Βία και δημοκρατία

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Το Βήμα Ιδεών - Το Βήμα, 03/07/2009

Ολοι αποδοκιμάζουμε τη βία, και μάλιστα «από όπου και αν προέρχεται». Και πώς θα ήταν δυνατόν να είναι διαφορετικά; Η ανθρώπινη συμπεριφορά «πρέπει» να υπακούει σε κανονισμούς που εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο κοινωνικής αρμονίας. Εχοντας εγκαταλείψει τη ζούγκλα των προγόνων του και επιδιώκοντας να υλοποιήσει τις επιθυμίες και τα σχέδιά του μέσα στην κοινωνία, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να αναστέλλει τις καταστρεπτικότερες τουλάχιστον από τις άμεσες βίαιες παρορμήσεις του. Αυτή άλλωστε είναι, σύμφωνα με τον Φρόιντ, η πεμπτουσία του οποιουδήποτε «πολιτισμού» και της οποιασδήποτε ηθικής.

Πριν όμως να την αποδοκιμάσουμε «από όπου και αν προέρχεται», πρέπει να την ορίσουμε ως «φαινόμενο γένους» που ποικίλλει όχι μόνο ως προς την ένταση, το αντικείμενο και τις συνέπειές του, αλλά κυρίως ως προς τους στόχους που υπηρετεί και τα κίνητρα που το διακινούν. Ετσι, η βία δεν ορίζεται ως συνώνυμη με την οποιαδήποτε άσκηση υλικής δύναμης επάνω σε άτομα δίχως τη θέλησή τους, ούτε είναι ταυτόσημη με τη σκληρότητα, τη βαναυσότητα ή την καταστροφή. Κρίνεται πάντα σε συνάρτηση με την ιδιότητά της ως πολιτιστικά ανεκτής ή ανυπόφορης «μεθόδου δράσης». Και εντάσσεται κατ΄ ανάγκην σε μια ιστορικά μεταβαλλόμενη και αενάως ανασημασιολογούμενη τυπολογία των σχέσεων «μέσων» και «σκοπών».

Με αυτή την έννοια, η ρήση ότι ο «στόχος δεν μπορεί ποτέ να δικαιώνει τα (βίαια) μέσα» δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά υποκριτική. Καμιά κοινωνία δεν είναι σε θέση να αποσυνδέει «όλους» τους σκοπούς από «όλα» τα μέσα και σε κάθε περίσταση. Πάντα θα αναγνωρίζονται «δίκαιες» μορφές βιαίας άμυνας, «δίκαιες» μορφές βιαίας αντιμετώπισης της ανάγκης, «δίκαιες» μορφές βιαίας καταπιεστικής εξουσίας, «δίκαιοι πόλεμοι», άρα και «δίκαιες κολάσεις». Η απόλυτη και αφετηριακή αποδοκιμασία της βίας μπορεί λοιπόν να συντρέχει μόνον ως εύσχημη ρητορεία. Η βία δεν είναι αποδοκιμαστέα «από όπου και εάν προέρχεται», αλλά μόνο αν προέρχεται από «αυτούς» που δεν έχουν «δικαίωμα» να την ασκούν.

Με αυτή την έννοια λοιπόν, η βία δεν είναι διιστορική ηθική απόκλιση, αλλά ιστορική νομική και ιδεολογική κατασκευή. Η «προφανώς δικαιωμένη θεσμική βία», δηλαδή η επίσημη βία (οι μορφές δηλαδή που εντάσσονται στο «νόμιμο μονοπώλιο της βίας»), είναι κατ΄ ανάγκην όχι μόνο παραδεκτή αλλά και αναπόφευκτη. Το ίδιο συμβαίνει με τις ίσου βίαια εκβιαζόμενες μορφές εξαθλίωσης που προκύπτουν από τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς αλλά και τις όχι λιγότερο επώδυνες και καταπιεστικές μορφές «συμβολικής βίας», μέσω των οποίων επιβάλλεται στα κοινωνικοποιημένα άτομα η συμμόρφωση στο κυρίαρχο ιδεολογικό πρότυπο. Στο μέτρο λοιπόν που φαίνεται να υπηρετούνται αναγνωρισμένοι συλλογικοί στόχοι, το ηθικό ζήτημα της σχέσης των μέσων και των σκοπών δεν τίθεται καν για τις μορφές αυτές. Ο κοινωνικός έλεγχος είναι αδύνατος

δίχως άσκηση ή απειλή βίας. Η στέρηση της ελευθερίας των σωφρονιστέων καταδίκων ή υποδίκων, η έξωθεν επιβαλλόμενη αδυναμία επιβίωσης των οκνηρών, ανεπρόκοπων ή άτυχων ανέργων και απόκληρων, η εξ ουρανού πίπτουσα εξόντωση των αλλόδοξων και ανήμπορων (αμάχων και «αθώων», αλλά κατά τεκμήριο βαρβάρων, άρα και «αδιάφορων») κατοίκων του τρίτου κόσμου, ο αναγκαστικός εγκλεισμός των «επικίνδυνων» ψυχασθενών και ναρκομανών σε «καταστήματα» και των επιφυλακτικών κληρούχων σε «στρατόπεδα» και η πειθάρχηση των άτακτων παιδιών ή εφήβων στις επιταγές των συνετών μεγάλων δεν είναι παρά παραδείγματα βιαιοτήτων που ανάγονται στις προφανείς, υποτίθεται, σκοπιμότητες οι οποίες απορρέουν από την ύπατη ανάγκη απρόσκοπτης αναπαραγωγής του κυρίαρχου συστήματος των κοινωνικών σχέσεων (Suprema lex... κτλ. κτλ.). Αν το ξύλο βγαίνει από τον Παράδεισο, η Κόλαση μπορεί υπό προϋποθέσεις να μην νοείται καν ως ξύλο και να εκλογικεύεται ως χάδι. Απομένει η τρέχουσα μορφή υπό την οποία προσλαμβάνεται η βία ως αυθαίρετη,

αθέσπιστη, βλαβερή και «καταχρηστική». Είναι η βία που ασκείται στο πλαίσιο της επιδίωξης άδικων στόχων ή ακόμη και δίχως κανέναν στόχο, είναι η βία που ως «μέσο» δεν μεθοδεύεται από ευγενείς και θεσμικά κατοχυρωμένες σκοπιμότητες και δεν εντάσσεται στα κατεστημένα κανονιστικά πλαίσια που οριοθετούν τις ανεκτές αλληλουχίες μέσων και σκοπών. Η άσκηση μιας τέτοιας βίας ερμηνεύεται «απλώς» σαν απαράδεκτη άρνηση υποταγής στις νόμιμες επιταγές. Αυτή είναι η βία που τρομάζει, αυτή είναι η βία την οποία καλούμαστε να αποδοκιμάζουμε «από όπου και αν προέρχεται».

Η πρόσληψη της βίας δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι πολιτική. Απαράδεκτη είναι μόνο εκείνη η βία που εκφεύγει από τα όρια του νόμου, και μάλιστα ενός νόμου που έχει θεσπιστεί με τους αυστηρούς διαδικαστικούς και ουσιαστικούς όρους που οριοθετούν τα δημοκρατικά πολιτεύματα και τη δημοκρατική εξουσία. Και έτσι, επειδή ακριβώς και στο μέτρο που η δημοκρατική εξουσία δεν «επιτρέπεται» ποτέ να εκτρέπεται σε αυθαιρεσία, ελπίζεται πως η δημοκρατική εξουσιαστική βία θα είναι καθηλωμένη

στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα. Η δημοκρατία δεν στοχεύει στην κατάργηση ούτε της εξουσίας ούτε της εξουσιαστικής βίας αλλά στην τιθάσευση και στον περιορισμό τους στα όρια που προσδιορίζονται από την εκπεφρασμένη γενική βούληση. Η κάθε δημοκρατία έχει λοιπόν τη βία που της αρμόζει.

Οσα προηγήθηκαν εξηγούν τους λόγους για τους οποίους όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες καλούνται να συνυπογράφουν μια άνευ όρων συμβολική αποδοκιμασία της «αυθαίρετης» βίας «από όπου και αν προέρχεται». Αλλά δεν παρέχουν ερμηνείες ούτε για την έξαρση αυτών καθεαυτών των βίαιων συμπεριφορών ούτε για τη διείσδυση της ανοχής ή ακόμη και της ανομολόγητης «συμπάθειας» προς τέτοια φαινόμενα σε ολοένα ευρύτερους κύκλους. Το ζήτημα που τίθεται όμως δεν είναι ηθικό. Είναι καθαρά ιστορικό, πολιτικό και ιδεολογικό. Αν κάτι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, αυτό δεν αναφέρεται στους όρους πρόσληψης αυτής καθεαυτής της εν γένει βίας ως «κακής» ή «ανεκτής», αλλά στον τρόπο με τον οποίο διακρίνεται η νόμιμη δημοκρατική από τη μη νόμιμη, αυθαίρετη βία. Και οι μεταβολές αυτές συνδέονται με μια βαθύτερη μεταλλαγή της ιδεολογικής λειτουργίας τής αυτονόητης μέχρι πρόσφατα «δημοκρατικής αυτοκαταξίωσης». Το πρόβλημα που τίθεται δεν αναφέρεται λοιπόν απλώς στη μεταβολή των όρων της αξιακής διασύνδεσης των «σκοπών» και των «μέσων». Εντάσσεται σε μιαν ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική κρίση όπου το νόημα τόσο των «μέσων» όσο και των «σκοπών» αιωρείται σε μια συχνά αδιαπέραστη σημασιακή και αξιακή αχλύ. Αν τα άτομα έχουν γίνει «βιαιότερα», αυτό συμβαίνει επειδή μαζί με την αποδυνάμωση της πολιτικής συναίνεσης γύρω από τη θεμιτή βία μετατοπίζονται και οι μορφές πρόσληψης της αθέμιτης.

Oι λόγοι είναι προφανείς. Είναι η πρώτη φορά που οι εξ ορισμού θερμόφρονες νέοι γνωρίζουν ότι θα υποχρεωθούν να ζήσουν «χειρότερα» από τους γονείς τους. Είναι η πρώτη φορά που η δημοκρατική εκπαίδευση (δημόσια ή ιδιωτική) δεν υπόσχεται πνευματική βελτίωση και ανάταση, αλλά εξασφαλίζει απλώς τη συμμετοχή σε έναν θανάσιμο ανταγωνισμό, στο πλαίσιο του οποίου πολλαπλασιάζονται οι προοπτικές της ατιμωτικής ήττας. Είναι η πρώτη φορά που η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια και το ρίσκο έχουν εγκατασταθεί στον τρέχον «όνομα» των νέων κοινωνιών έτσι ώστε η αγωνία και το άγχος να θεωρούνται πλέον φυσικές και αναπότρεπτες μορφές κοινωνικοποίησης. Είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικές εξουσίες λειτουργούν ως δομικά ετερόνομες, θεσμικά ετεροπροσδιορισμένες, πρακτικά ανήμπορες και ηθικά αφερέγγυες. Είναι λοιπόν η πρώτη φορά που τα «ελλείμματα» της δημοκρατίας δεν αναφέρονται μόνο στα κενά της αντιπροσώπευσης του λαού αλλά στα όρια της νόμιμης δράσης της υπέρ αυτού και στο όνομά του. Και γι΄ αυτό ακριβώς η βία μπορεί να εμφανίζεται πάνδημη. Ισως όμως όχι ως μαμμή της ιστορίας αλλά ως νεκροθάφτης της.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι