Η κρίση και η Αριστερά

-Σκέψεις ενός πρώην ευρωκομμουνιστή-

Σωτήρης Βαλντέν, Μεταρρύθμιση, τ. 30, 30/07/2009

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο η επισήμανση του παράδοξου ότι, στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κατάρρευσης του νεοφιλελευθερισμού, συνθήκες που θα νόμιζε κανείς ιδεώδεις για μιαν αντεπίθεση της αριστεράς, η σοσιαλιστική οικογένεια εμφανίζεται διεθνώς ως η μεγάλη ηττημένη: χωρίς όραμα και πρόγραμμα, «στριμωγμένη» ανάμεσα σε μια δεξιά που ανασυντάσσεται χρησιμοποιώντας έξυπνα το λαϊκισμό, και τη συνθηματολογία της «άλλης» αριστεράς που συχνά εκφράζει μιαν αυθεντική λαϊκή αγανάκτηση, αλλά δεν προσφέρει και λύσεις, οι σοσιαλιστές βλέπουν αμήχανοι την επιρροή τους να συρρικνώνεται και την εξουσία να απομακρύνεται. Η ελληνική εξαίρεση, καρπός εν πολλοίς της ασυναγώνιστα κακής πολιτείας της εγχώριας δεξιάς, δεν μεταβάλλει τη γενική εικόνα, ούτε και αναιρεί την προγραμματική και ιδεολογική αμηχανία και των Ελλήνων σοσιαλιστών.

Τι κατέρρευσε

Οι πρόσφατες εξελίξεις στις χρηματαγορές και το χρηματοπιστωτικό σύστημα απέδειξαν περίτρανα ότι η αχαλίνωτη ελευθερία των δυνάμεων της αγοράς, δεν οδηγεί σε αυτορρύθμιση. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και όσον αφορά σε άλλα μείζονα προβλήματα, όπου οι επιπτώσεις δεν είναι τόσο άμεσες ή και δεν θίγουν (ακόμα) αυτούς που ευθύνονται γι’ αυτά: το περιβάλλον και η κλιματική αλλαγή, ή, το χάσμα βορρά-νότου.

Η έκταση της κατάρρευσης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και ιδεολογίας, δεν πρέπει να υποτιμηθεί:

Επί δεκαετίες δαιμονοποιούνταν κάθε ρύθμιση, κάθε κρατική παρέμβαση ή και σχεδιασμός. Ο ρόλος του κράτους αμφισβητούνταν παντού και ταυτιζόταν με τον χρεωκοπήσαντα υπαρκτό σοσιαλισμό. Η δημοσιονομική πειθαρχία, στη βάση του περιορισμού των δαπανών, έπαιρνε θρησκευτικές διαστάσεις. Σήμερα, εγκαταλείπονται το ένα μετά το άλλο όλα τα ταμπού, με μαζικές κρατικές παρεμβάσεις και επεκτατικές πολιτικές. Οι συνταγές που εξέπεμπαν οι αγιατολλάδες της οικονομικής ορθοδοξίας, ηχούν πλέον παράταιρα.

Επί χρόνια κυριαρχούσε η άποψη ότι το κοινωνικό κράτος έπασχε από αναποτελεσματικότητα σε σχέση με τα πιο φιλελεύθερα μοντέλα. Σήμερα, διαπιστώνεται ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, όχι μόνο προκάλεσαν μιαν άνευ προηγουμένου αύξηση των ανισοτήτων, αλλά «στοίχισαν» περισσότερο από τις καταδικασμένες κοινωνικές πολιτικές. Ποιος άραγε θα αποτιμήσει με όρους συστημικής αποτελεσματικότητας το κόστος της σημερινής κρίσης; Ακόμη και ο Economist έθεσε το αιρετικό ερώτημα αν και το γαλλικό και το γερμανικό μοντέλο, δεν είναι και τόσο χειρότερα από το αγγλοσαξονικό.

Η εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου, που μέσα σε λίγους μήνες αυξομειώνονται στο πενταπλάσιο χωρίς σημαντικές αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής και ζήτησης, γελοιοποιεί τις υποθέσεις για τη λειτουργία των αγορών, αλλά και αποτελεί προσβολή στον ορθό λόγο. Είναι δυνατόν, η κοινωνία του 21ου αιώνα, να ανέχεται ένα τέτοιο χάος, σε μια τόσο κρίσιμη αγορά, την ίδια στιγμή που για τον προγραμματισμό παραγωγής και επενδύσεων απαιτεί προβλεψιμότητα στην εξέλιξη των μισθών; Έχει υπολογιστεί το κόστος των διακυμάνσεων αυτών για την κοινωνία, αλλά ίσως και το όφελος που αποκομίζουν οι εταιρίες;

Αποτυχία ωστόσο δεν καταγράφεται μόνο στην αυτορρύθμιση των αγορών, αλλά και στην «αυτορρύθμιση» των πολιτικών συστημάτων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Αποδεικνύεται ότι το σύστημα «ελέγχων και αντισταθμισμάτων» (checks and balances), δεν λειτούργησε σε σχέση με την οικονομία. Το πολιτικό σύστημα δεν λειτούργησε υπέρ ενός κοινού εθνικού ή υπερεθνικού συμφέροντος, αλλά υπέρ ομάδων που το θυσίασαν για ίδιο όφελος. Η κραυγαλέα και αδιαφανής συγκέντρωση ανεξέλεγκτης οικονομικής ισχύος και η επίσης κραυγαλέα ανισορροπία εις βάρος των καταναλωτών, αποτελούν έκφραση αυτής της αποτυχίας και υποδεικνύουν ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διόρθωση των αγορών, αλλά και αυτών που θα τις διορθώσουν.

Η πρόκληση για τους σοσιαλιστές

Η σημερινή αμηχανία των σοσιαλιστών, έχει ασφαλώς πολλά αίτια. Σ’ αυτά όμως περιλαμβάνεται σίγουρα και το γεγονός ότι, κατά την προηγούμενη περίοδο, οι μεταρρυθμιστικές τους δυνάμεις, επιδιώκοντας να απελευθερωθούν από δογματισμούς και να αντιμετωπίσουν τα σημάδια κόπωσης του μεταπολεμικού τους μοντέλου, παρασύρθηκαν συχνά από την ευφορία και την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, έπαψαν να αποτελούν διακριτό πόλο διακυβέρνησης και μεταρρύθμισης, ενώ και οι συμπεριφορές τους στην εξουσία υπήρξαν συχνά έντονα προβληματικές. Το δυσδιάκριτο για τους πολίτες της διαχωριστικής γραμμής προόδου/συντήρησης, πληρώνουμε σήμερα οι σοσιαλιστές.

Η υποταγή στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στο πεδίο των ιδεών. Ο όρος «μεταρρύθμιση», που χαρακτήριζε κατ’ εξοχήν τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά από την εποχή της διάσπασης της Διεθνούς, μετατράπηκε σε όπλο της δεξιάς, απέναντι στον οποίο η αριστερά είτε σιωπούσε, είτε αντιδρούσε με ένα στείρο όχι.

Στον πυρήνα της ιδεολογικής πρόκλησης για τον εκσυγχρονιστικό σοσιαλισμό βρίσκεται το ζήτημα του μονόδρομου της οικονομικής πολιτικής. Η αποδοχή ως δεδομένων ορισμένων χαρακτηριστικών και συσχετισμών στην οικονομία και την κοινωνία, περιορίζει το εύρος των δυνατών εναλλακτικών λύσεων στην οικονομική πολιτική. Η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται ως δαμόκλειος σπάθη που θα τιμωρήσει σκληρά όποιον αποκλίνει από την ορθοδοξία. Εννοείται πως η παγκοσμιοποίηση, θέτει πράγματι σημαντικούς περιορισμούς, εξ ού και η ανάγκη πρωτοβουλιών στο επίπεδο της παγκόσμιας διακυβέρνησης, αλλά και η κεντρική σημασία της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ωστόσο, η υποτίμηση των βαθμών ελευθερίας σε εθνικό και ιδίως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντανακλά συχνά όχι κάποια σιδηρά εξωτερική αναγκαιότητα, αλλά την έλλειψη πολιτικής βούλησης για εναλλακτικές λύσεις που συνεπάγονται συγκρούσεις. Η ποικιλία των υπαρχόντων κοινωνικών μοντέλων, αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία των πολλαπλών δυνατοτήτων σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης.

Σήμερα, η ανά τον κόσμο δεξιά ανασυντάσσεται, επιδιώκοντας η έξοδος από την κρίση, να μη θίξει τους βασικούς μηχανισμούς που χάρισαν σ’ αυτήν και στα συμφέροντα που εκπροσωπεί το μονοπώλιο της εξουσίας και, ει δυνατόν, να προωθήσει παραπέρα τις θέσεις της, «εξυγιαίνοντας» την οικονομία με το δικό της τρόπο. Το έργο της δεν είναι εύκολο: ως μαθητευόμενος μάγος, δε γνωρίζει τη συνταγή για την έξοδο από την κρίση και οι δυνάμεις που την απαρτίζουν έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις και συμφέροντα επ’ αυτού. Ακόμη, παρά την άνεση που της επιτρέπει η ατροφία της αριστεράς, έχει έγνοια τη λαϊκή συναίνεση, που είναι επισφαλής, καθώς την εξασφαλίζει με λεκτικές αποκηρύξεις του φιλελευθερισμού και με προσφυγή σε λαϊκιστικά μέτρα, συχνά τα πιο επικίνδυνα (π.χ. μετανάστευση).

Στις συνθήκες αυτές, προϋπόθεση για να αναλάβει την πρωτοβουλία η σοσιαλιστική αριστερά είναι να πείσει ότι η έξοδος από την κρίση, δεν είναι ο μονόδρομος που μας παρουσιάζεται. Ότι οι θυσίες στις οποίες υποβάλλονται οι εργαζόμενοι, μπορούν να μην είναι δυσανάλογες, αλλά και να έχουν ως αντιστάθμισμα αλλαγές του τρόπου διακυβέρνησης προς όφελός τους, έτσι που να μην επιτρέψουν την επανάληψη παρόμοιων καταστάσεων, της… περίφημης «ιδιωτικοποίησης των κερδών και κοινωνικοποίησης των ζημιών». Και ότι η επάνοδος των σοσιαλιστών στην εξουσία δεν θα είναι «μία από τα ίδια». Χρειάζονται ιδέες, φαντασία και πρακτικές «εκτός πλαισίου», πέρα από την πεπατημένη, μ’ άλλα λόγια ένα νέο όραμα.

Η πρόκληση δεν είναι μικρή: ούτε το όραμα έχει διαμορφωθεί, ούτε η στρατηγική, ενώ λείπει σχεδόν και το πολιτικό υποκείμενο που θα τα υλοποιήσει, καθώς τα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα έχουν μετατραπεί σε συρρικνωμένους μηχανισμούς εξουσίας. Όμως, μια τέτοια επανάσταση, είναι δυνατή ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο που θα υπερβαίνει τον ορίζοντα των εκλογικών συγκυριών. Αποτελεί μονόδρομο για την ανάκτηση της ηγεμονίας από τους σοσιαλιστές. Οι απαισιόδοξοι, ας ρίξουν μια ματιά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τηρουμένων πάντα των αναλογιών.

Μια τέτοια επανάσταση δεν μπορεί παρά να αρχίσει στο πεδίο των ιδεών. Με τη διαμόρφωση συγκεκριμένων προτάσεων, με την επανάκτηση από τους σοσιαλιστές της ιδιοκτησίας του όρου «μεταρρύθμιση» (σε αντίθεση με τη συνθηματολογία χωρίς αντίκρισμα της «άλλης» αριστεράς), με μια νέα αξιολόγηση των εννοιών του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας παρέμβασης, με τολμηρές προτάσεις για την Ευρώπη και με ένα «άνοιγμα» στον τρίτο κόσμο που δεν θα αποτελεί μεταμφίεση των επιδιώξεων της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης.

Back to basics

Στις αρχές της δεκαετίας ’90, οι άγγλοι συντηρητικοί είχαν διατυπώσει το σύνθημα «back to basics», δηλαδή επιστροφή στις βασικές αρχές και αξίες, εννοείται του φιλελευθερισμού. Σήμερα, το σύνθημα αυτό ίσως να είναι χρήσιμο για την αριστερά. Όχι φυσικά για να επιστρέψουμε σε συστήματα και θεωρίες που κατέρρευσαν, ούτε και για να αμφισβητήσουμε την ανάγκη ανανέωσης και εκσυγχρονισμού του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, αλλά για να θυμηθούμε μερικές αρχές και αξίες της αριστεράς που παραμένουν επίκαιρες: την αλληλεγγύη και τη συμπαράταξη με τους «από κάτω» (underdogs), την προτεραιότητα της πολιτικής, την απόρριψη του κοινωνικού λειτουργισμού, την ανάγκη του πολιτικού υποκειμένου, την πίστη στην ικανότητα του ανθρώπου να καθορίζει το μέλλον του, την εμμονή στις αρχές του διαφωτισμού.

Υστερόγραφο: η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στη χώρα μας, η «ελληνική ιδιαιτερότητα» συχνά υπερβάλλεται. Όμως στο ζήτημα που εξετάζεται εδώ, είναι πράγματι μεγάλη. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα, η κατηγορία περί νεοφιλελευθερισμού εκτοξεύεται κατά κάθε ιδέας μεταρρύθμισης και «νοικοκυρέματος». Στην Ελλάδα, ο σοσιαλιστικός εκσυγχρονισμός της περιόδου 1996-2004, ορθοπόδησε τη χώρα ύστερα από δεκαετίες παρακμής, με μια πολιτική που σε ευρωπαϊκά πλαίσια παρέμεινε σαφώς «αριστερή». Μέσα σε πέντε χρόνια, η δεξιά κατόρθωσε να μας ξαναδιαλύσει, πριν από και άσχετα με την κρίση.

Στις συνθήκες αυτές, η επίσημη σοσιαλιστική αριστερά -στα πρόθυρα της εξουσίας- προτιμά το λαϊκισμό των υποσχέσεων και της πλειοδοσίας στην κυβερνητική και καρατζαφερική μισαλλοδοξία, υποθηκεύοντας έτσι παραπέρα το μέλλον του τόπου. Από την πλευρά της, η αλλοπρόσαλλη αριστερά ζει στο δικό της κόσμο και δανείζεται, λ.χ., επιχειρήματα από χώρες με έλλειμμα 3% για την Ελλάδα του ελλείμματος των 6-7% (βλέπε την πολεμική κατά του Συμφώνου Σταθερότητας).

Όμως και η εκσυγχρονιστική ελληνική αριστερά κινδυνεύει να βρεθεί εκτός φάσης: ο λόγος της δεν μπορεί να εξαντλείται στην υπεράσπιση του παρελθόντος, ούτε στην επανάληψη προφανών αληθειών για τη σταθεροποίηση. Το ιδεολογικό οπλοστάσιο της «προ της κρίσης» αγγλοσαξονικής αριστεράς, έχει ξεπεραστεί. Η εκσυγχρονιστική αριστερά κρίνεται σήμερα από το αν θα μπορέσει να πείσει για το ρεαλιστικό μιας πραγματικά εναλλακτικής διακυβέρνησης προς αυτήν της δεξιάς. Η έμφαση πρέπει να περάσει από το «εμείς τα διαχειριστήκαμε καλύτερα», στο τι συγκεκριμένες αλλαγές θέλουμε. Και να συμπληρωθούν τα (κούφια) λόγια του επίσημου ΠΑΣΟΚ για «πολιτική με κέντρο τον άνθρωπο», με πειστικές θέσεις για το ποια είναι η πολιτική αυτή και πώς θα την εφαρμόσουμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι