Ποιο Ιωβηλαίο;

Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, Αυγή, 20/06/2009

«Η πόλη κινείται στο μεταίχμιο ενός παγιωμένου παρελθόντος, ενός ρευστού παρόντος και ενός ανοιχτού μέλλοντος», γράφουν στη συλλογική μονογραφία «Η Θεσσαλονίκη στο μεταίχμιο - Η πόλη ως διαδικασία αλλαγών», εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ, τρεις γνωστοί πανεπιστημιακοί που την επιμελήθηκαν.

Αυτό το «ασταθές αλλά γοητευτικό πεδίο των συνεχών αλλαγών της πόλης», την αδιάσπαστη σχέση ανάμεσα στο χώρο και τη μνήμη, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναδείξουμε εν όψει των πανηγυρισμών για το «ιωβηλαίο» της Θεσσαλονίκης, τα εκατό χρόνια από την προσάρτησή της στον «εθνικό κορμό» το 1912.

«Τα σπίτια φτιάχνουν ένα άστυ, αλλά οι πολίτες φτιάχνουν μια πόλη», έγραφε ο Ρουσώ, απαντώντας σε όσους ήθελαν τις πόλεις σύμβολα της συγκεντρωτικής-δεσποτικής εξουσίας, ένα συνονθύλευμα δομών και όχι μια σύνθεση λειτουργιών που αλληλεπιδρούν, μια «πόλωση» παράδοσης και κουλτούρας.

Είναι γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές που εγκαταστάθηκαν στην πόλη στην αρχή σεβάστηκαν τον πολυεθνικό της χαρακτήρα και προσπάθησαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του «πολύχρωμου» πληθυσμού της. Διατήρησαν μάλιστα το μουσουλμάνο δήμαρχο έως το 1916, ο οποίος επανέκαμψε μεταξύ 1920-22. Όμως, με την προσάρτηση «οι παραδόσεις εξορθολογίστηκαν και εν ονόματι της νεοτερικότητας οι ‘μερικότητες’ συγχωνεύθηκαν σε ένα σύνολο αφομοιωτικό και απρόσωπο», σημειώνει ο K. Θεολόγου στη διατριβή του «Χώρος και μνήμη, Θεσσαλονίκη 15ος – 20ος αιώνας».

Η πυρκαγιά-ορόσημο του 1917, οι εθνικές εκκαθαρίσεις στα Βαλκάνια, ο μεγάλος ξεριζωμός του 1922, η γενοκτονία των Εβραίων και των Ρομά, η μετατροπή της πόλης σε έδρα του ΝΑΤΟ και ορμητήριο του 6ου Στόλου την ψυχροπολεμική περίοδο, οι πολιτικές δολοφονίες, σηματοδοτούν το τέλος του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της και τη στροφή της προς μια μονόχνωτη «εθνική ομογενοποίηση» που την απομονώνει από το φυσικό, βαλκανικό της περιβάλλον.

Η εργολαβική απληστία και η άναρχη ανοικοδόμηση της δεκαετίας του ΄60 και εφεξής έπνιξαν μέσα σε τόνους μπετόν τα μόλις διασωθέντα από την κατάχωση «σπαράγματα» των παλιότερων μορφών αστικής ζωής, εξωθώντας έτσι στη μετάλλαξη της Θεσσαλονίκης σε μια τερατούπολη που μας πληγώνει.

Το συντηρητικό κατεστημένο της πόλης πριμοδότησε με την εθνικιστική του ρητορεία και πρακτική μια μονοδιάστατη εικόνα της πόλης, αναδεικνύοντας κατ’ αποκλειστικότητα μνημεία της κλασικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, αδιαφορώντας για το πρόσφατο, σκληρό παρελθόν της και για τη διαφύλαξη της ιστορικής της συνέχειας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Αντιφασιστική και η Αντιδικτατορική Αντίσταση, παρά το βαρύ τους αποτύπωμα στο σώμα της πόλης, παραμένουν άστεγες και άπορες! Την ίδια τύχη επιφύλαξαν οι «σκαντζόχοιροι» της εθνικοφροσύνης και για το εργατικό κίνημα της πόλης, που ευτύχησε να είναι η «μητρόπολη του βαλκανικού εργατικού κινήματος», ακόμα και υπό συνθήκες οθωμανικής κυριαρχίας.

Τα «εκατόχρονα» της πόλης πρέπει να γίνουν αφορμή όχι για ανέξοδα εθνικιστικά παραληρήματα και πολυέξοδες φιέστες, αλλά για να δούμε «χωρίς κόμπλεξ τα λάθη του παρελθόντος και να καθορίσουμε με ρεαλισμό και εξωστρέφεια το μέλλον και το ρόλο της Θεσσαλονίκης στον 21ο αιώνα», όπως καίρια επισημαίνει ο Χ. Ζαφείρης (ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 24/5/09).

Η αφύπνιση της πολυπολιτισμικής συνείδησης της πόλης δεν είναι ούτε ζήτημα φολκλόρ ούτε ένας ρομαντικός κοσμοπολιτισμός που αναπολεί «περασμένα μεγαλεία». Είναι επιτακτική ανάγκη, καθώς οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες που συνέρευσαν στην πόλη και ενσαρκώνουν τη νέα πολυπολιτισμικότητα, την «ευλογία» του διαφορετικού, αντιμετωπίζονται από το «μπαγιάτικο» εθνικιστικό της κατεστημένο ως απειλή για «κεκτημένα» του.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι