Η αλλεργία και η αλλαγή

Αντώνης Λιάκος, Το Βήμα της Κυριακής, 17/05/2009

Τον τελευταίο καιρό εξελίσσεται μια συζήτηση η οποία συμπυκνώνεται στο ερώτημα «γιατί δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα;». Ωστόσο κάθε συζήτηση έχει τα προαπαιτούμενά της.

Τι εννοούμε λέγοντας «μεταρρυθμίσεις»; Ο όρος είχε συγκεκριμένο νόημα σε συγκεκριμένα κάθε φορά ιστορικά πλαίσια. Ξεκίνησε από τη Μεταρρύθμιση (και την Αντιμεταρρύθμιση) της Δυτικής Εκκλησίας. Η Σοσιαλδημοκρατία τον χρησιμοποιούσε για να περιγράψει, σε αντιδιαστολή με την επανάσταση, τον βαθμιαίο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και στη συνέχεια τη δημιουργία ολοκληρωμένου κράτους πρόνοιας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις τον περασμένο αιώνα τον χρησιμοποιούσαν απέναντι σε χώρες της περιφέρειας τις οποίες δεν είχαν αποικιοποιήσει για να τις ανοίξουν στις ξένες αγορές και επιρροές (π.χ., εξαναγκαστικές μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην Κίνα). Οι δημοτικιστές στην Ελλάδα για να απομακρύνουν τη γλώσσα και το πνεύμα της εκπαίδευσης από την καθαρεύουσα και την αρχαιολατρία. Υπήρξαν επίσης μεγάλες και προγραμματικές αλλαγές οι οποίες δεν ονομάστηκαν μεταρρυθμίσεις, αλλά χρησιμοποίησαν άλλους όρους, λ.χ. «ανόρθωση», «εκδημοκρατισμός», «αλλαγή», «εκσυγχρονισμός». Σήμερα ο όρος συγκρατεί τη σημασία που απέκτησε στη δεκαετία του 1990. Υπό την έμπνευση ενός νέου παραδείγματος (του οποίου πηγή έμπνευσης ήταν ό,τι ονομάστηκε ή κατανοήθηκε ως «νεοφιλελευθερισμός») επιχειρήθηκε ο περιορισμός του κράτους και η ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οταν αυτό το παράδειγμα σκέψης γενικεύθηκε και υιοθετήθηκε από διεθνείς οργανισμούς, ονομάστηκε «μεταρρυθμίσεις» και περιβλήθηκε με την πολιτική ουδετερότητα ενός στόχου αξιωματικά αποδεκτού. Π.χ., ούτε το ΠαΣοΚ, ούτε η ΝΔ, ούτε πολλοί απ΄ όσους αρθρογραφούν στις κυριακάτικες εφημερίδες αναρωτιούνται αν είναι καλές ή κακές οι μεταρρυθμίσεις, ποιους ωφελούν, ποιους βλάπτουν, σε ποιο αξιακό σύστημα εγγράφονται, αλλά απλώς ποιος μπορεί, αν μπορεί, να τις εφαρμόσει και γιατί, γενικώς, ατυχούν τα μεταρρυθμιστικά σχέδια. Κατά γενική εκτίμηση, η προηγούμενη εικοσαετία της επέκτασης των αγορών έληξε με την παρούσα οικονομική κρίση. Εληξε όμως μαζί της και το μοντέλο σκέψης που σημασιοδότησε τις μεταρρυθμίσεις; Ισχύουν οι ίδιες προκείμενες; Ή έχουν συμπαρασύρει μαζί τους και τις μεταρρυθμίσεις; Μπορούμε πλέον να θεωρούμε αξιωματικά δεδομένους τους στόχους τους; Η απάντηση έχει να κάνει με ένα συνακόλουθο, αλλά κρίσιμο ερώτημα. Τι μένει από την παγκοσμιοποίηση, και αν μπορούμε να τη σκεφτούμε πέρα από το οικονομικό (αλλά και φιλοσοφικό) μοντέλο της περασμένης εικοσαετίας. Θα έλεγα ότι η οικονομική κρίση δεν ακυρώνει την παγκοσμιοποίηση, ή τουλάχιστον δεν ακυρώνει όλες τις πλευρές της παγκοσμιοποίησης, αλλά μας καλεί να σκεφτούμε την παγκοσμιοποίηση με διαφορετικό τρόπο. Δηλαδή να μη βλέπουμε μόνο τις ροές του κεφαλαίου και της τεχνολογίας, αλλά και πολλά άλλα πράγματα τα οποία συναρθρώνονται μαζί τους. Να δούμε την παγκοσμιοποίηση όχι ως ιδεολογία, αλλά ως ιστορική φάση.

Ας δούμε το ερώτημα των μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια της νεοελληνικής ιστορίας. Είναι αδικαιολόγητη γενίκευση να πει κανείς ότι δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Αλλωστε δύσκολα μπορεί να ταξινομήσει κανείς χώρες επιρρεπείς και χώρες αλλεργικές στις μεταρρυθμίσεις. Υπάρχουν πεδία και ζητήματα στα οποία γίνονται ευκολότερα μεταρρυθμίσεις και άλλα στα οποία η παράδοση μένει ακλόνητη. Υπάρχουν εποχές που ευνοούν τις μεταρρυθμίσεις και άλλες όχι. Η διασταύρωση των πεδίων και των περιόδων μεταρρυθμίσεων δημιουργεί μια μεγάλη και συχνά απρόβλεπτη ποικιλία που κάνει δύσκολες (αν όχι κινδυνώδεις) τις ταξινομήσεις. Με τον τρόπο αυτόν πρέπει να δούμε και την Ελλάδα. Οταν ο Καποδίστριας ανέλαβε κυβερνήτης, συνήθιζε να λέει ότι η Ελλάδα βρισκόταν σε απόσταση 600 χρόνων από την υπόλοιπη Ευρώπη. Με τα δεδομένα της εποχής εκείνης ανήκε στον Μεσαίωνα. Σήμερα η απόσταση αυτή είναι ασφαλώς πολύ μικρότερη. Πώς καλύφθηκε χωρίς μεταρρυθμίσεις; Από το 1974 είδαμε μια ριζική μεταμόρφωση της Ελλάδας, από μια χώρα πολύ συντηρητική σε μια χώρα με ένα από τα δημοκρατικότερα Συντάγματα και απρόσκοπτη κοινοβουλευτική πορεία, με ένα Οικογενειακό Δίκαιο από τα (συγκριτικά) προοδευτικότερα. Πώς έγιναν αυτά χωρίς μεταρρυθμίσεις; Υπήρξαν τομείς όπου οι μεταρρυθμίσεις καρκινοβατούν; Βεβαίως. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το φορολογικό σύστημα, το Ασφαλιστικό, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, η κρατική γραφειοκρατία και πολλοί τομείς της δημόσιας διοίκησης. Αλλά η διαπίστωση αυτή, ότι υπάρχουν τομείς όπου περνούν οι μεταρρυθμίσεις και τομείς όπου δεν περνούν, ότι υπάρχουν εποχές που ευνοούν και εποχές που δυσκολεύουν τις μεταρρυθμίσεις, και ακόμη ότι υπάρχουν μεταρρυθμίσεις και «μεταρρυθμίσεις», θέτουν πολύ διαφορετικά ερωτήματα από αυτά που βάζουν όσοι αρθρογραφούν έχοντας προαποφασίσει γιατί δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα.

Για να αποκτήσουν νόημα τα ερωτήματα αυτά, χρειάζεται να περάσουν μέσα από δύο διαδικασίες. Χρειάζεται να δούμε, πρώτον, πώς εννοιολογούν οι άνθρωποι κάθε εποχής τις μεταρρυθμίσεις που θέλουν και τις αλλαγές που τους συμβαίνουν και, δεύτερον, πώς αυτές εντάσσονται στα ιστορικά συμφραζόμενα κάθε εποχής. Συχνά οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι καν εσωτερική υπόθεση μιας χώρας. Μερικές φορές τής επιβάλλονται χωρίς περιστροφές από τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις, άλλες φορές αποτελούν καρπό εσωτερικό ωριμάνσεων και οικεία ανταπόκριση σε εξωτερικά ερεθίσματα. Οι μεταρρυθμίσεις είναι επομένως ένα δια-εθνικό εκκρεμές που ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιθυμία και στον καταναγκασμό, ανάμεσα στην εθνική ιστορία και στη συλλογική εξέλιξη του κόσμου. Τις νοοτροπίες που βλέπουν την Ελλάδα αφενός ως εξαίρεση και κακέκτυπο ενός καλοτακτοποιημένου δυτικού κόσμου, ή, αφετέρου, ως το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται ανά τους αιώνες πρέπει να τις αφήσουμε πίσω μας. Σήμερα υπάρχει μια βαθιά οικονομική κρίση που δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκέσει, πόσο θα μας πονέσει και πού θα βγάλει, έχουμε μια κυβέρνηση η οποία από ιδιοτέλεια ή ανικανότητα δεν μπορεί να τη διαχειριστεί, και μια ευρωπαϊκή ηγεσία με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια μυαλά της προηγούμενης περιόδου. Προτού αναρωτηθούμε «γιατί δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα», ας δούμε τι είδους μεταρρυθμίσεις θέλουμε, ποιο θα είναι το υποκείμενο των μεταρρυθμίσεων και πώς θα εξασφαλίσει συναίνεση σε μια κοινωνία με βαθιές ρωγμές και διαφορετικά καθεστώτα διαβίωσης. Ποιος θα πάρει την πρωτοβουλία να θέσει στην πολιτική ατζέντα μια συζήτηση αυτού του τύπου;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι