Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις

Στάθης Λουκάς, 24/05/2009

Η σημερινή κρίση θα πρέπει να μας ωθήσει σε μιά βαθειά αλλαγή - όχι μόνο των κανόνων της χρηματιστηριακής αγοράς, που ουσιαστικά δεν υπάρχουν - αλλά βασικά στην πραγματική οικονομία. Αρχίζοντας από την αμφισβήτηση της χονδροειδούς ειδολωλατρίας της «αύξησης του ΑΕΠ» ( σαν απόλυτο δείκτη ανάπτυξης και ποιότητας της), που χαρακτηρίζει, χωρίς τεράστιες διαφορές, σημαντικά τμήματα του πολιτικού φάσματος, διαγωνίως από τα αριστερά προς τα δεξιά. Η βιωσιμότητα που από δεκαετίες προτείνεται από το δυτικοευρωπαϊκό προοδευτικό οικολογικό κίνημα, μπορεί να είναι η πυξίδα προσανατολισμού για μια νέα οικονομία και επόμενα η θεματολογία «της πράσινης οικονομίας» δεν είναι ένα πεδίο σνομπιστικής – και με αυτάρεσκη ανωτερότητα - απόρριψης, αλλά σκληρής μέσα από τα πράγματα, και την δημιουργία αναγκαίας υποκειμενικότητας, σύγκρουσης και σύγκρισης.

Σήμερα, με την τεράστια οικονομική κρίση σε έμφαση, τα σοβαρότατα γεγονότα των κλιματικών αλλαγών σε εξέλιξη καταμαρτυρούν δραματικά ότι, στη σχέση ενέργεια-κλίμα, είναι ειδικά η ενέργεια το στοιχείο που μπορεί να προσφέρει το πλαίσιο για μια καινούργια συνολική οικονομική πολιτική. Που – μαζί με τη διακυβέρνηση του χώρου – είναι αρχή και τέλος για κάθε πολιτική βιωσιμότητας. Γύρω από τη σχέση ενέργεια-κλιματικές αλλαγές διεξάγεται μια από τις πιο μεγάλες αναμετρήσεις αυτού του αιώνα και η Ευρώπη, με όλες τις ελλείψεις και αντιφάσεις της, ευρίσκεται σε καλή θέση μια και είχε την πολιτική πρωτοβουλία (Κιότο) και την ανάλογη τεχνολογική εξέλιξη και καινοτομία . Η οποία μπορει εύκολα να χαθεί όσο η πολιτική ολοκλήρωση θα μετατοπίζεται στο μέλλον, ενώ παράλληλα θα αυξάνεται το βάρος της στροφής των ΗΠΑ και των τεραστίων επενδύσεων της Κίνας σε αυτό των τοιμέα.

Το ότι στη χώρα μας διαμορφώνονται στοιχεία πολιτικής στη σχέση ενέργειας- προστασίας περιβάλλοντος – πέρα από το εμβρυώδες οικολογικό κίνημα – οφείλεται στην ευρωπαϊκή πολιτική και πολιτισμική όσμωση και στο αναγκαστικό αντιστοίχων οδηγιών της Ε.Ε. Το ότι, δε, στη χώρα μας δεν έχει διαμορφωθεί μια ενεργειακή πολιτική οφείλεται στο γεγονός ότι την τελευταία δωδεκαετία δεν έγιναν οι κατάλληλες επιλογές, μια και οι ενεργειακές επιλογές θέλουν χρόνο για να ωριμάσουν και να δώσουν αποτελέσματα. Η λογική που βλέπει την αντιμετώπιση του ενεργειακού προβλήματος έξω απο την Ε.Ε και την ολοκλήρωσή της, είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος για την οποία μέχρι το 2007 το Πρωτόκολλο του Κιότο δεν υπήρχε και το το ενεργειακό πρότυπο (λόγω εθνικης αυτάρκειας), ήταν σε γενικές γραμμές το υπάρχον -ενεργοβόρον και εξαιρετικά ρυπογόνον- με αιχμή του δόρατος το λιγνιτικό της ΔΕΗ.

΄Ηταν γνωστό π.χ από τη δεκαετία του ενενήντα ότι το μοντέλλο παραγωγής και κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας είχε κλείσει τον ιστορικό του κύκλο και ότι από τη στιγμή της υπογραφής του Πρωτόκολλου του Κιότο η ΔΕΗ θα καλούνταν να πληρώσει (με μετακύλιση στους καταναλωτές) κάποια στιγμή – από το 2013 – 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι ευθύνες είναι βέβαια των κυβερνόντων, αλλά δεν είναι ότι τα πέραν αυτών πολιτικά (κόμματα και στελέχη και της ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς ίχνος «αυτοκριτικής», λες, - και ανιστόρητα - έχουν πάντα «δίκιο») και κοινωνικά υποκείμενα (συνδικάτα κλπ.) είχαν κατανοήσει τη ροή μιας εναλλακτικής ενεργειακής και οικολογικής επιλογής. Και ακόμα δεν έχει πλήρως κατανοηθεί.

Επειδή το πέρασμα από ένα ενεργειακό μοντέλλο υψηλής ενεργειακής έντασης, όπως το σημερινό, που διαμορφώθηκε στο διάβα μιας τεσσαρακονταετίας, σε ένα μοντέλλο διάχυτο στο χώρο συναντάει αντιστάσεις: οι αντιστάσεις οφείλονται όχι μόνο σε κεκτημένες ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, αλλά και σε διαμορφωμένα οικονομικά συμφερόντα, όπως και στη μετατόπιση των κέντρων απόφασης και στις των αναγκαίες πολιτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Από την άλλη πλευρά- η εναλλακτική ενεργειακή και οικολογική επιλογή- ανοίγει δρόμο όχι μόνο στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, στην καινοτομία αλλά και σε μια καινούργια οικονομία με ενίσχυση της απασχόλησης. Προωθεί όμως, παράλληλα, καινούργιες μορφές συμμετοχής, συγκεκριμένης υπευθυνότητας, ελέγχου και κουλτούρας. Με λίγα λόγια βασικά στοιχεία μιας βιώσιμης κοινωνίας.

Αλλά το να αγωνιστεί κανείς, για εκείνα που είναι χρήσιμα και εξυπηρετικά, στις καινούργιες παραγωγικές καταστάσεις της κοινωνίας, καθώς και στα επακόλουθα στυλ ζωής, απαιτείται μια θεώρηση που προβάλλεται στο μέλλον και ένα ξεπέρασμα των παλιών «βιομηχανιστικών» αντιλήψεων. Οι οποίες είναι βαθειά ριζωμένες, στ’αλήθεια, όχι μόνον στη δεξιά, αλλά και σε κάθε «κουμουνιστική βουλγάτα», ιδίως στον ελλαδικό χώρο με βασανιστική εξαίρεση της ευρωκομουνιστικής παράδοσης. Και έτσι είναι. Γιατί θα περίμενε κανείς ότι η κακομοιριά αυτής της κυβέρνησης θα έσπρωχνε την αριστερά να ανοίξει, πλήρως, τα μάτια της.

Το σύνολο των αριστερών δυνάμεων, όμως, ευρίσκεται πίσω ακόμα περισσότερο από μια δεκαετία, σε σχέση με την πλήρη κατανόηση της οικολογικής αντίθεσης και της ισοτιμίας της με την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία. Φαίνεται σαν να μη θέλει να συλλάβει την μεγάλη ευκαιρία που προσφέρει η κρίση, που είναι η άλλη πλευρά των δραματικών κλιματικών αλλαγών. Ενώ η αριστερά που με αυταρέσκεια αυτοαποκαλείται ριζοσπαστική κατανόησε από αυτά τα μεγάλα θέματα μόνον την εξυπηρετική πλευρά για τμηματικούς αγώνες, τοποθετώντας τους πλάϊ σε γηρασμένα εργαλεία, ανάγνωσης της κοινωνίας και οργάνωσης της πολιτικής, αδύναμες να προσεγγίσουν τις μεταμoρφώσεις του Πρωτέα καπιταλισμού.

Η οικολογική αντίθεση πρέπει πλήρως να «αναληφθή» και να εσωτερικοποιηθεί – συνοδευόμενη από την αναγκαία αυτοκριτική, μια και δεν υπάρχουν επιφωτίσεις στο δρόμο προς τη Δαμασκό - γιατί μόνον έτσι μπορεί να ανοίξει η διαδικασία των αναγκαίων πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών, με χαρακτηριστικά ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού. Οι περιβαλλοντικές κρίσεις είναι συνέπεια καθορισμένων οικονομικών λογικών χρήσης της ενέργειας, της τεχνολογίας, του χώρου και της εργασίας. Αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις, για να ξεπεράσουμε την κρίση και να προστατεύσουμε το περιβάλλον, είναι εκείνες: της αλλαγής του ενεργειακού πρωτύπου και της διακυβέρνησης του χώρου, μιας ανώτερης ποιότητας των προϊόντων, των παραγωγικών κύκλων, των καινούργιων τεχνολογιών, για περισσότερη εργασία και απασχόληση, καινούργια συνειδητοποίηση (συνδικάτα κλπ.) για την προστασία της υγείας στο χώρο της εργασίας και για την προστασία του περιβάλλοντος. Η αποδοχή όμως και η πλήρη ανάληψη της οικολογικής αντίθεσης απαιτεί για την σταδιακή έντονη μείωση της, όχι την αναμονή της σωτήριας έλευσης της «επαναστατικής λύσης της αντίθεσης κεφαλαίου –εργασίας» γιατί τότε ίσως να μην υπάρχει κατάλληλον περιβάλλον για «ευτυχία της επαναστατικής εξουσίας», αλλά το άνοιγμα μιας διαδικασίας με έντονα μεταρρυθμιστικά χαρακτηριστικά. Που στοχεύει στην ενίσχυση του αγώνα για την επέκταση της δημοκρατίας, για την δημοκρατικοποίηση των κρατικών και υπερεθνικών θεσμών και δομών που επηρεάζουν και καθορίζουν τις καταστάσεις των συνθηκών παραγωγής και διακυβέρνησης του χώρου κλπ που επιβαρύνουν το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι