Αργεί η ανάκαμψη στην Ευρωζώνη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 14/06/2009

Κάποιες πρώτες θετικές ενδείξεις στην αμερικανική και τη βρετανική οικονομία ωθούν τους πιο αισιόδοξους να ελπίζουν σε ανάκαμψη το φθινόπωρο. Όχι στην Ευρωζώνη όμως, όπου οι προοπτικές διατηρούνται δυσμενείς, ανέλυε τη Δευτέρα το ΔΝΤ. Όσο για την; Ελλάδα, επικρατεί σύγχυση. Με την Εθνική Τράπεζα να προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 1,4% φέτος, ο υπουργός Οικονομίας μόλις επιβεβαίωσε στο Λουξεμβούργο τις εντελώς εξωπραγματικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει για το έλλειμμα ετοιμάζοντας τις πρώτες ασπιρίνες...

Κάτω απa2; ανάμεικτα σήματα συζητούν οι υπουργοί Οικονομικών του G8, των παλιών επτά μεγαλύτερων δυτικών οικονομιών (ΗΠΑ, Καναδάς, Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία) και της Ρωσίας, αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λέτσε της Ιταλίας για το ενδεχόμενο να πλησιάζει η έξοδος από τη βαθειά παγκόσμια ύφεση. Διόλου ενθαρρυντική δεν ήταν η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων της Παγκόσμιας Τράπεζας, που βλέπει τώρα το παγκόσμιο ΑΕΠ να συρρικώνεται κατά 3% φέτος (από 1,7% που έλεγε προ διμήνου).

Αλλά στις ΗΠΑ μια ελαφριά άνοδος των λιανικών πωa;ήσεων μαζί με κάποια υποχώρηση του αριθμού των νέων ανέργων (ήσαν 345.000 από μισό εκατομμύριο και πλέον τους προηγούμενους μήνες με την ανεργία πλέον στο 9,4% του εργατικού δυναμικού), που καταγράφηκαν το Μάιο, ενίσχυσε την αισιοδοξία όσων ελπίζουν σε μιαν ανάκαμψη από το Σεπτέμβριο. Ανοδικά κινείται τελευταία η Ουόλ Στριτ, ενώ μεγάλες αμερικανικές τράπεζες εντυπωσίασαν δηλώνοντας έτοιμες να επιστρέψουν τους τεράστιους δημόσιους πόρους που είχαν λάβει για να σωθούν από τη χρεοκοπία. Η κυβέρνηση τις είδε πάντως με επιφυλακτικότητα, και σχολιαστές προειδοποιούν για τον κίνδυνο επιστροφής σε καθεστώς κερδοσκοπικής ανευθυνότητας των τραπεζιτών.

Και στη Βρετανία μια μικρή αύξηση πάλι της βιομηχανικής παραγωγής τον Απρίλιο, οι ενδείξεις σταθεροποίησης των τιμών των ακινήτων ύστερα από παρατεταμένη συνεχή πτώση, και η βελτίωση των προσδοκιών των επιχειρήσεων στις υπηρεσίες ωθούν οικονομολόγους του Σίτι στην πεποίθηση ότι η ύφεση τελείωσε. Αλλά και εδώ ο υπουργός Οικονομικών Άλιστερ Ντάρλινγκ είναι επιφυλακτικός, αποφεύγοντας να δηλώσει δικαιωμένος έναντι του Γερμανού ομολόγου του Πέερ Στάινμπρυκ (ο οποίος είχε κατηγορήσει τα μέτρα του, τη μείωση του ΦΠΑ ιδίως, για «πρωτόγονο κεϊνσιανισμό»). Εκφράζει ανησυχίες αφενός για την επίπτωση της ανόδου των τιμών του πετρελαίο, εφόσον συνεχιστεί, αφετέρου και από την υστέρηση της ανάκαμψης στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Προχθές η Eurostat ανακοίνωσε νέα μείωση ρεκόρ της βιομηχανικής παραγωγής στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο: 1,9% έναντι του Μαρτίου, 21,6% έναντι του περυσινού Απριλίου. Οπωσδήποτε συνδέεται με τον εξαγωγικό προσανατολισμό, της γερμανικής οικονομίας προπάντων, η οποία αναμένεται να συρρικνωθεί πάνω από 6% φέτος, καθώς η παγκόσμια ζήτηση υποχωρεί. Το μεγάλο πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι όμως, κατά το ΔΝΤ, η καθυστέρηση στην εξυγίανση του τραπεζικού της τομέα, σε αντιδιαστολή με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας κρατάει το κλειδί για την ευρωστία της ανάκαμψης, γράφει στην έκθεση που δημοσίευσε στις 8 Ιουνίου, προειδοποιώντας ότι δεν θα αποδώσει η περιπτωσιολογική τακτική που ακολουθείται. Επιβάλλεται ολοκληρωμένη εξέταση της κατάστασης των τραπεζών, των κεφαλαιακών τους αναγκών και της βιωσιμότητάς τους, υπογραμμίζει, να προωθηθούν αναδιαρθρώσεις όπου χρειάζεται με το ελάχιστο δημόσιο κόστος, και όλα αυτά με διαφάνεια.

Η προβληματικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών, που εκτιμάται ότι κατέχουν ακόμα 2 τρις «τοξικούς τίτλους», αναμενόταν να κυριαρχήσει στη σύνοδο των υπουργών του G8 στο Λέτσε αυτό το Σαββατοκύριακο. Η πίεση του ΔΝΤ, όπως και ανεξάρτητων οικονομολόγων, μεταφράζεται στη διενέργεια “stress tests” κατά τα αμερικανικά πρότυπα, εφόσον μάλιστα το 90% της χρηματοδότησης της οικονομίας στην Ευρωζώνη περνάει μέσα από τις τράπεζες. Όμως παρά το ενιαίο νόμισμα, την ενιαία αγορά και την υπερσυνοριακή δραστηριότητα των τραπεζών, ενιαία ευρωπαϊκή εποπτική αρχή δεν υφίσταται, ελέγχους έχει αναλάβει να διεξαγάγει κάθε χώρα χωριστά μέχρι το Σεπτέμβριο, χωρίς μάλιστα να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα. Το συμβολικό βήμα που έκανε την περασμένη εβδομάδα η γερμανική κυβέρνηση, υιοθετώντας νομοσχέδιο για την ίδρυση μιας “bad bank” (τράπεζα για την εναπόθεση τίτλων «σκουπιδιών») για τις ημιδημόσιες περιφερειακές τράπεζες της χώρας, δεν κρίνεται επαρκές.

Πιο μακροπρόθεσμα εξάλλου, ανησυχίες εμπνέει η γενικευμένη μεγάλη αύξηση του δημοσίου χρέους για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ανάκαμψη, όποτε έρθει, θα συνοδευθεί από αύξηση των επιτοκίων που βρίσκονται σήμερα σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα. Και τότε θα επιβαρύνει σημαντικά, σε κάποιες χώρες δυσβάστακτα, τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Εκρηκτική η δυναμική ελλειμμάτων και χρέους στην Ελλάδα

Σε αντίθεση με την Ευρωζώνη συνολικά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει σε σχετικά καλή κατάσταση, αν δεχτούμε την πρόσφατη διάγνωση του ΔΝΤ για τη χώρα μας. Πρόκειται ίσως για το μόνο θετικό στοιχείο αυτήν την περίοδο στην ελληνική οικονομία. Ενώ επιβραδύνεται κάθε μήνα, ο ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά (11,8% και 8,3% αντίστοιχα τον Απρίλιο) διατηρείται ακόμα πολύ υψηλότερος από της Ευρωζώνης.

Ολοένα απειλητικότερη διαμορφώνεται όμως η δημοσιονομική κατάσταση στη χώρα μας. Προχθές ανακοινώθηκε ότι το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 20 δισ. το πρώτο τρίμηνο στα 280 δισ. ευρώ, έχοντας ξεπεράσει κατά 4,5 δισ. ήδη από τον Μάρτιο το ύψος που προβλεπόταν για ολόκληρο το 2009.

Στην τελευταία έκθεση που δημοσίευσε την Τετάρτη η Εθνική Τράπεζα προβλέπει το ΑΕΠ να μειωθεί φέτος κατά 1,4%, με μόνο αυξανόμενο μέγεθος τη δημόσια κατανάλωση, και πολύ μάλιστα, κατά 7,5% (η ιδιωτική κατανάλωση θα υποχωρήσει κατά 0,4%, επενδύσεις, εισαγωγές και εξαγωγές θα πέφτουν με διψήφιους ρυθμούς). Ενσωματώνοντας την απόδοση από όλα τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα, αλλά επιπλέον και από τα μέτρα που ετοιμάζεται να αναγγείλει μέσα στον Ιούνιο ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου (αύξηση τελών κινητής τηλεφωνίας, των ειδικών φόρων καυσίμων και καπνού, «τακτοποίηση» ημιυπαίθριων χώρων, που σχεδιάζεται να αποφέρουν 3,5-4 δισ., δηλαδή 1,4-1,7% του ΑΕΠ), οι αναλυτές της Εθνικής προβλέπουν ότι το δημόσιο έλλειμμα θα φθάσει φέτος το 7% του ΑΕΠ, από 5% πέρυσι. Σε 1,9 δισ. (0,8% του ΑΕΠ) έχουν υπολογίσει την πρόσθετη δαπάνη από τα μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας (φτωχότεροι, απασχόληση, οικοδομή, ΙΧ αυτοκίνητα), σε 3,8 δισ. (1,6% του ΑΕΠ) παρ’ όλα τα φορολογικά μέτρα την υστέρηση των εσόδων, σε 2,5 δισ. (1,1% του ΑΕΠ) την υπέρβαση δαπανών για τόκους.

Χωρίς να ανακοινώνει κανένα δικό του υπολογισμό, ο κ. Παπαθανασίου επέμενε στο Λουξεμβούργο μετά τη σύνοδο του Ecofin ότι το δημόσιο έλλειμμα θα συγκρατηθεί φέτος στο 3,7% του ΑΕΠ για το οποίο έχει δεσμευτεί, σε πλήρη διάσταση με τον επίτροπο Αλμούνια που δήλωσε ότι το βλέπει στο 5%.

Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι αποκλίσεις από τους στόχους λόγω οικονομικής επιδείνωσης, όπως σε όλες τις χώρες. Αγνοώντας την ανεξέλεγκτη κατάσταση στα δημόσια οικονομικά, η κυβέρνηση οδηγεί σε εκρηκτική δυναμική τα ελλείμματα και το χρέος, υπονομεύοντας την ανάπτυξη και τις δημόσιες πολιτικές για χρόνια μπροστά μας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι