Στο στερέωμα της αναζήτησης

Θανάσης Βακαλιός, Κυριακάτικη Αυγή, 16/08/2009

Eδώ και 40 χρόνια (από τη διάσπαση του ΚΚΕ) εκκρεμεί η επεξεργασία πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά λειτουργικής προγραμματικής πρότασης της αριστεράς η οποία σε μια πρώτη φάση μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει αποδεκτή ως βάση της αναγκαίας συσπείρωσης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και μαζί ως «μέσο» για την αντιμετώπιση του φαινομένου της γενικευμένης δυσπιστίας ή και αδιαφορίας ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων (κυρίως μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού) αναφορικά με την πολιτική λειτουργικότητα του ανατρεπτικού λόγου της ριζοσπαστικής αριστεράς στις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού, ακόμα και στις χώρες της Ευρώπης με επαναστατική και αριστερή εν γένει παράδοση.

Η αποτυχία του σταλινικού σοσιαλιστικού πειράματος, καθώς και του μπερνσταϊνικού σοσιαλδημοκρατικού, αλλά και η αποτυχία στην πράξη του καινοτομικού ευρωκομμουνισμού (με καταλυτική την αυτοκαταστροφική επίπτωση της πολιτικής επιλογής του «ιστορικού συμβιβασμού»), στρέφει τη σκέψη στην αναζήτηση άλλων προτάσεων, επινόησης άλλων θεωρητικών σχημάτων, που η συγκεκριμένη τους έκφραση θα μπορούσε να δώσει ένα σύγχρονο και πολιτικά λειτουργικό περιεχόμενο στις ριζοσπαστικές ιδέες και στόχους της αριστεράς, ικανό να σπάσει το φράγμα που, μετά την κατάρρευση της Σ.Ε., έχει δημιουργηθεί στη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών μαζών με αριστερές ευαισθησίες, αλλά και μεγάλου τμήματος της προοδευτικής διανόησης, σχετικά με τη δυνατότητα κατάργησης του καπιταλισμού. Η πρόθεση αυτή, εκτιμώ ότι υποκρύπτεται στο κείμενο του Γιάννη Δραγασάκη με τον τίτλο «Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών» ("Η Αυγή", 28.12.2008).

Πρόκειται βέβαια για πρόθεση η οποία τροφοδοτεί έναν θεωρητικό προβληματισμό (και τροφοδοτείται από αυτόν) στον πυρήνα του οποίου είναι η σκέψη ότι με δεδομένο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που βασίζεται στην αρχή του υπερκέρδους, είναι δυνατή η ανάπτυξη ενός άλλου τρόπου παραγωγής (καθώς και ενός άλλου τρόπου ζωής), που σκοπό έχει την ικανοποίηση των «ώριμων» κοινωνικών και συλλογικών αγαθών που «λειτουργούν εκτός της αγοράς και της λογικής της» (βλέπε συνέντευξή του στην "Αυγή", 8.2.2009). Στη βάση αυτή είναι δυνατή, λέει ο Δραγασάκης, η ανάπτυξη μιας νέας οικονομίας. Αυτή η «νέα οικονομία» θα είναι ικανή να λειτουργήσει ανταγωνιστικά στην οικονομία του κέρδους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη δρομολόγηση της διαδικασίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτό βέβαια προϋποθέτει τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων υπέρ της αριστεράς, που πετυχαίνεται με την προβολή προς τις μάζες αυτής της «νέας» σκέψης. Η επιλεκτική αναφορά στον τρίτο τόμο του "Κεφαλαίου", όπου ο Μαρξ μιλά, κάπου, για αυτοαναιρέσεις του καπιταλισμού μέσα στον καπιταλισμό, σκοπό έχει τη θεωρητική μαρξιστική «νομιμοποίηση» αυτής της σκέψης - πρότασης.

Υποστηρίζεται λοιπόν ότι στον καπιταλισμό είναι δυνατή η λειτουργία δύο διαφορετικών οικονομιών. Η οικονομία που λειτουργεί με βάση τη λογική του κεφαλαίου και η οικονομία που λειτουργεί με βάση τη «λογική του κόσμου της εργασίας». Η δεύτερη αναιρεί την πρώτη και αποτελεί τη βάση της σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία θα αντικαταστήσει την οικονομία του καπιταλισμού.

Ο συλλογισμός που οδηγεί σ’ αυτή τη σκέψη αποκτά μεγαλύτερη φραστική σαφήνεια στο άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου «Η οικονομία των αναγκών»: μια έννοια-κλειδί ("Η Αυγή", 14.6.2009) το οποίο, όπως λέει, «προέρχεται από μια συλλογική δουλειά, από ένα εργαστήρι γ;ια την οικονομία των αναγκών που οργάνωσε το Τμήμα Θεωρίας του ΣΥΝ», προσθέτοντας ότι στο άρθρο αυτό έχει προσπαθήσει να ενσωματώσει τις ομιλίες ή παρεμβάσεις του Γιάννη Δραγασάκη, του Χάρη Γολέμη, του Λάκη Δεδουσόπουλου, του Γιώργου Ιωαννίδη, του Νάσου Ηλιόπουλου, του Τάσου Κυπριανίδη, του Χρήστου Λάσκου, του Αριστείδη Μπαλτά, του Στέλιου Μπαμπά, του Χριστόφορου Παπαδόπουλου, του Μιχάλη Σπουρδαλάκη και άλλων που συμμετείχαν στο εργαστήρι.*

Όταν το ερώτημα γίνεται θέση

Σε διάκριση με το άρθρο του Δραγασάκη το οποίο είναι γραμμένο κατά τρόπο που πολλά από τα ζητήματα που θίγει θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως υπόθεση εργασίας για τη μελέτη τους, το άρθρο του Τσακαλώτου είναι γραμμένο κατά τρόπο σαν να είχαν μελετηθεί από τους συμμετέχοντες στην παραπάνω συνάντηση όλα τα συναφή με το κύριο θέμα, την «οικονομία των αναγκών», ζητήματα, καταλήγοντας σε θέσεις στρατηγικής σημασίας για την αριστερά -συνοδευόμενα, όπως είθισται, από την απαραίτητη θεωρητική και πραγματολογική τεκμηρίωση. Έτσι το στοιχείο της αμφιβολίας που χαρακτηρίζει κάθε επιστημονική υπόθεση εργασίας μετατρέπεται σε βεβαιότητα, σε θέση. Η θέση όπως καταλαβαίνει ο καθένας είναι η τελείωση του ερωτήματος, είναι η άρση της αμφιβολίας που υποκρύπτει το ερώτημα. Η αμφιβολία που υπάρχει σε κάθε ερώτημα γίνεται βεβαιότητα.

Τα κείμενο του Τσακαλώτου δημιουργεί σειρά ερωτημάτων τα οποία δεν είναι δυνατό να αναπτυχθούν στο παρόν άρθρο, πολύ λιγότερο δυνατή είναι η ανάλυση εννοιών που αφορούν το κοινωνικό, το οικονομικό, αλλά και το ανθρωπολογικό πρόβλημα των αναγκών όπως η έννοια λογική των αναγκών, λογικές ανάγκες, βασικές ανάγκες, πραγματικές ή αληθινές, πλαστές ή ψεύτικες ανάγκες, αυθεντικές ανθρώπινες ανάγκες, ριζικές ανάγκες (Χέλλερ), «ανάγκη ως σκοπός» και «ανάγκη ως έλλειψη» (Χέλλερ) κ.λπ. Αυτό απαιτεί ειδική μελέτη την οποία, εξάλλου, σκοπεύω να ετοιμάσω για κάποιο θεωρητικό περιοδικό. Όσα θα πω λοιπόν στη συνέχεια σκοπό έχουν να λειτουργήσουν ως έναυσμα για την αναγκαία συζήτηση των «θέσεων» που αναπτύσσονται ή απλώς θίγονται στα εν λόγω άρθρα σε επιστημονική ημερίδα στην οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η παρατήρηση του Ιγκνάσιο Ραμονέ περί της «κρίσης σαφήνειας νοημάτων». Η ημερίδα αυτή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις «θέσεις» των δυο άρθρων ως ερωτήματα-προβλήματα προς μελέτη. Η μετατροπή των ερωτημάτων αυτών σε θέσεις καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της στρατηγικής της αριστεράς, όπως ισχυρίζεται στο άρθρο του ο Τσακαλώτος, οδηγεί τη σκέψη και μαζί την πολιτική πράξη σε αδιέξοδα, που μας απομακρύνουν από το πραγματικό πρόβλημα. Αυτό πιστεύω θα φανεί από τα ακόλουθα:

Δυο αντίπαλες λογικές στο θέμα των αναγκών. Εννοιολογική ασάφεια

Στο άρθρο του Τσακαλώτου υποστηρίζεται ότι στον καπιταλισμό λειτουργούν δυο διαφορετικές, δυο αντίπαλες λογικές στο θέμα των αναγκών της κοινωνίας και των ανθρώπων. Η λογική του κεφαλαίου και η λογική του κόσμου της εργασίας. «Στη λογική του κεφαλαίου οι ανάγκες δεν αποτελούν τον στόχο, αλλά τα μέσα. Ο στόχος είναι το κέρδος και η κυριαρχία του κεφαλαίου... Η παραγωγή διαστρεβλώνεται για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των πλουσιότερων στρωμάτων. Περισσότερα καλλυντικά, κλπ...» Για να θυμηθούμε και το κεντρικό πολιτικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολλών.

Στη λογική του κόσμου της εργασίας οι ανάγκες της κοινωνίας και των ανθρώπων δεν υποτάσσονται στη λογική του κέρδους, στη λογική της αγοράς. Στην κατηγορία αυτών των αναγκών ανήκουν πρωτίστως τα «συλλογικά αγαθά» (Δραγασάκης). Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην κατηγορία αυτή των αναγκών ανήκουν οι ανάγκες ενός αναπτυγμένου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και ό,τι έχει σχέση με το οικολογικό πρόβλημα, αλλά και με τις ανάγκες για τις συνθήκες εργασίας ή και τον εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων... Όλα αυτά μπορεί να τα εξασφαλίσει μια «νέα οικονομία», η «οικονομία των αναγκών», που λειτουργεί παράλληλα ή και σε αντιπαράθεση με την οικονομία της αγοράς.

Στο άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη υπερέχει η πολιτική προσέγγιση των θεμάτων. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος κάνει ένα βήμα παραπέρα. Επιχειρεί να δώσει το ταξικό θεωρητικό υπόβαθρο της στάσης της αριστεράς στο θέμα των κοινωνικών αναγκών. «Ο στόχος της αριστεράς", λέει, "δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διεύρυνση της λογικής του κόσμου της εργασίας, τη λογική αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών...».

Θα χρειαζόταν ειδική ανάλυση για την αποσαφήνιση των όρων «λογικές ανάγκες» και «κοινωνικές ανάγκες». Περιορίζομαι να πω ότι ο όρος «λογικές ανάγκες» χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς (τους όποιους πολιτικούς) που αδυνατώντας να ικανοποιήσουν τις εξαγγελίες ή και τις δεσμεύσεις τους απέναντι στον λαό (ακόμα και απέναντι στους ψηφοφόρους τους), μιλούν για μη ρεαλιστικές, μη λογικές ή και παράλογες απαιτήσεις. Επικαλούμενοι, συνήθως, απρόβλεπτες καταστάσεις που καθιστούν αδύνατη την πραγματοποίηση των υποσχέσεών τους... Εξάλλου, ποιος πολιτικός (ποιο κόμμα) μπορεί με απόλυτο τρόπο να εγγυηθεί ότι θα κάνει πράξη όλες τις εξαγγελίες του; Και δεν μιλώ εδώ για την εσκεμμένη προεκλογική δημαγωγία, αλλά και για εξαγγελίες που προκύπτουν από λαθεμένες εκτιμήσεις της οικονομικής πολιτικής και από τις απρόβλεπτες εξελίξεις που δημιουργούνται στο ιστορικο-πολιτικό ή και το ευρύτερο (παγκόσμιο στην εποχή μας) οικονομικό γίγνεσθαι. Ο χώρος του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού παρέχει στο θέμα αυτό ιδιαίτερα χρήσιμη εμπειρία και άφθονο ερευνητικό υλικό προς μελέτη από την αριστερά.

Ακόμα θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «λογικές ανάγκες» παραπέμπει σε μια κομφορμιστική αντίληψη περί των αναγκών, αφού προϋποθέτει την εκπόνηση ενός γενικού μοντέλου λογικών αναγκών, αρθρωμένο έστω με πληθυσμιακά ή άλλα κριτήρια, σε έναν κόσμο που η αναγκαία εξατομίκευσή τους διακρίνεται, διαχέεται ή και διακατέχεται, ούτως ή άλλως, από το υποκειμενικό στοιχείο, που, κατ’ αρχήν, δεν χωρά σε κανένα μοντέλο. Ωστόσο, η καταναλωτική κοινωνία με τα καταναλωτικά πρότυπα που διαθέτει και κατασκευάζει εθίζει τους ανθρώπους, όποιους και όπως μπορεί, με τους μηχανισμούς και τα μέσα καταναλωτικής χειραγώγησης στις επιλογές -προτιμήσεις που εντάσσονται στην επιχειρηματική λογική του κέρδους- με χαρακτηριστικό τον εθισμό στη μόδα, αλλά και στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, γενικότερα. Έτσι, που όταν μιλούμε για τις κοινωνικές ανάγκες ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε τον ρόλο της καταναλωτικής και της ιδεολογικής χειραγώγησης, έργο της οποίας είναι η δημιουργία κοινωνικού κλίματος που «κάνει» (πείθει, εθίζει) τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται ή και να βιώνουν τις «περιττές» ανάγκες ως απαραίτητες (δηλαδή, λογικές) προκειμένου να τονίσουν την κοινωνικότητά τους. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνδέουν αυτές τις «περιττές» («ψεύτικες») ανάγκες με το προσωπικό τους κοινωνικό πρεστίζ. Αυτά είναι πολύ γνωστά πράγματα για τα οποία υπάρχει άφθονο ερευνητικό υλικό. Και είναι απορίας άξιο, το ότι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται ωσάν το περιεχόμενο και η ερμηνεία τους να ανήκουν στον κόσμο του αυτονόητου.

«Κλείνοντας» αυτό το μέρος των παρατηρήσεών μου, θεωρώ αναγκαίο να πω -βασιζόμενος σε σοβαρή σχετική βιβλιογραφία, αλλά και στις δικές μου προσεγγίσεις του θέματος- ότι στην καταναλωτική κοινωνία του σύγχρονου καπιταλισμού δεν υπάρχουν περιττές, ψεύτικες ή παράλογες ανάγκες. Όλες οι ανάγκες της καταναλωτικής κοινωνίας είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, για τη λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος εξουσίας του κεφαλαίου. Είναι πραγματικές ανάγκες. Με αυτή την έννοια είναι λογικές ανάγκες. Εδώ ισχύει με απόλυτο τρόπο η ρήση του Χέγκελ: λογικό είναι ότι είναι πραγματικό και πραγματικό είναι ό,τι είναι λογικό. Ο εθισμός των ανθρώπων στην αποδοχή αυτής της συνάρτησης (που είναι «χρήσιμο» να λειτουργεί στις συνειδήσεις και ως ειμαρμένη) είναι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του χειραγωγικού ιδεολογικού κατεστημένου του σύγχρονου καπιταλισμού και των ιδεολογικών του ταγών - που συνήθως τους ονομάζουν πνευματικούς ταγούς. Το θέμα είναι μεγάλο και σύνθετο. Απλώς το θίγω χωρίς περαιτέρω ανάλυση.

Με δεδομένο ότι η λογική του Κεφαλαίου έχει τα δικά της περιοριστικά όρια, είναι επόμενο να αδιαφορεί για ένα μέρος των αναγκών της κοινωνίας και των ανθρώπων, ή όταν και όπου αυτό δεν μπορεί να το πράξει, ευνουχίζει το πραγματικό τους περιεχόμενο και την κοινωνική τους λειτουργία ή/και επιδιώκει να τις εντάξει στη λειτουργία του.

ΜΕΡΟΣ Β.

Διανοητικό βραχυκύκλωμα;

Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι όλα αυτά δεν τα γνωρίζουν όσοι συμμετείχαν στο «Εργαστήριο» του Τμήματος Θεωρίας του ΣΥΝ στο οποίο αναφέρεται ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Το πιθανότερο είναι ότι είχαν εγκλωβιστεί στο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα των δυο λογικών, το οποίο, εξάλλου, διέπει το κριτικό σκέλος της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του Μαρξ, κυρίως στα "Οικονομικά - Φιλοσοφικά χειρόγραφα", και στα έργα της περιόδου 1844-1848, αλλά, εν μέρει, και στον Τρίτο τόμο του "Κεφαλαίου". Με βάση αυτή τη θεωρητική παρακαταθήκη, αλλά και τη μεγάλη και σημαντική βιβλιογραφία που αναφέρεται στο φιλοσοφικό ερώτημα για τον αυθεντικό άνθρωπο, μπορεί να προχωρήσει κανείς στην κατασκευή του μοντέλου των αυθεντικά ανθρώπινων κοινωνικών αναγκών ή ακόμα και στην κατασκευή ενός αυθεντικά ανθρώπινου μοντέλου τρόπου ζωής.*

Πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτό το θεωρητικό σχήμα εκλαμβάνεται ως άμεσο πλαίσιο αναφοράς για την πολιτική της αριστεράς, ειδικότερα σε μη επαναστατικές περιόδους της ιστορίας, με αποτέλεσμα την αγνόηση του διαμεσολαβητικού παράγοντα της πραγματικότητας στη σχέση θεωρητικού μοντέλου, θεωρίας (ή οράματος) και πολιτικής πράξης. Σ’ αυτή την περίπτωση η διαλεκτική Εργασίας και Κεφαλαίου του Μαρξ που βρίσκεται στη βάση αυτού του θεωρητικού σχήματος αυτονομείται στη σκέψη και λειτουργεί ως παράγοντας που καθορίζει με άμεσο τρόπο την πολιτική της αριστεράς, με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της όχι μόνον από την πραγματικότητα αλλά και από τον ιστορικό της στόχο.

Οφείλω να ομολογήσω ότι το κείμενο του Τσακαλώτου παρακολουθεί με συνέπεια το αφηρημένο θεωρητικό σχήμα που αναφέρεται στην αμοιβαία απορριπτική σχέση της λογικής του κεφαλαίου και της λογικής του κόσμου της εργασίας (και) στο θέμα των αναγκών - αγνοώντας, όμως, τον ρόλο της καταναλωτικής και ιδεολογικής χειραγώγησης που ασκούν οι μηχανισμοί του συστήματος στον τρόπο σκέψης και ζωής των ανθρώπων γενικά, και στον τρόπο σκέψης και ζωής «του κόσμου της εργασίας»! Σύμφωνα με αυτό το αφηρημένο θεωρητικό σχήμα -με δεδομένο ότι Κεφάλαιο και Εργασία αποτελούν οργανικά στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος, του καπιταλισμού- θεωρητικά είναι δυνατή η σκέψη για τη δημιουργία μιας άλλης οικονομίας, της «οικονομίας των αναγκών», σε αντιπαράθεση με την οικονομία της αγοράς, καθώς και η σκέψη ότι πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι δυνατή η έναρξη της διαδικασίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (Δραγασάκης).

Ο Τσακαλώτος στο άρθρο εξειδικεύει αυτή τη θέση του Δραγασάκη, λέγοντας ότι η ανάπτυξη της «οικονομίας των αναγκών» εντός του καπιταλισμού «αναδεικνύει εναλλακτικούς δρόμους για τη στρατηγική της αριστεράς». Μάλιστα, την πάει πιο πέρα. Υιοθετεί τη νουθεσία του Michael Lebowitz Οικοδομίστε τον (σοσιαλισμό- Θ.Β.), τώρα! που συνειρμικά μας παραπέμπει στο παπανδρεϊκό σύνθημα Σοσιαλισμός εδώ και τώρα, που ενθουσίασε και πολιτικά κέρδισε πολλούς αριστερούς. Όμως, στο υποκεφάλαιο Ανοικτά ερωτήματα, φαίνεται να μην δέχεται ανεπιφύλακτα τη θέση του Δραγασάκη, λέγοντας ότι «δεν ξέρουμε ακόμα κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς την αγορά» (η έμφαση από μένα- Θ.Β.). Είναι πρόδηλη νομίζω η λογική ανακολουθία. Η θέση γίνεται ερώτημα και το ερώτημα θέση.

... Και είναι να απορεί κανείς για την τόσο εύκολη, αβασάνιστη αποδοχή αυτής της «θεωρίας» από την ηγεσία του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και για την άμεση πολιτική εφαρμογή της, με την υιοθέτηση του συνθήματος Για τις ανάγκες των πολλών ως κεντρικού πολιτικού συνθήματος στις πρόσφατες ευρωεκλογές, το οποίο σύνθημα, βέβαια, δεν λέει τίποτα για κανέναν, ενώ αφήνει ανοιχτά τα όρια ερμηνείας της λέξης ανάγκες (γενικά) αλλά και της λέξης «των πολλών». Ο καθένας μπορεί να εντάξει τον εαυτό του στους πολλούς ή μπορεί να μην θέλει να τον εντάξει. Αν, πάλι, η λέξη «οι πολλοί» αναφέρεται στον «κόσμο της εργασίας» τότε λογικά ακόμα και οι ανάγκες της εργασιακής ελίτ του συστήματος μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκουν στις «ανάγκες των πολλών». Αλλά τότε προς τι η άποψη - θέση για την «παραγωγική στρέβλωση» με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι «ανάγκες» (τα εισαγωγικά είναι του Τσακαλώτου- Θ.Β.) των πλουσιότερων στρωμάτων;... Πρόκειται για την παραβίαση του γενικού κανόνα της συγκεκριμένης πολιτικής, συναισθηματικής ή και ηθικής λειτουργικότητας του πολιτικού συνθήματος. Αυτό το γνωρίζουν οι πολιτικοί της αριστεράς. Όμως, αν θα μπορούσε να το δεχτεί κανείς ως προεκλογικό σύνθημα, με κανέναν τρόπο δεν θα το δεχόταν ως σύνθημα στρατηγικής σημασίας της αριστεράς, αφού η αποδοχή του, σ’ αυτό το επίπεδο, θα σήμαινε την αποδοχή ενός κόσμου των λίγων και των πολλών.

Μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς την αγορά;

Τώρα, όσον αφορά το ερώτημα του Τσακαλώτου για το κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς την αγορά, η απάντηση από την ιστορία ήταν καταλυτική. Ένας από τους βασικούς λόγους αποτυχίας του σοσιαλιστικού εγχειρήματος ήταν ότι -παρά τη δεδομένη υπεροχή του καπιταλισμού στην παγκόσμια οικονομία, και στη λεγόμενη «οικονομική άμιλλα» με τον καπιταλισμό (με τις ΗΠΑ) που εξήγγειλε ο Νικήτα Χρουστσόφ- οι Σοβιετικοί επέμειναν στην εφαρμογή της «οικονομίας των αναγκών», -όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονταν- υποβαθμίζοντας καίρια ή παραγνωρίζοντας εντελώς τον ρόλο της αγοράς ακόμα και ως κινήτρου για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Ελλείψει χώρου για την ανάπτυξη του θέματος επέλεξα να αναφερθώ στον Χόμπσμπομ ο οποίος θεωρεί ξοφλημένη την άποψη για την εφαρμογή ενός σχεδιασμένου σοσιαλισμού, «αμόλυντου από την επιδίωξη του κέρδους», και προσθέτει: «Κανένας δεν σκέφτεται σοβαρά την επιστροφή στα σοσιαλιστικά συστήματα σοβιετικού τύπου -όχι μόνον λόγω των πολιτικών ελαττωμάτων τους, αλλά και λόγω της αυξανόμενης βραδυπορίας και ανεπάρκειας των οικονομιών τους (η έμφαση από μένα - Θ.Β.)-, αν και αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να υποτιμούμε τα εντυπωσιακά κοινωνικά και εκπαιδευτικά επιτεύγματά τους» (Έρικ Χόμπσμπομ: Ο σοσιαλισμός απέτυχε. Ο καπιταλισμός χρεοκοπεί. Και μετά; "Η Αυγή" 5.7.2009).

Θα πρέπει υπαινικτικά να προσθέσω στα παραπάνω ότι η λογική της οικονομίας των αναγκών είχε αναχθεί από τον Στάλιν σε νόμο της σοσιαλιστικής οικονομίας που με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνέπεια επιδιώχθηκε να εφαρμοστεί σε όλες τις χώρες του σοσιαλισμού. Στο έργο του Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ (1952) μιλώντας για τα ουσιαστικά γνωρίσματα «του βασικού οικονομικού νόμου του σύγχρονου καπιταλισμού» τονίζει ως κύριο γνώρισμά του την εξασφάλιση του ανώτατου κέρδους. Αντίθετα, κατά τον Στάλιν, κύριο γνώρισμα του βασικού οικονομικού νόμου του σοσιαλισμού είναι η «εξασφάλιση της ανώτατης ικανοποίησης των διαρκώς αυξανόμενων υλικών και πολιτιστικών αναγκών όλης της κοινωνίας (η έμφαση από μένα- Θ.Β.) με την αδιάκοπη ανάπτυξη και τελειοποίηση της σοσιαλιστικής παραγωγής πάνω στη βάση της ανώτατης τεχνικής». Αυτός είναι ο «σκοπός της σοσιαλιστικής παραγωγής».

Δεν είναι του παρόντος η κριτική του συλλογισμού που οδήγησε τον Στάλιν στη διατύπωση αυτής της θέσης, με κύριο λάθος την πεποίθησή του για την ανωτερότητα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, χωρίς τον ουσιαστικό ρόλο της αγοράς και του κέρδους. Ούτε η αναλυτική εκτίμηση για το κατά πόσο ήταν δυνατή η εφαρμογή αυτού του νόμου, αυτής της αρχής μπορεί να είναι έργο αυτού εδώ του άρθρου. Σημειώνω μόνον ότι υπάρχουν αξιόλογες μελέτες οι οποίες τεκμηριώνουν την άποψη ότι, με δεδομένη τη συντριπτική υπεροχή του καπιταλισμού στην παγκόσμια οικονομία, ήταν αναπόφευκτη η αποτυχία αυτού του οικονομικού συστήματος.

Θα μπορούσε λοιπόν ο καθένας μας να αναρωτηθεί: αν το μοντέλο αυτό της οικονομίας των αναγκών απότυχε στη Σ.Ε. όπου είχε καταργηθεί όχι μόνον ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, αλλά και η ίδια η αστική τάξη, πώς μπορεί να πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατό σε μια καπιταλιστική χώρα να αναπτυχθεί μια οικονομία των αναγκών η οποία θα λειτουργεί ως το αντίπαλο δέος της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας της αγοράς και του κέρδους;

Πρόκειται για επινόηση που οι επιπτώσεις της στη σκέψη της αριστεράς γίνονται περισσότερο αρνητικές όταν επιχειρείται η μαρξιστική θεωρητική επιβεβαίωσή της, με την επιλεκτική αναφορά σε μια σκέψη του Μαρξ για αυτοαναιρέσεις του καπιταλισμού μέσα στον καπιταλισμό, ωσάν να εκφράζει αυτή η σκέψη την πεμπτουσία της επαναστατικής του θεωρίας! Εξάλλου, θα άξιζε να έβλεπε κανείς όλο τον συλλογισμό του Μαρξ, με τις συγκεκριμένες αναφορές, στον ανολοκλήρωτο Τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 551-557).

Η αριστερά και τα κινήματα. Ποια κινήματα;

Κεντρικό ερώτημα που παρακολουθεί τα δύο κείμενα είναι το ερώτημα που αναφέρεται στον ρόλο των κινημάτων με δηλωμένη την αντικαπιταλιστική τους στάση, αλλά και τα κινήματα που από τη φύση τους λειτουργούν πέρα από τη λογική της αγοράς και του κέρδους, τα οποία ενδιαφέρονται για τα συλλογικά αγαθά.

Κινήματα που μπορούν να ενταχθούν στη στρατηγική μετασχηματισμού είναι, μαζί με το φεμινιστικό και το οικολογικό, τα κινήματα για τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, τον ελεύθερο χρόνο, την ποιότητα τροφίμων (!), την εκπαίδευση ως αυτοσκοπό (!), τη σχέση με το περιβάλλον. Αυτά τα κινήματα αμφισβητούν την ανάπτυξη «όπως αυτή νοείται από την κυρίαρχη ιδεολογία». Αποτελούν πεδίο υπέρβασης της «συντεχνιακής συνείδησης της εργατικής τάξης». Αναδεικνύουν «τον ενδιάμεσο και απόλυτα αναγκαίο κρίκο μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κόσμου της εργασίας» (Τσακαλώτος). Δηλαδή έχουν από τη φύση τους στρατηγική σημασία για την αριστερά.

Αυτά γράφονται χωρίς καμιά τεκμηρίωση, δημιουργώντας την εντύπωση του αυτονόητου. Ωστόσο, η συνολική κριτική εξέταση της δράσης αυτών των κινημάτων μπορεί να μας πείσει ότι πουθενά και με καμιά μορφή έκφρασής τους δεν λειτουργούν ως «ενδιάμεσοι κρίκοι...» και ως μορφές υπέρβασης της συντεχνιακής συνείδησης για την οποία γράφει ο Λένιν στο Τι να κάνουμε; Εξάλλου, συνειδητή επιδίωξη της αστικής τάξης είναι, εδώ και καιρό, ο ευνουχισμός της ριζοσπαστικής δυναμικής τέτοιων κινημάτων, ακόμα και η ένταξή τους συνολικά ή μέρους των επιδιώξεών τους στην προσπάθεια του ιδεολογικού κατεστημένου να φανεί ότι η αστική τάξη, το σύστημα ενδιαφέρεται πραγματικά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στα οποία αναφέρονται αυτά τα κείμενα. Το θέμα μας παραπέμπει στο φαινόμενο του εθελοντισμού και στη λεγόμενη κοινωνία των πολιτών, που, σύμφωνα με τον Στέργιο Μπαμπανάση, μαζί με την αγορά και το κράτος «αποτελούν βασικούς θεσμούς συντονισμού και ρύθμισης των οικονομικών δραστηριοτήτων στα σύγχρονα οικονομικά συστήματα» (βλέπε το άρθρο του Αγορά, Κράτος και Κοινωνία των Πολιτών στο περιοδικό Πολίτες, 26.6.2009). Θα πρέπει να πω ότι ο συγγραφέας του άρθρου, αναφερόμενος στη «στενή σχέση αλληλεπίδρασης» αυτών των «τριών θεσμών», μιλά θετικά γι’ αυτή τη σχέση, μιλώντας συγχρόνως για τους διακριτούς ρόλους τους και τις διαφορετικές λειτουργίες τους. Η κοινωνία των πολιτών, εξηγεί, «διαφέρει από την αγορά διότι δεν στηρίζεται στο κέρδος και σε άλλα επιχειρηματικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την αγορά. Διαφέρει και από το κράτος διότι δεν στηρίζεται στη γραφειοκρατική ιεραρχία που χαρακτηρίζει το κράτος». Όμως δεν αρνείται την αγορά και το κράτος. Δεν αρνείται το οικονομικό σύστημα. Αντίθετα, είναι οργανικό μέρος του ή οφείλει να εξελιχθεί σε οργανικό μέρος του. Η κοινωνία των πολιτών «βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακή μορφή. Η δημιουργία της αποτελεί μια διαδικασία η οποία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί». Πάντως, εκτιμά ότι και από την ως τώρα λειτουργία της «αποδεικνύεται ένας χρήσιμος θεσμός ο οποίος ... συμβάλλει στην ικανοποίηση ορισμένων νέων αναγκών... Το ζητούμενο είναι η δημιουργία μιας βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ της αγοράς, του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών στο πλαίσιο μιας νέας μικτής (καπιταλιστικής - Θ.Β.) οικονομίας».

Ερώτημα: Είναι η κοινωνία των πολιτών και τα κινήματα που την πλαισιώνουν (με σημαντικότερες τις διάφορες ΜΚΟ - Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) ή μπορεί να αποτελέσει τον «ενδιάμεσο και απόλυτα αναγκαίο κρίκο μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κόσμου της εργασίας;». Η απάντηση από μια συνολική μελέτη του ερωτήματος θα είναι μάλλον αρνητική. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο να τεθεί το ερώτημα συγκεκριμένα: Μπορεί η αριστερά να βάλει το δικό της αποφασιστικό στίγμα με σκοπό τη ριζοσπαστικοποίηση των δράσεων της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών. Πώς, με ποιο τρόπο ή τρόπους;

... Η Εταιρεία Νίκος Πουλαντζάς πριν από μερικά χρόνια είχε κάνει μια προσπάθεια για τη μελέτη του προβλήματος των κινημάτων. Το περιοδικό Πολίτες κάνει τη δική του προσπάθεια. Από την άλλη μεριά σοβαροί μελετητές εκφράζουν αμφιβολίες για τον όρο κοινωνία των πολιτών και για τον ρόλο του συστήματος απέναντί της, απέναντι στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, και γενικότερα απέναντι στα κινήματα στα οποία αναφέρεται ο Τσακαλώτος στο άρθρο του.

Ο ρόλος των μηχανισμών ιδεολογικής χειραγώγησης

Κανείς δεν αμφιβάλλει για τη συνειδητή προσπάθεια του συστήματος με σκοπό τον ευνουχισμό του όποιου ριζοσπαστισμού υπάρχει σ’ αυτά τα κινήματα. Ενδεικτικά αναφέρομαι στον ρόλο των μηχανισμών ιδεολογικής χειραγώγησης, που απλώνονται σχεδόν σε όλες τις μορφές αυτών των κινημάτων, με έμφαση στη διαμόρφωση του μοντέλου χρησιμοποίησης του ελεύθερου χρόνου από τους ανθρώπους, αλλά και στην ίδια την παιδεία - εκπαίδευση. Ποιες δυνατότητες έχει ή μπορεί να δημιουργήσει η αριστερή παρέμβαση και με οποίους τρόπους στην ανάδειξη των ριζοσπαστικών στοιχείων που υπάρχουν ή μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από αυτά τα κινήματα; Πρόκειται για ερώτημα που η απάντησή του απαιτεί πολυσύνθετη σταθερού χαρακτήρα διεπιστημονική έρευνα. Πάντως, η συνολική εμπειρία βεβαιώνει ότι το σύστημα με τους μηχανισμούς που διαθέτει φροντίζει συνειδητά για τη σταθερή αναπαραγωγή της εξουσίας του κεφαλαίου. Το κάνει αυτό με επιτυχία, αξιοποιώντας τους μηχανισμούς που έχει αναπτύξει γι’ αυτό τον σκοπό. Θα άξιζε να τεθεί το ερώτημα για τον ρόλο που ενδεχομένως έχουν παίξει αυτοί οι μηχανισμοί στην αρνητική εξέλιξη του πολλά υποσχόμενου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, ενός κινήματος με δηλωμένη την αντικαπιταλιστική του αιχμή.

Και είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι με τον λεγόμενο «συμμετοχικό προϋπολογισμό» και το βιομηχανικό ή οποιοδήποτε συνεταιριστικό κίνημα είναι δυνατή η ανάπτυξη μιας δεύτερης οικονομίας, είναι δυνατή η ανάπτυξη ενός άλλου (μη καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής και ενός άλλου (μη καπιταλιστικού) τρόπου ζωής. Ας μας πουν ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ποια εμπειρία ή έστω ποια δυναμική κάποιας τέτοιας εμπειρίας μπορεί να στηρίξει αυτή την υπόθεση, που και αυτή «βέβαια» εμφανίζεται ως θέση. Συνέβη αυτό στη συνεταιρισμένη Δανία ή αλλού; Αυτό είναι βέβαια το σημαντικότερο πρόβλημα και στα δύο κείμενα. Αφορά το όλον και είναι αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως μια θεωρητική μαρξιστική προσέγγιση της πραγματικότητας.

Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει την κριτική αναφορά και για τα «επιμέρους». Ενδεικτικά: πού βασίζεται ο Τσακαλώτος όταν λέει ότι είναι δυνατό να λειτουργήσει στον καπιταλισμό η «εκπαίδευση ως αυτοσκοπός»; Αλλά, ας πάμε το ερώτημα και παραπέρα. Είναι δυνατό με δεδομένη την καθοριστική υπεροχή του καπιταλισμού στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, να μπορεί να λειτουργήσει μια σοσιαλιστική οικονομία, ένα σοσιαλιστικό κράτος με μια εκπαίδευση αυτοσκοπό; Αδιάφορη για την κάλυψη της παραγωγής και της διοίκησης με ανάλογα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό; Κι ύστερα δυσανασχετούμε όταν μας λένε αιθεροβάμονες. Κι ακόμα: Από πού προκύπτει ότι «ο κόσμος της εργασίας δεν έχει μόνον ανάγκη για μεγαλύτερο μισθό, αλλά (στον ίδιο βαθμό έχει ανάγκη - Θ. Β.) και για πολιτιστικά αγαθά»;

Στη γενικότητά της αυτή η διατύπωση αφορά όλες τις χώρες -και αυτό είναι ένα πρόβλημα-, επομένως αφορά και τη χώρα μας. Όμως αρκεί να ρίξει κανείς μια πρόχειρη ματιά στις (λίγες) μελέτες - έρευνες που υπήρξαν για τον ελεύθερο χρόνο και τον τρόπο ζωής των Ελλήνων για να διαπιστώσει ότι τα «πολιτιστικά αγαθά» είναι στην τελευταία θέση των προτιμήσεων των εργαζομένων ή δεν υπάρχουν καθόλου. Φαντάζομαι ότι και σ’ αυτή την περίπτωση ο όρος «έχει ανάγκη» αναφέρεται σε ένα μοντέλο αναγκών που στον ελεύθερο χρόνο κάνουν τον άνθρωπο πλούσιο - στο πνεύμα που ο Μαρξ μιλά στα Οικονομικά- Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, για τον «πλούσιο άνθρωπο». Το συνδέει όμως αυτό ο Μαρξ με το μοντέλο της δικής του κομμουνιστικής κοινωνίας. Ερώτημα: είναι αυτό δυνατό στον καπιταλισμό; Η απάντηση βέβαια είναι: ΟΧΙ. Ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη τον ρόλο της «καταναλωτικής κοινωνίας», που είναι οργανικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού. Όμως για την αριστερά η πολιτιστική καλλιέργεια του λαού είναι (πρέπει να είναι) στις πρώτες προτεραιότητες της δράσης της. Τι έχει κάνει ως τώρα ο Συνασπισμός γι’ αυτό; Θα πρέπει βέβαια να πω ότι αφήνει περιθώρια (μικρής έστω) αισιοδοξίας το γεγονός ότι πρόσφατα οργάνωσε (πρόχειρα, πάντως) ημερίδα με θέμα: Η αριστερά συζητά για τον πολιτισμό, όπου θίχτηκε και το ζήτημα της συντονισμένης ουσιαστικής αριστερής παρέμβασης στον πολιτισμό.

Η παρέμβαση της αριστεράς στον πολιτισμό, στην πολιτιστική ζωή της χώρας, προϋποθέτει, βέβαια, την πολυεπίπεδα αρθρωμένη πολιτιστική εικόνα της κοινωνίας και μαζί την ερευνητική παρακολούθηση της διαμόρφωσης και της αλλαγής των πολιτιστικών ενδιαφερόντων των κοινωνικών στρωμάτων. Και για το θέμα αυτό ισχύει μια απαράβατη αρχή για την παρεμβατική προσπάθεια της αριστεράς στο ιστορικο-κοινωνικό γίγνεσθαι: Πριν προχωρήσουμε σε θέσεις παρεμβατικού χαρακτήρα θα πρέπει να γνωρίζουμε την πραγματικότητα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια πραγματικότητα που δεν γνωρίζεις.

Εν κατακλείδι: ... Η διαλεκτική της ταξικής συγκρουσιακής σχέσης Εργασίας και Κεφαλαίου αποτελεί το γενικό θεωρητικό πλαίσιο για την αποσαφήνιση των αρχών της αριστεράς και του τρόπου πραγματοποίησης του στρατηγικού της στόχου, αλλά και της στοιχειοθέτησης του μοντέλου σοσιαλιστικής κοινωνίας στην οποία στοχεύει. Πάνω σ’ αυτή τη βάση αποκτά ριζοσπαστικό περιεχόμενο η προσπάθεια διεύρυνσης της επιρροής της στις λαϊκές μάζες και σε όλους όσοι εναντιώνονται στον καπιταλισμό, με σκοπό την ουσιαστική συμμετοχή τους στη διαδικασία πραγμάτωσης των μεσοπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων στόχων της. Η μετουσίωση αυτής της θέσης σε λειτουργικό πολιτικό λόγο και σε πολιτική πράξη είναι το ζητούμενο για την εκάστοτε ηγεσία της αριστεράς.

----------------

* Το φιλοσοφικό θέμα του αυθεντικού ανθρώπου με τις κοινωνιολογικές προεκτάσεις του το αναπτύσσω στα βιβλία μου Η Ιδανική και η πραγματική εικόνα του ανθρώπου (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1999), και Το πρόβλημα της ταυτότητας του ανθρώπου (εκδόσεις Ψηφίδα, 2004).

* Ενδιαφέρει, πιστεύω, να πω ότι στη συνάντηση αυτή δεν έχω κληθεί να πάρω μέρος, αν και δεν έχω παραιτηθεί από μέλος του Τμήματος Θεωρίας του ΣΥΝ!

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι