο αυτές προκλήσεις. Κι όμως, αυτό δε συμβαίνει στην Ευρώπη. Η έλλειψη πολιτικής διορατικότητας των ηγετών της μοιάζει με πολιτική ανεπάρκεια που θα πρέπει να καταγγελθεί με όσο περισσότερη δριμύτητα μπορούμε.

* O Paul Rogers είναι καθηγητής «ειρηνευτικών σπουδών» στο πανεπιστήμιο του Μπράντφορντ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι