Εκκρεμεί η οικολογική στροφή

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 01/01/2005

Ολο και περισσότερο συνειδητοποιούμε, έστω και συγκεχυμένα, ότι οι προκλήσεις και απειλές που αποκαλούμε συνοπτικά «οικολογικές» παίρνουν διαστάσεις κρίσης, με όλες τις σημασίες της λέξης.

- Και κρίνουν τα όσα κάνουμε και δεν κάνουμε ως συλλογικότητες, τοπικές, εθνικές ή ως παγκόσμια κοινότητα, με συνέπειες-κυρώσεις όλο και πιο εμφανείς και όλο και πιο επικίνδυνες.

- Και διαμορφώνουν όλο και περισσότερο μια συγκυρία όπου γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι όσα κάναμε μέχρι τώρα δεν μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον χωρίς να είναι αυτονόητο και επομένως κοινωνικά αποδεκτό το τι πρέπει και μπορούμε να κάνουμε.

Αναφέρομαι, φυσικά, στη διαμόρφωση και άσκηση της πολιτικής σε όλα τα επίπεδα, και όχι στις θεωρητικές αναλύσεις που εδώ και χρόνια πολλαπλασιάζονται και κυρίως εμβαθύνονται, ούτε στα κινήματα, τοπικά ή υπερεθνικά, που παίζουν έναν αναντικατάστατο ρόλο μαρτυρίας, καταγγελίας και διεκδίκησης σε διάφορους τομείς, αλλά που εξ ορισμού δεν μπορούν να υποκατασταθούν στις πολιτικές εξουσίες. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: η θεωρητική και επιστημονική ανάλυση μάς έχει από καιρό προετοιμάσει για να κατανοήσουμε σημαντικές απειλές όπως η τρύπα στην στιβάδα του όζοντος, η κλιματική αλλαγή, η απερήμωση και άλλα «φαινόμενα», και τις συνέπειές τους για τη δημόσια υγεία, την ποιότητα της ζωής, τις σχέσεις μας με τη φύση, τις σχέσεις μας... μεταξύ μας.

Τα κινήματα πολιτών σε διάφορα επίπεδα έχουν συχνά δημιουργήσει αρκετή πίεση στην κοινή γνώμη και τη διαμόρφωση επιμέρους πολιτικών, συχνά πολύ σημαντικών. Ωστόσο, από τη σκοπιά μιας συνολικής και συνεκτικής πολιτικής ανάπτυξης που συχνά χαρακτηρίζεται αειφόρος ή βιώσιμη, που να έχει δηλαδή διάρκεια και ανοιχτό ορίζοντα, είμαστε ακόμη στο επίπεδο των διακηρύξεων στόχων, που όμως μπροστά στην αντίσταση της «πραγματικότητας» βαλτώνουν μέσα σε αντιφάσεις και διλήμματα ιστορικών διαστάσεων. Και αυτή η «πραγματικότητα» δεν συνίσταται μόνο από τα υπαρκτά μεγάλα συμφέροντα αλλά και από ισορροπίες και κεκτημένα όπου μετέχουν μαζικά πολλοί, συλλογικά ή κατά μόνας...

Το πρόγραμμα στόχων και επιδιώξεων παίρνει όλο και περισσότερο μια μορφή που συγκεντρώνει ευρύτερες συναινέσεις, από τη Διάσκεψη του Ρίο έως την πρόσφατη του Γιοχάνεσμπουργκ, μέσα από σημαντικές διεθνείς συμφωνίες όπως εκείνη του Μοντρεάλ (όζον), του Κιότο (κλιματική αλλαγή), της Καρθαγένης (βιοποικιλότητα) και άλλες.

Τα πραγματικά προβλήματα όμως προκύπτουν μόλις αρχίσει η συζήτηση για τα μέσα εφαρμογής, διαχείρισης, παρακολούθησης και παρέμβασης για το σεβασμό των συμφωνηθέντων στόχων.

Το πιο σημαντικό σήμερα, ίσως, είναι η έλλειψη πολιτικού υποκειμένου με γενικότερη αποδοχή και με αποτελεσματικότητα. Για το διεθνές εμπόριο υπάρχει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), που σωστά αποκλήθηκε διεθνές δικαστήριο της παγκόσμιας οικονομίας. Για το περιβάλλον δεν υπάρχει ένας Παγκόσμιος Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΠΟΠ) με αντίστοιχες αρμοδιότητες και εξουσίες. Ποιος θα κάνει σεβαστές τις ρυθμίσεις του Κιότο για τη ρύπανση των θαλασσών, για την προστασία των ειδών υπό εξαφάνιση, για την προτεραιότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κ.λπ.;

Και, βέβαια, ένας ΠΟΠ δεν θα αρκούσε. Ποια αρχή μπορεί να αποφασίσει και να μεθοδεύσει τις αναγκαίες αλλαγές στο ισχύον «πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης», όπως αναφέρεται στις διακηρύξεις του ΟΗΕ, που έχουν οι πάντες προσυπογράψει ελαφρά τη καρδία;! Ποιος και με ποιο δικαίωμα θα πει στην Κίνα και στις λοιπές «τίγρεις» της παγκοσμιοποιούμενης ανάπτυξης ότι είναι απολύτως αδύνατο, επί ποινή παγκόσμιας καταστροφής, να φτάσουν τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε κατανάλωση ενέργειας κατά κεφαλήν (και μάλιστα ενέργειας από ορυκτά καύσιμα), σε ιδιοκτησία αυτοκινήτων (ένα για κάθε δύο κατοίκους...), σε κατανάλωση νερού για τη γεωργία, τη βιομηχανία και την (σκανδαλώδη... -τόσο όσο οι πισίνες στα νησιά !) οικογενειακή χρήση, σε κατανάλωση άχρηστων και επικίνδυνων τροφίμων κ.λπ.;

Με ποιον τρόπο και με ποια μέσα θα άρχιζε μια πολιτική εξοικονόμησης και αυτοπεριορισμού, στα ίδια και άλλα ανάλογα ζητήματα, πρώτα απ’ όλα των ίδιων των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, πράγμα που είναι προφανώς απολύτως αναγκαίο, και όχι μόνο για να δώσουν... το καλό παράδειγμα;

Το «ποιος τρόπος» είναι σήμερα η εκρηκτικότερη πρόκληση και ουτοπία, γιατί προφανώς παραπέμπει σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, της οποίας τα χαρακτηριστικά ευλόγως παραμένουν θολά, όσο και οι δυνατές οδοί για την επίτευξή της με ειρηνικό και συναινετικό τρόπο κι όχι ως συνήθως μέσω της (κυρίως στρατιωτικής) επιβολής.

Εως τότε, αν υπάρξει κάποιο «τότε»..., η επίτευξη κάποιων από τους στόχους μιας βιώσιμης ανάπτυξης θα προχωράει μέσα από καταστροφές και επιμέρους αντιδράσεις, αν και η εμπειρία δείχνει ότι η ικανότητά μας να κολλάμε στην αδράνεια είναι τρομακτική: μετά το Τσερνόμπιλ και τις δεκάδες χιλιάδες νεκρούς έως τώρα (γιατί οι συνέπειές του δεν έχουν εξαντληθεί) και ένα πρώτο μούδιασμα των οπαδών της ατομικής ενέργειας, σήμερα ξαναζούμε την κατάσταση που επικρατούσε και πριν, ενώ με απίστευτο θράσος μάς προτείνεται από πολλές πλευρές να επιστρέψουμε σε νέα ανάπτυξη των ατομικών σταθμών ως αντίδοτο στην κλιματική αλλαγή!

Θα περνάει επίσης και από διεθνείς συμφωνίες, οι οποίες όμως όλο και περισσότερο αποδυναμώνονται από τις αντιφάσεις και αντιδράσεις στο εθνικό ή ακόμα και στο ευρωπαϊκό κοινοτικό επίπεδο. Τα παραδείγματα αφθονούν, με πρώτο την απερίγραπτη αναξιοπιστία και στρεψοδικία των ΗΠΑ (σχετικά με τις επιδοτήσεις στη γεωργία, τα μεταλλαγμένα, τις αυξητικές ορμόνες κ.λπ. κ.λπ.), αλλά και πολλών άλλων χωρών (δες ασύδοτη υποκρισία της Ιαπωνίας, της Νορβηγίας και άλλων σχετικά με το κυνήγι της φάλαινας, παρά τις συμφωνίες που οι ίδιες έχουν υπογράψει - λέγεται ότι έχουν κάποια βοήθεια και από την Ελλάδα, ελπίζω να έχω λάθος πληροφορίες...), και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Και για να μη λέμε μόνο για τους άλλους κακούς, ας αναλογιστούμε τι (δεν) συζητάμε και (δεν) κάνουμε εμείς στην Ελλάδα. Ποια πολιτική εφαρμόζουμε για τον περιορισμό της (υπερ)εντατικής γεωργίας και κτηνοτροφίας με όλες τις συνέπειές τους, που εξάλλου τις αποκρύπτουμε επιμελώς από τους πολίτες (εξάντληση και μόλυνση των υδροφόρων οριζόντων, πολλαπλάσιοι καρκίνοι σε γεωργικές περιοχές σε σχέση με τις πόλεις...);

Πώς εφαρμόζουμε όσα συνυπογράψαμε για τη διευκόλυνση του εμπορίου των χωρών του Τρίτου Κόσμου, για τη δημόσια βοήθεια προς αυτές; Πώς προωθούμε την πολιτική μείωσης, επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης των σκουπιδιών; Και ποιοι αντιδρούν κάθε φορά που πάει να διαμορφωθεί μία έστω και στοιχειώδης πολιτική σχετικώς, είτε αυτή αφορά διοικητικές ρυθμίσεις είτε έμμεσα μέσω κινήτρων και κυρίως της φορολογίας προσπάθεια να στραφεί προς άλλες κατευθύνσεις το ισχύον πρότυπο ανάπτυξης, στον τουρισμό, τις μεταφορές, την ενέργεια, τη χωροταξία κ.λπ.; Αρχή σοφίας θα ήταν να τα δούμε όλα αυτά, και άλλα πιο ανησυχητικά, σε ένα γενικότερο πλαίσιο συντηρητικοποίησης και (αντι-οικολογικού και όχι μόνον) αντι-εκσυγχρονισμού, που θα είναι πιθανότατα το σημαντικότερο πρόβλημα του μέλλοντός μας...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι