Το G8 και το περιβάλλον

Στάθης Λουκάς, Κυριακάτικη Αυγή, 02/08/2009

Το θέμα της μείωσης των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα -εκτός βέβαια και από άλλα σημαντικά θέματα- ήταν η επίσημη σφραγίδα του τέλους της ομάδας των οκτώ σαν τελευταίο βήμα αποφάσεων για τα προβλήματα και τις τύχες αυτού εδώ του πλανήτη.

Και ο βασικός λόγος είναι η ανάγκη να συμπεριληφθούν στις συναντήσεις και άλλες χώρες, μια και είναι εντελώς αναχρονιστικό να αποδεχθεί κανείς ότι οι οχτώ «ιδιώτες» είναι αντιπροσωπευτικοί του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων. Ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή του ψυχρού πολέμου και πρέπει να γίνει παραδεκτό ότι άτυποι ή τυπικοί θεσμοί που προσπαθούν να τον αντιπροσωπεύσουν πρέπει να προσαρμοστούν στις αλλαγές??? ότι καμιά σημαντική απόφαση -που σχετίζεται με οικονομικά και οικολογικά προβλήματα- δεν μπορεί να βρει πεδίον εφαρμογής χωρίς την εξ αρχής συμμετοχή των ανερχομένων δυνάμεων, που πέρα από το οικονομικό βάρος αντιπροσωπεύουν το 50%, σχεδόν, του παγκόσμιου πληθυσμού. Ενώ ο ΟΗΕ, που είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να συμμετάσχει τέθηκε στην άκρη εκτός παιχνιδιού.

Το ναυάγιο της πρότασης των G8, για τις κλιματικές αλλαγές, δεν οφείλεται στην «εχθρική» στάση της Κίνας και της Ινδίας, όσο στο γεγονός ότι η πρόταση αυτή ήταν ελλιπής και δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, που παραμένουν οι ίδιες εδώ και 17 χρόνια (από τη Συνθήκη του Ρίο), των χωρών στις οποίες απευθύνονταν και είναι γνωστές σαν ομάδα των 77 συν την Κίνα.

Είναι γνωστό ότι πρέπει να μειωθεί η συγκέντρωση «αερίων του θερμοκηπίου» στην ατμόσφαιρα που ήδη έχει συμβάλει στην αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 0,7 βαθμούς. Η επιδίωξη είναι να μειωθούν οι εκπομπές αυτών των αερίων, ώστε η θερμοκρασία της επιφάνειας της Γης να μην αυξηθεί περισσότερο από 2 βαθμούς πρός το τέλος αυτού του αιώνα σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή.

Η κατάληξη του G8, δεν είχε τίποτε το χειροπιαστό από πρακτική πλευρά. Το μόνο θετικό είναι μια ανάλυση του «φαινομένου του θερμοκηπίου», πολύ σοβαρή την οποία συμμερίζονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Έγινε αποδεκτό ότι είναι ένα δοσμένο γεγονός που στηρίζεται στην επιστημονική εμπειρία και ότι από αυτή πρέπει να ξεκινήσουμε. Οι ΗΠΑ έκαναν το μεγάλο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, εγκαταλείποντας την «εποχή Μπους».

Οι πλούσιες χώρες υπόσχονται να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά το 80%, αλλά δεν υπάρχει κανένα σημείο αναφοράς, δηλαδή το 80% σε σχέση με τι, με ποιο χρόνο, ούτε ποιος δεσμεύεται στα χρόνια που έρχονται.

Η αντίθεση της Κίνας και της Ινδίας οφείλεται στο γεγονός ότι η πρόταση δεν ευθυγραμμίζεται με βασικές αρχές της Συνθήκης του Ρίο.

Η έβδομη αρχή του Ρίο, εκείνη δηλαδή της κοινής αλλά διαφορικής υπευθυνότητας, υπογραμμίζει: οι διάφορες χώρες έχουν κοινές αλλά διαφορικές ευθύνες, ανάλογα με το επίπεδο της ανάπτυξης, της ικανότητας να επηρεάζουν το κλίμα και της ικανότητας παρέμβασης. Η Συνθήκη του Ρίο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι υπάρχουν διαφορικές υπευθυνότητες για τη συσσώρευση στην ατμόσφαιρα των αερίων του θερμοκηπίου. Είναι οι χώρες με τη μεγαλύτερη βιομηχανική παράδοση που έχουν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή στα αέρια θερμοκηπίου που έχουν ήδη συσσωρευθεί. Και επομένως σύμφωνα με αυτή την αρχή, είναι αυτές που πρέπει να πάρουν τα αυστηρότερα μέτρα περιορισμού των εκπομπών μέχρις ότου ξεχρεωθεί ο λογαριασμός του παρελθόντος. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήταν αυτές που έπρεπε να σηκώσουν το φορτίο μέχρι το 2012.

Στο Ρίο αναγνωρίστηκε και μιά άλλη αρχή, εκείνη της ισότητας. Ότι δηλαδή όλοι οι κάτοικοι αυτού εδώ του πλανήτη έχουν το ίδιο «ειδικό βάρος» και επομένως τα ίδια οικολογικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Κατά συνέπεια ο μόνος ισότιμος τρόπος να καθορισθεί ένα σύστημα υπολογισμού των εκπομπών είναι εκείνο της «κατά κεφαλή εκπομπής».

Η αντίδραση της Κίνας, ήταν ξεκάθαρη. «Η συμφωνία για το κλίμα δεν δεσμεύει την Κίνα, που θεωρεί πολύ σημαντικό να ληφθούν υπ’ όψη οι διαφορετικές θέσεις των ανερχομένων χωρών». Τη θέση αυτή της Κίνας συμμερίζεται η Ινδία και η ομάδα των 77, και απορρίπτουν την πρόταση για μείωση των εκπομπών κατά 50% μέχρι το 2050.

Η αντιπρόταση των ανερχόμενων δυνάμεων και της ομάδας των 77 είναι:

- οι «πλούσιες» χώρες να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 40% μέχρι το 2020

- οι χώρες αυτές να συμβάλουν με τεχνολογίες και χρηματοδοτήσεις στη βιώσιμη ανάπτυξη των ανερχομένων χωρών, όπως προβλέπει και η Συνθήκη του Ρίο.

Οι αντιπροτάσεις αυτές συνοδεύονται από την εκτίμηση, ότι:

- Οι ρύποι που έχουν συσσωρευτεί, ήδη, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις αναπτυγμένες χώρες, στα χρόνια που έχουν περάσει, και ήταν αυτές οι κυριότεροι «παραγωγοί»,

- Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των προηγμένων χωρών παίζουν σημαντικό ρόλο στη μεταφορά των πιο ρυπογόνων παραγωγικών διαδικασιών στις ανερχόμενες χώρες.

- Η ζωή των κατοίκων της Κίνας και της Ινδίας καθώς και των άλλων χωρών -της ομάδας των 77- είναι αρκετά λιτή, από ενεργειακή πλευρά, πράγμα που μπορεί να είναι διδακτικό και για τους κατοίκους των «πλουσίων» χωρών.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απαιτείται από την Κίνα και την Ινδία -που έχουν πληθυσμό 4 και 3 φορές μεγαλύτερο, αντίστοιχα, από εκείνο των ΗΠΑ- να έχουν μικρότερες συνολικές εκπομπές από εκείνες των ΗΠΑ.

Οι εκπομπές, ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα (CO2), είναι γύρω στους 20 τόνους κατά κεφαλή στις ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία, γύρω στους 10-12 τόνους στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ενώ στην Κίνα είναι 5 τόνους και στις Ινδίες λιγότερο από 2 τόνους κατά κεφαλή. Σήμερα, η κατά κεφαλή παγκόσμια εκπομπή είναι 7-8 τόνοι και για το 2050 πρέπει να κατεβεί σε 2-3 τόνους κατά κεφαλή. Οι αριθμοί από μόνοι τους δείχνουν από πού πρέπει να αρχίσει η ριζική μείωση των εκπομπών.

Αυτές οι διαφορές, που δεν είναι μόνο αριθμοί αλλά και διαφορετικές θεωρήσεις, και η ισχύς «αναχαίτισης» των ανερχομένων δυνάμεων δείχνει ότι ο βασιλιάς -δηλαδή η πρόταση των οκτώ- είναι γυμνός. Και για ένα λόγο παραπάνω, ότι δεν λαμβάνουν υπ’ οψη τους τις αρχές που προσδιορίστηκαν στο Ρίο και που είναι πέρα για πέρα ορθολογικές.

Πέρα από το γεγονός ότι αυτή η «αναχαίτιση» των ανερχομένων βάζει σε αμφισβήτηση «εκ των πραγμάτων» το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης, το μεγάλο ερωτηματικό που μπαίνει είναι πολύ απλό. Υπάρχει η δυνατότητα, σεβόμενοι τις αρχές ισότητας που επικαλούνται η Κίνα και οι Ινδίες, να περιοριστούν οι εκπομπές, μέχρι το 2050, σε τέτοιο βαθμό (2-3 τόνους κατά κεφαλή) που να μην αυξηθεί η θερμοκρασία του πλανήτη πάνω από 2 βαθμούς; Ένα δύσκολο ερώτημα που καλεί μια δύσκολη απάντηση, που να μην απέχει από τη διαδικασία της παράλληλης, αλλά διαφορικής μείωσης των εκπομπών, που θα συγκλίνει στην αρχή του ισότιμου και κοινού συντελεστή της κατά κεφαλή εκπομπής.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι