Βόρεια Κορέα: η «μαύρη τρύπα» της ρεαλπολιτίκ

Πώς μπορεί η διεθνής κοινότητα να αντιμετωπίσει το πιο απομονωμένο κράτος του πλανήτη

Ρhilippe Pons, ΤΟ ΒΗΜΑ, 07/08/2009

Με τον κίνδυνο στρατιωτικών επεισοδίων στην κορεατική χερσόνησο, η πολιτική απέναντι στην Πιονγκγιάνγκ αποτελεί περισσότερο από ποτέ μια δοκιμασία ως προς την αποτελεσματικότητα των προσεγγίσεων που έχουν στόχο να αναστείλουν τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Στην περίπτωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας (ΛΔΚ), όπου κατέφθασε στις 4 Αυγούστου ο πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Μπιλ Κλίντον για να προσπαθήσει να επιτύχει την απελευθέρωση των δύο αμερικανίδων δημοσιογράφων, επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο- ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω- εδώ και δεκαετίες.

Το 1994 η κυβέρνηση Κλίντον είχε κάνει μια συμφωνία με την Πιονγκγιάνγκ: πάγωμα των πυρηνικών δραστηριοτήτων υπό την επίβλεψη της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενεργείας (ΙΑΕΑ) με αντάλλαγμα βοήθεια και εγγυήσεις ασφαλείας.

Επρόκειτο για μια πολιτική η οποία έφερνε καρπούς - σταμάτησε η παραγωγή πλουτωνίου- ως το 2002, όταν ο Τζορτζ Μπους τίναξε στον αέρα όσα είχαν οικοδομηθεί.

Εφτά χρόνια αργότερα η κατάσταση είναι διαφορετική: η Βόρεια Κορέα διαθέτει ικανότητα παραγωγής πυρηνικών.

Αναμφίβολα έχουμε δρασκελίσει το όριο πέρα από το οποίο θα μπορούσε να αποκηρύξει «την πυρηνική αποτρεπτική ισχύ της».

Υπάρχει μία σταθερά στην αντιμετώπιση του βορειοκορεατικού ζητήματος, η οποία σχετίζεται με την επανάληψη των κρίσεων.

Πρόκειται για το χάσμα μεταξύ της προσέγγισης εκείνων που λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις και των αναλύσεων των ερευνητών που έχουν μελετήσει αυτό το καθεστώς.

Αυτοί οι τελευταίοι σκιαγραφούν μια εικόνα όχι πιο ρόδινη, αλλά πιο σύνθετη από εκείνη ενός «κράτους τραμπούκου» στο οποίο πρέπει απλώς «να επιβληθούν κυρώσεις».

Για μία ακόμη φορά, εκτιμούν αυτοί οι αναλυτές, οι κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας θα αποδειχθούν αναποτελεσματικές. «Το καθεστώς έχει αποκτήσει ανοσία στις εξωτερικές πιέσεις» πιστεύει ο Αντρέι Λανκόφ, του Πανεπιστημίου Κούκμιν στη Σεούλ. Αν πράγματι ο αποκλεισμός είχε αποτέλεσμα- το οποίο με βεβαιότητα θα ήταν να επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση που μαίνεται-, αυτή η πολιτική θα πάρει χρόνο και θα επιτρέψει στο καθεστώς να ενισχύσει το οπλοστάσιό του. «Η ελπίδα μιας εξέγερσης του ντόπιου πληθυσμού είναι μάταιη» συνεχίζει ο κ. Λανκόφ. Εμποτισμένοι καθώς είναι με «νοοτροπία πολιορκημένου» , η οποία συντηρείται από την προπαγάνδα, οι Βορειοκορεάτες συσπειρώνονται μέσω της αντιπαλότητας με τον υπόλοιπο κόσμο.

Οι ιστορικοί που μελετούν τη Βόρεια Κορέα φωτίζουν το παραγνωρισμένο γεγονός ότι το καθεστώς μπόρεσε να οικειοποιηθεί τον λυσσαλέο κορεατικό πατριωτισμό. Εναν ορμέμφυτο εθνικισμό, που δοξάστηκε κατά τη διάρκεια της υποτέλειας της χώρας στην Κίνα, ταπεινώθηκε από τον ιαπωνικό αποικισμό και έπειτα λεηλατήθηκε κατά την ανεξαρτησία της το 1945 λόγω της διαίρεσης της χερσονήσου. Εξυψωθείς σε κρατικό δόγμα, αυτός ο «πληγωμένος εθνικισμός» έκανε τη ΛΔΚ προπύργιο της κορεατικής ταυτότητας. Συνδυασμένος με τον απολυταρχικό εξαναγκασμό, αυτός ο εθνικισμός εξηγεί την ανθεκτικότητα του καθεστώτος μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αλλά και απέναντι στον δραματικό λιμό που έπληξε τη χώρα κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990. Εξηγεί επίσης το γιατί όσο περισσότερο βάλλεται διεθνώς το καθεστώς τόσο περισσότερο αφηνιάζει. «Η ΛΔΚ δεν επιζητεί να γίνει αγαπητή. Απαιτεί να γίνει σεβαστή» σημειώνει ο Ρούντιγκερ Φρανκ, ειδήμονας σε θέματα Κορέας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

«Γελοιοποιώντας τις απόπειρές της να αποκτήσει μια πυρηνική δύναμη αποτροπής, κερδίζουμε μια μικρή νίκη προπαγάνδας, αλλά υποκινούμε την Πιονγκγιάνγκ να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση» . Οι κυρώσεις αποτελούν «μήνυμα», αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα.

Μ ια ρεαλιστική προσέγγιση απαιτεί να ληφθούν υπόψη δύο παράγοντες. Κατ΄ αρχήν μία πραγματικότητα, όπως υπογραμμίζει ο Γκεόργκι Τολοράγια, διευθυντής του ερευνητικού προγράμματος για την Κορέα στην Ακαδημία Ρωσικών Επιστημών. «Το καθεστώς βρίσκεται στη θέση του και εκεί παραμένει» λέει. Μετά τον θάνατο του Κιμ Ιλ Σουνγκ (1994), «καλοθελητές» προβλέπουν την επικείμενη κατάρρευση του καθεστώτος.

Η υπόθεση αυτή δεν είναι εντελώς αβάσιμη, δεν είναι όμως και του αμέσου μέλλοντος. Οποια κι αν είναι η κατάσταση της υγείας του Κιμ Γιονγκ Ιλ, οι πιθανότητες να αλλάξει πολιτική το καθεστώς είναι ελάχιστες.

Επειτα, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις της αντίθετης πλευράς και να μην αντιμετωπίζεται το ζήτημα αποκλειστικά με όρους μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και μονομερούς αφοπλισμού της ΛΔΚ.

«Το κορεατικό πρόβλημα είναι παλαιότερο από το πυρηνικό ζήτημα» θυμίζει ο Τσαρλς Αρμστρονγκ, διευθυντής του Κέντρου Κορεατικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στη «Far Εastern Εconomic Review» του Χονγκ Κονγκ.

Η πολιτική της Πιονγκγιάνγκ, εκτιμά, μακροπρόθεσμα δεν έχει αλλάξει. Για τον κ. Αρμστρονγκ η Πιονγκγιάνγκ επιθυμεί «να αναγνωριστεί ως de facto πυρηνική δύναμη, όπως το Πακιστάν και το Ισραήλ» και «να λάβει τη διαβεβαίωση ότι το σύστημά της δεν απειλείται». «Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 ήταν ένα μάθημα. Χωρίς πυρηνική αποτρεπτική ισχύ, η ΛΔΚ είναι ευάλωτη» προσθέτει.

«Η πολεμική διάθεση της Βόρειας Κορέας είναι το αποτέλεσμα της εμπόλεμης κατάστασης με τις ΗΠΑ, η οποία υφίσταται στη χερσόνησο εδώ και 60 χρόνια» προσθέτει. Το 1953 υπεγράφη απλώς ανακωχή και εφόσον έκτοτε έχουν μείνει σε αυτή την κατάσταση τα πράγματα, η ίδια αιτία θα συνεχίσει να παράγει τα ίδια αποτελέσματα.

«Η ΛΔΚ αισθάνεται ότι απειλείται και οι ΗΠΑ δεν έχουν κάνει τίποτε για να την καθησυχάσουν» δήλωνε προσφάτως ο Χένρι Κίσινγκερ στην τηλεόραση.

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ πρόσθεσε, στους «Νew Υork Τimes», ότι «οι ΗΠΑ οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τους στόχους τους» και «να διαπραγματευθούν κάποιες συγκεκριμένες απειλές από πλευράς της Βόρειας Κορέας αντί να προσπαθούν να εξαλείψουν τη δυνατότητά της να τις κάνει πράξη». Με άλλα λόγια, να επιδείξουν πολιτικό ρεαλισμό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι