Δημόσια υγεία, ο μέγας ασθενής

Γιάννης Τούντας, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 30/08/2009

Αν και οι πιο απαισιόδοξες προβλέψεις φαίνονται προς το παρόν να διαψεύδονται, δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα η έκταση που θα λάβει και οι επιπτώσεις που θα έχει η πανδημία του νέου ιού της γρίπης διεθνώς και στη χώρα μας.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, οι επιπτώσεις αυτές θα μετριαστούν στις χώρες που διαθέτουν, όχι μόνο εμβόλια, αλλά κυρίως ένα ισχυρό σύστημα δημόσιας υγείας. Και η χώρα μας, δυστυχώς, δεν ανήκει στην κατηγορία αυτή.

1 Η δραστική μείωση των λοιμωδών νοσημάτων τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στις αναπτυγμένες χώρες του προηγήθηκε της εφαρμογής μαζικών εμβολιασμών και της ανακάλυψης των αντιβιοτικών.

Η καταπολέμησή τους επιτεύχθηκε χάρη στην εφαρμογή βασικών μέτρων δημόσιας υγείας, όπως η απομόνωση των κρουσμάτων, η απολύμανση, η ατομική υγιεινή και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης που επέτρεψε η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Δύσης, εις βάρος βέβαια του υπόλοιπου κόσμου.

2 Στη συνέχεια, όμως, δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι η ανθρωπότητα επρόκειτο να απαλλαγεί οριστικά από τα λοιμώδη, γεγονός που οδήγησε στην εξασθένηση και περιθωριοποίηση του κινήματος της Δημόσιας Υγείας. Μόνο τα τελευταία 20 χρόνια, με τη συνειδητοποίηση της σημασίας της πρόληψης για την αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων και πολλών καρκίνων, καθώς και με την αναζωπύρωση παλαιών λοιμωδών νοσημάτων, όπως η φυματίωση και την εμφάνιση νέων, όπως το AIDS, το SARS, η γρίπη των πτηνών και τώρα η νέα γρίπη, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία, δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί και ενισχύθηκαν σημαντικά οι αρμόδιοι ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιούργησε ειδική διεύθυνση, χρηματοδότησε 5ετή προγράμματα δημόσιας υγείας με έμφαση στην Προαγωγή και Αγωγή της Υγείας και ίδρυσε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων. Σε ανάλογες τροχιές κινήθηκε η πολιτική υγείας σε όλα τα κράτη-μέλη, όχι όμως και στη χώρα μας.

3 Στην Ελλάδα, ο τομέας της δημόσιας υγείας, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, είναι ελάχιστα αναπτυγμένος, αποτελώντας ένα ασθενές δίκτυο.

Η πολιτική υγείας στη χώρα μας κυριαρχείται, εδώ και πολλά χρόνια, από μια νοσοκομειοκεντρική αντίληψη, η οποία σχεδόν εξαντλείται στη διαχείριση, ή μάλλον στην κακοδιαχείριση του ΕΣΥ και στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα.

Το υπουργείο Υγείας, παρά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση του καπνίσματος παραμένει υπουργείο «Αρρώστιας», διαθέτοντας συγκριτικά ελάχιστους πόρους για τη δημόσια υγεία και την πρόληψη.

4 Η ευθύνη για τη δημόσια υγεία επιμερίζεται σε έξι τουλάχιστον υπουργεία, ενώ είμαστε η μόνη χώρα της Ε.Ε. χωρίς πανεπιστημιακή σχολή Δημόσιας Υγείας και με υποτυπώδη προπτυχιακή εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας στον τομέα αυτόν.

Είναι δε αδιανόητο το γεγονός ότι η ειδικότητα της κοινωνικής ιατρικής, δηλαδή η ειδικότητα της πρόληψης και της δημόσιας υγείας, ενώ θεσμοθετήθηκε το 1986, δεν έχει αρχίσει ακόμα να δίνεται, όταν, πέρα από τις τεράστιες ανάγκες για καταρτισμένα στελέχη, δημιουργούνται πολυετείς σειρές αναμονής για την παραγωγή γιατρών σε ήδη υπερκορεσμένους κλάδους.

Το δε ΚΕΛΠΝΟ, ενώ σωστά μετεξελίχθηκε για να συμπεριλάβει στις αρμοδιότητές του και τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, συνεχίζει να ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων.

5 Στο τοπικό επίπεδο, οι μεν νομαρχιακές υπηρεσίες, που υπάγονται έτσι κι αλλιώς στο υπουργείο Εσωτερικών, υπολειτουργούν με γραφειοκρατικές κυρίως αρμοδιότητες, ενώ λίγοι μόνο δήμοι αναπτύσσουν σύγχρονα προγράμματα Προαγωγής και Αγωγής Υγείας στο πλαίσιο του αντίστοιχου εθνικού δικτύου. Τα δε Κέντρα Υγείας παρέχουν, συνήθως, μόνο πρωτοβάθμια θεραπεία.

Η απογοητευτική αυτή κατάσταση θα μπορούσε να είναι καλύτερη εάν εφαρμοζόταν έστω η ισχύουσα νομοθεσία.

6 Το 2003, επί υπουργίας Κ. Στεφανή, ψηφίσθηκε ένας σημαντικός νόμος για τη δημόσια υγεία και συγκροτήθηκε πρώτη φορά Εθνικό Συμβούλιο Δημόσιας Υγείας (ΕΣΥΔΥ). Στη συνέχεια, όμως, μετά τις εκλογές του 2004, ο τότε υπουργός Υγείας θεώρησε σκόπιμο, όπως συμβαίνει συνήθως, να ψηφιστεί νέος νόμος προς αντικατάσταση του προηγούμενου, που περιείχε μια μόνο σημαντική διαφορά: Καθιστούσε το ΕΣΥΔΥ ανεξάρτητη αρχή, άνευ λόγου και αιτίας, από τη στιγμή που η ευθύνη για τη δημόσια υγεία πρέπει να είναι η κορυφαία αρμοδιότητα του υπουργείου Υγείας. Αλλά εκτός από λαθεμένη, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε ανεφάρμοστη, αφού δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα.

Ωστόσο, και οι άλλες βασικές διατάξεις του νόμου εκείνου έχουν καθυστερήσει να εφαρμοστούν: Το Κεντρικό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας πρόκειται να εγκαινιαστεί μόλις αυτές τις μέρες, ενώ από τα προβλεπόμενα Περιφερειακά Εργαστήρια μόνο της Λάρισας και της Αλεξανδρούπολης λειτουργούν μεν, αλλά με πολλές ελλείψεις.

7 Χωρίς, όμως, όλες αυτές τις αναγκαίες υποδομές και το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό είναι αμφίβολο αν τα σωστά κατά βάση μέτρα και σχέδια δράσης της πολιτείας θα έχουν τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα.

Πολύ περισσότερο μάλιστα που η χώρα μας, εκτός από δημόσια υγεία δεν διαθέτει ακόμα οργανωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, η οποία αποτελεί τον έτερο σημαντικό πυλώνα για την άσκηση σύγχρονης πολιτικής υγείας και για την αντιμετώπιση επιδημικών απειλών χωρίς να κινδυνεύει να καταρρεύσει το νοσοκομειακό σύστημα.

8 Ας ελπίσουμε πως η προσπάθεια που καταβάλλεται για την εκ των ενόντων κινητοποίηση των ιατρικών συλλόγων και των ιδιωτών γιατρών θα μπορέσει να καλύψει, έστω και περιστασιακά, το κενό αυτό. Μόνο που με τα «γιουρούσια» μπορεί να κερδίζονται κάποιες μάχες, αλλά χάνονται πολλές περισσότερες.

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ είναι αναπλ. καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Προληπτικής Ιατρικής.

Θέμα επικαιρότητας:
Υγεία

Σύνολο: 33 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι