Νεοφιλελευθερισμός και νεοδογματισμός

Γεράσιμος Γεωργάτος, Αυγή της Κυριακής, 17/05/2009

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό όλων των εκδοχών του δογματισμού και του φονταμενταλισμού, από τον Στάλιν μέχρι τον Μπους και τους Ταλιμπάν, αποτελεί ο μανιχαϊκός, διχοτομικός και απλουστευτικός τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας: άσπροι = καλοί / μαύροι = κακοί, όπως στις ταινίες της σειράς "Ο πόλεμος των άστρων" του Τζορτζ Λούκας. Το "καλό" και το "κακό", ο "παράδεισος" και η "κόλαση" δεν είναι δυνατό να συνυπάρχουν και να συμπλέκονται σε μια αέναη διαλεκτική αντιθετική συνύπαρξη, με περιοδική και συγκυριακή επικράτηση του ενός επί του άλλου εντός μιας συστημικής ολότητας. Αντίθετα, τα πάντα κατηγοριοποιούνται απολύτως αντιπαραθετικά με όρους μεταφυσικής καθαρότητας, μέχρι τελικής επικράτησης του ενός επί του άλλου, σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Κατά συνέπεια και επί μακρόν, για μεγάλο μέρος της Αριστεράς, ΗΠΑ, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ εκπροσωπούσαν το απόλυτο κακό, ενώ ΕΣΣΔ, ΚΟΜΕΚΟΝ και Σύμφωνο της Βαρσοβίας το απόλυτο καλό, κατ’ αντιστοιχία με ένα διπολικό κόσμο που κατέρρευσε το 1989. Για τους μαρξίζοντες ωστόσο, η αλλαγή των συνειδήσεων έπεται του "είναι", της αλλαγής δηλαδή των υλικών όρων που την καθορίζουν, ενίοτε μάλιστα, λόγω της σχετικής αυτονομίας της, η συνειδησιακή μεταστροφή καθυστερεί απελπιστικά.

Έτσι, παρά την κατάρρευση του διπολισμού και την υπερπεντηκονταετή τουλάχιστον κριτική της δογματικής ορθοδοξίας από δημοκράτες αντιφρονούντες και από ρεύματα και διανοητές του πολιτικού φιλελευθερισμού και της δημοκρατικής Αριστεράς, ο παρωχημένος αρχαϊκός διχοτομισμός στην προσέγγιση της πραγματικότητας συνεχίζει να επιβιώνει, ως μεταμορφωμένος νεοδογματισμός, και στη μετά το 1989 εποχή. Η κυριαρχία μάλιστα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της δογματικής προσήλωσης της πλειοψηφίας των πολιτικών ελίτ στις αυτορρυθμιζόμενες αγορές, όχι μόνο προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί δραματική επιδείνωση των υλικών και περιβαλλοντικών όρων ζωής, αλλά ενέτεινε και συνεχίζει να εντείνει την απαξία της κριτικής και διαλεκτικής σκέψης. Η κατάσταση επιδεινώνεται, εκτός των άλλων, και από την αποδιάρθρωση των δημόσιων εκπαιδευτικών συστημάτων και τη συνολική πτώση του μορφωτικού επιπέδου, με τον νεοφιλελευθερισμό να αποτελεί έτσι θερμοκήπιο του νεοδογματισμού και του πνευματικού κομφορμισμού, που διευκολύνει και τη χειραγώγηση της κομματικής βάσης, όπως και ευρύτερα της κοινωνίας.

Κατά συνέπεια, και κατά το ΚΚΕ, υπάρχουν πέντε κόμματα αλλά αντιπαρατίθενται καθαρώς δύο μόνο πολιτικές, όπως κατά ορισμένους, εντός ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ, αντιπαρατίθενται καθαρώς οι δυνάμεις του "αστισμού" με τις δυνάμεις της Αριστεράς, οι "από τα πάνω" με τους "από τα κάτω" (με ποια διαχωριστική γραμμή;), η αντιπροσωπευτική με τη συμμετοχική δημοκρατία, οι θεσμοί με τα κινήματα, οι μεταρρυθμιστές με τους επαναστάτες, η ανανέωση με τον ριζοσπαστισμό, ο ρεαλισμός του εφικτού με την ουτοπία του ανέφικτου και της εξέγερσης, το σύστημα με το (ποιο;) αντισύστημα… και ουκ έστιν τέλος, με το δεύτερο σκέλος της διάζευξης να εκλαμβάνεται εξ ορισμού και να καθαγιάζεται άκριτα ως απολύτως "καλό" και προοδευτικό.

Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι η δογματική και νεοδογματική σκέψη και νοοτροπία βρίσκεται πίσω και από τον 18ο αιώνα, όταν ο ντεϊστής Βολταίρος θεμελίωνε, μαζί με την ανεξιθρησκία, την ελευθερία του λόγου, της σκέψης και της έκφρασης, και συνακόλουθα την κουλτούρα της συνύπαρξης, του διαλόγου και της δυνατότητας προωθητικών συνθέσεων. Είναι χαρακτηριστική η απέχθεια όλων των εκδοχών του δογματισμού προς την αντίθετη ή διαφορετική άποψη, απέχθεια που παλαιότερα έφτανε μέχρι και τη φυσική εξόντωση, ενώ σήμερα ευτυχώς περιορίζεται στον πολιτικό αποκλεισμό και το αίτημα για διαγραφή του κατασκευασμένου εσωκομματικού αντίπαλου, αναβιώνοντας μεταμορφωμένο τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Ίσως γι’ αυτό καθίσταται και εξαιρετικά δύσκολο το εγχείρημα της ενότητας της πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστεράς, καθώς τόσες απόλυτες αλήθειες, με τα αντίστοιχα ιδιοκτησιακά σύνδρομα, είναι ομολογουμένως δύσκολο να συνυπάρξουν.

Για παράδειγμα, με την απλουστευτική μανιχαϊκή οπτική του, ο νεοδογματισμός υπερτιμά θεωρητικά τα κινήματα (παραδοσιακά-συνδικαλιστικά και νέα) έναντι των θεσμών, ενώ στην πράξη τα υποτιμά και τα ακυρώνει: οι όποιες θεσμικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να επιτευχθούν με τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις τους θεωρείται ότι έχουν ελάχιστη αξία ως πραγματοποιούμενες στο πλαίσιο του συστήματος, ενώ η πραγματική αξία βρίσκεται στον διαρκή κινηματικό ακτιβισμό μέχρι την ολοκληρωτική ανατροπή, ονομαζόμενο άλλως και άλλοτε "επαναστατική γυμναστική". Έτσι, επί της ουσίας, αποδυναμώνει και ακυρώνει το ενδιαφέρον για βελτίωση, στο εδώ και σήμερα, της ζωής των εργαζομένων, των ανέργων και της νεολαίας υπέρ των οποίων θέλει να μεροληπτεί. Ευτυχώς τα κινήματα πόλης για τους ελεύθερους χώρους, τις κεραίες κλπ., καθώς και οι περιβαλλοντικές κινήσεις ανά την επικράτεια πραγματοποίησαν και πραγματοποιούν σημαντικές παρεμβάσεις, σημειώνοντας επιτυχίες που βελτιώνουν τα πράγματα και εντός συστήματος.

Ο νεοδογματισμός επαίρεται για την επαναστατική του καθαρότητα, αναφερόμενος διαρκώς στην ουτοπία, στην εξέγερση, στη συνολική υπέρβαση, στον ολικό μετασχηματισμό, που αντιπαρατίθενται κάθετα στον ρεαλισμό, στο εφικτό, στη μεταρρύθμιση, θεωρούμενα ως προσαρμογή. Επί της ουσίας, περιφρονεί ως συντηρητικό ένα σημαντικό κομμάτι κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά στην αλλαγή των συσχετισμών, στη μετατόπιση του άξονα της πολιτικής ζωής προς τα αριστερά και στην πραγματική ανατροπή του δικομματικού σκηνικού. Ακυρώνει, δηλαδή, οποιαδήποτε δυνατότητα αλλαγής και μετασχηματισμού. Ίσως γι’ αυτό, παρά τις επικλήσεις και τις αναφορές, δεν συγκροτείται σοσιαλιστική συνιστώσα εντός ΣΥΡΙΖΑ.

Με την αποθέωση της άμεσης-συμμετοχικής-δημοψηφισματικής δημοκρατίας, ο νεοδογματισμός περιφρονεί την έμμεση-αντιπροσωπευτική και το κοινοβούλιο ως "αστικούς" θεσμούς και ενίοτε μάλιστα ως συγκαλυμμένη δικτατορία, χωρίς να αντιλαμβάνεται τον συχνά συντηρητικό και λαϊκιστικό χαρακτήρα της πρώτης, απομειώνοντας έτσι το πραγματικό ενδιαφέρον και τη δυνατότητα διεύρυνσης των δημοκρατικών θεσμών υπέρ των κοινωνικών στρωμάτων και κατηγοριών που διατείνεται ότι υπερασπίζει, τη στιγμή μάλιστα που η "αστική" δημοκρατία βάλλεται ευθέως και περιστέλλεται από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού.

Από την περιφρόνηση του μανιχαϊκού νεοδογματισμού δεν διαφεύγει βέβαια, και ενόψει ευρωεκλογών, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως εκπρόσωποι του απόλυτου κακού και όλων των δεινών του κόσμου, παρά το γεγονός ότι η ισλανδική "αριστερή στροφή" περιλαμβάνει ως αίτημα την άμεση ένταξη στην Ε.Ε. και στην ΟΝΕ. Επ’ αυτού του θέματος όμως χρειάζεται ιδιαίτερη πραγμάτευση, την οποία ο χώρος δεν επιτρέπει.

Εν κατακλείδι, ο νεοδογματισμός, απ’ όπου και αν προέρχεται, είναι συντηρητικός, αλληλοτροφοδοτείται με τον νεοφιλελευθερισμό και, παρά την επαναστατική του ρητορική, στην πράξη ακυρώνει κάθε προοπτική μετασχηματισμού. Γι’ αυτό, προκειμένου να αυξηθεί η κοινωνική διεισδυτικότητα της Αριστεράς και να αναδειχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη αλλαγής, οι ακραίες νεοδογματικές απόψεις και πρακτικές πρέπει να καταστούν εντός της περιθωριακές. Και για να παραφράσουμε ελαφρώς τον Νίτσε, "το δυσκολότερο πράγμα είναι να γίνεις αυτό που θέλεις πραγματικά να είσαι", στην προκειμένη περίπτωση μια πραγματικά δημοκρατική και πλουραλιστική Αριστερά. Τα φαντάσματα του παρελθόντος ελλοχεύουν και χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση και αγώνας για την ανατροπή τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι