Σταγόνες στον ωκεανό τα φορολογικά μέτρα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 28/06/2009

Με τα καθυστερημένα, κατά γενική εκτίμηση εντελώς ανεπαρκή, φορολογικά και άλλα δημοσιονομικά μέτρα που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας, η κυβέρνηση απλώς επιχείρησε να «αγοράσει χρόνο». Για να τον κάνει τί όμως; Ο κ. Παπαθανασίου βεβαίωσε ότι τον Οκτώβριο θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Αλλά ούτε την έκτασή τους αποκάλυψε, ούτε το μέγεθος του προβλήματος που απαιτεί αντιμετώπιση αναγνώρισε.

Χρειάστηκε να φτάσουμε στο τέλος του εξαμήνου για να παραδεχθεί η κυβέρνηση ότι οι προβλέψεις για οικονομική μεγέθυνση 1,1% φέτος, στις οποίες επέμενε μέχρι και τις ευρωεκλογές, ήσαν εκτός πραγματικότητας. Αλλά και πάλι εξωραϊζει την εικόνα κάνοντας τώρα λόγο για μηδενική περίπου ανάπτυξη, όταν Κομισιόν, ΟΟΣΑ, Εθνική Τράπεζα και άλλοι οργανισμοί αναμένουν το ελληνικό ΑΕΠ να συρρικνωθεί φέτος μεταξύ 0,5% και 1,6%, οπότε αριθμητικά και το έλλειμμα θα διαμορφωθεί υψηλότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ. Εντύπωση προκάλεσε την Πέμπτη, στη συνέντευξη τύπου όπου ανακοίνωσε τα μέτρα, ο κ. Παπαθανασίου, καθώς ισχυριζόταν ότι ο στόχος για τη συγκράτηση του ελλείμματος στο 3,7% του ΑΕΠ φέτος διατηρείται ως έχει, χωρίς μάλιστα να επηρεάζεται από την περυσινή έκρηξη του ελλείμματος στο 5% (η οποία δεν είχε ληφθεί υπόψη όταν καταρτιζόταν το πρόγραμμα σταθερότητας).

Μάζευε κι ας είνʼ και ρώγες!

Διότι στο σύνολό τους τα μέτρα υπακούουν σε μια λογική «μάζευε κι ας είναι και ρώγες», αποδοτική ίσως σε ομαλές καταστάσεις, όχι όμως απέναντι σε μια πραγματική διαρθρωτική κρίση των δημοσίων οικονομικών, η οποία άλλωστε ήταν εμφανής από το 2007 τουλάχιστον, πολύ πριν ξεσπάσει η διεθνής κρίση που την όξυνε.

Από προοδευτική σκοπιά δεν θα έπρεπε κανείς να έχει αντιρρήσεις στην αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης της βενζίνης: παραμένει και τώρα στη χώρα μας από τους χαμηλότερους της Ευρώπης, ενώ η αύξησή του επιβάλλεται για περιβαλλοντικούς λόγους, για την αποθάρρυνση της ΙΧ μετακίνησης και της μεγάλης επιβάρυνσης σε εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που προκαλεί. Ούτε στην αύξηση των τελών της κινητής τηλεφωνίας - η συνεχής μείωση του κόστους των υπηρεσιών της για τους καταναλωτές τα τελευταία χρόνια ήταν ένα από τα αποτελέσματα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε! Ούτε, βέβαια, στην αύξηση του φόρου στα κέρδη από τυχερά παιχνίδια, ή στην επιβολή ειδικού φόρου στα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού και στα σκάφη αναψυχής (150 εκατομμύρια θέλει να εισπράξει από αυτοκίνητα και σκάφη το υπουργείο, αφού προηγουμένως είχε χαρίσει 250 εκατομμύρια για να διευκολύνει τις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων να ξεπουλήσουν το στοκ τους).

Μόνο που στο σύνολό τους τα παραπάνω μέτρα μόλις που θα αποφέρουν έσοδα 670 εκατομμυρίων ευρώ, 0,26% του ΑΕΠ, κατά τους υπολογισμούς του υπουργείου, από τα 2.357 εκατομμύρια, 1% του ΑΕΠ, που υπολογίζουν - εξαιρετικά αισιόδοξα - την υπέρβαση του ελλείμματος φέτος οι ίδιες υπηρεσίες. Τη μερίδα του λέοντος στα έκτακτα έσοδα, 1.150 εκατομμύρια ή 0,46% του ΑΕΠ, αναμένει το υπουργείο Οικονομίας από την περιβόητη «ρύθμιση των ημι-υπαίθριων χώρων» που θα ανακοινώσει την ερχόμενη εβδομάδα ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς. Αλλά πέρα από το επιλήψιμο ενός τέτοιου μέτρου από την άποψη της χρηστής διοίκησης και μιας ευνομούμενης πολιτείας, αφού έρχεται ξανά να νομιμοποιήσει πολεοδομικές αυθαιρεσίες επιβαρυντικές για το οικιστικό περιβάλλον, είναι πολύ αμφίβολο αν θα εισπραχθούν.

Αν δεν θα έχουν δηλαδή την τύχη των αντίστοιχα επιλήψιμων «περαιώσεων ανέλεγκτων χρήσεων» και «ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων οφειλών», από τις οποίες προσδοκούνταν αρχικά τα διπλάσια έσοδα. Μπορεί να ανταμείβουν τους φοροφυγάδες, καλώντας τους να πληρώσουν λιγότερα από όσα είχαν καταβάλει τυχόν νομοταγείς φορολογούμενοι, λίγοι όμως ανταποκρίθηκαν. Και ελάχιστα εισέπραξαν οι εφορίες, παρά τις επανειλημμένες παρατάσεις. Χωρίς να ανακοινώσει κανένα στοιχείο σχετικά ο κ. Παπαθανασίου δήλωσε προχθές ότι δεν θα δώσει και άλλη παράταση στην προθεσμία που λήγει μεθαύριο 30 Ιουνίου, έχοντας προφανώς απελπιστεί. Γιατί λοιπόν να συμπεριφερθούν διαφορετικά οι ιδιοκτήτες «ημι-υπαίθριων»;

Τέλος, μόνο ντροπή προκαλεί η περικοπή κατά 120 εκατομμύρια (0,05% του ΑΕΠ) της πενιχρής αναπτυξιακής βοήθειας που προσφέρει η Ελλάδα. Η κρίση πλήττει πολύ βαρύτερα τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες και οι άνθρωποι που υποσιτίζονται ξεπερνούν πλέον το ένα δισεκατομμύριο, όπως ανακοίνωσαν την περασμένη εβδομάδα τα Ηνωμένα Έθνη. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλούσιες χώρες του πλανήτη, άλλο αν έχουμε και εμείς σοβαρό πρόβλημα φτώχειας επειδή διατηρούμε μεγάλες ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος. Αυτό όμως οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε εσωτερικά, με δημόσιες πολιτικές που θα μειώνουν τις ανισότητες, τηρώντας τις στοιχειώδεις διεθνείς υποχρεώσεις μας.

Το πολιτικό ζήτημα: Θα πληρώσουμε φόρους για να έχουμε δημόσια αγαθά;

Το πρόβλημα με τα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι κάποια «φοροεπιδρομή», για την οποία τόσος λόγος έγινε τις τελευταίες μέρες, αλλά η παντελής απουσία πολιτικής για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, για την επιβολή δίκαιων αλλά και επαρκών φόρων, ώστε να συγκρατηθεί ο αυξανόμενος δανεισμός του κράτους που απειλεί άμεσα την παροχή δημόσιων αγαθών και υπονομεύει την ανάπτυξη.

Όπως προκύπτει από την έκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην Ευρωζώνη, που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα είχαν μειωθεί στο 32,1% του ΑΕΠ το 2007 από 34,6% του ΑΕΠ που έφταναν το 2000. Διευρύνθηκε έτσι η απόσταση από την Ευρωζώνη, όπου τα φορολογικά έσοδα κατά μέσο όρο φτάνουν το 40,4% του ΑΕΠ. Πρόκειται προφανώς για συνέπεια των ακολουθούμενων κυβερνητικών πολιτικών πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση.

Καταγράφοντας την εξέλιξη αυτή, το εβδομαδιαίο δελτίο της ALPHA Bank μέμφεται την κυβέρνηση γιατί, παρά τη μείωση των φορολογικών εσόδων, επιμένει να προσφέρει «εντελώς δωρεάν», όπως γράφει, κάθε είδους υπηρεσία (εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, ασφάλιση έναντι καταστροφών, κοινωνική πολιτική, επιδόματα και πλήθος άλλα που απαριθμεί). Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό ζήτημα που τίθεται: Αν σαν κοινωνία ολόκληρη και με αποδεκτή κατανομή της επιβάρυνσης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε κατηγορίας, θα πληρώσουμε τους φόρους που απαιτούνται για να χρηματοδοτηθούν οι παρεχόμενες δημόσιες υπηρεσίες, και μάλιστα για να βελτιωθούν και να διευρυνθούν, ή θα δεχθούμε τη δραστική τους περικοπή.

Η κυβέρνηση επιμένει, νεοφιλελεύθερα θα έλεγε κανείς, στη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις και για τα φυσικά πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα πελατειακά/κομματικά συντηρεί δαπάνες κόβοντας μόνον όπου ελπίζει να συναντήσει μικρότερες οργανωμένες αντιστάσεις, πάει να καταργήσει το ΕΚΚΕ (Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) π.χ., χωρίς κανένα κριτήριο ιεράρχησης των αναγκών. Ενόψει των σοβαρών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν μέχρι τον Οκτώβριο όμως αυτή η πολιτική συζήτηση πρέπει να γίνει. Έχει ανοίξει άλλωστε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες από καιρό.

Στη Γερμανία, όπου τα φορολογικά έσοδα έφταναν το 39,5% του ΑΕΠ, εξετάζουν αν θα γίνει πιο προοδευτική η φορολογία, όπως προτείνει το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ή θα επιβληθεί η αύξηση στο ΦΠΑ που προτείνουν σημαίνοντες οικονομολόγοι. Στην Ισπανία ατύχησε δυστυχώς η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμφωνία της κυβέρνησης Θαπατέρο με την Ενωμένη Αριστερά για μεγαλύτερη προοδευτικότητα στο φόρο εισοδήματος που θα επιβάρυνε τα υψηλότερα εισοδήματα με ταυτόχρονη εισαγωγή προοδευτικότητας στα οικογενειακά επιδόματα (να λαμβάνουν λιγότερα οι πιο πλούσιοι) και στο έκτακτο επίδομα λόγω της κρίσης των 400 ευρώ που η Αριστερά δεν θεωρεί σωστό να δίνεται σε όλους αδιακρίτως. Διαμορφώθηκε την περασμένη εβδομάδα για τον προϋπολογισμό του 2010, η προκαταρκτική συζήτηση του οποίου έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά προσέκρουσε αφενός στην άρνηση του μικρότερου κεντροδεξιού κόμματος (CiU) που μετέχει στην κυβερνητική πλειοψηφία, αφετέρου σε επιφυλάξεις της ΕΑ να την υπερψηφίσει τελικά... Εντούτοις η συζήτηση συνεχίζεται ζωηρή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι