Ο Σίσυφος με τα πολλά πόδια

Κατερίνα Λαμπρινού, Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Κυριακάτικη Αυγή, 11/10/2009

Και να που φτάσαμε ώς εδώ. Χωρίς αποσκευές; Και ναι και όχι. Γιατί είναι χρήσιμη αποσκευή, ας πούμε, το καλό αποτέλεσμα σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου όμοροι χώροι όπως το ΠΑΣΟΚ και οι Οικολόγοι κατέγραψαν ποσοστά που θα προϋπέθεταν μια μεγάλη συμπίεση του χώρου που εκπροσωπεί ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς – και μάλιστα έπειτα από μια δύσκολη περίοδο κρίσης και εσωστρέφειας. Είναι αναπόφευκτη όμως η ανάγκη να κάνουμε μια συνολική αποτίμηση, έχοντας στο νου μια υπαρκτή και εμπειρικά απτή δυναμική που ο χώρος μας κατάφερε να δημιουργήσει, τώρα αλλά και νωρίτερα. Το καίριο ερώτημα είναι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι ένα άλλο κόμμα, σε μια δεδομένη συγκυρία, θεωρήθηκε δυνάμει αποδέκτης της ψήφου ενός μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων και γιατί τελικά αυτό το "δυνάμει" δεν κατέληξε σε κάτι πιο χειροπιαστό.

Μέσα στον Συνασπισμό, σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη, επιτελέστηκε μια σημαντική "συνάντηση": η συνάντηση δύο ιστορικών τάσεων και πολιτικών αντιλήψεων, εγγενών στο ίδιο το σώμα της Αριστεράς, που δεν ταυτίζονται με τα στενότερα όρια των εσωκομματικών μας τάσεων όπως τις ξέρουμε. Πρόκειται για την τάση του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό και την τάση του κομμουνιστογενούς ριζοσπαστισμού. Η πρώτη μπορεί να πει κανείς ότι διαμόρφωσε κυριαρχικά την ταυτότητα του κόμματός μας μέχρι τα τέλη του ’90, μια ταυτότητα διακριτή --μάλλον ελκυστική για σημαντικό μέρος της κοινωνίας, συνήθως ευρύτερο από τις εκλογικές μας επιδόσεις--, με ορισμένα σαφή χαρακτηριστικά: συνεκτικός προγραμματικός και μεταρρυθμιστικός αριστερός λόγος, αριστερός ευρωπαϊσμός και αντιεθνικισμός, παρέμβαση της Αριστεράς στις θεσμικές δημοκρατικές διαδικασίες, έμφαση στα ζητήματα ελευθεριών και δικαιωμάτων, στα "μεταϋλιστικά" αιτήματα, αποδοχή της δημοκρατίας (ουσιαστικής και τυπικής ακόμη) ως αναγκαίου όρου για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Όμως, από ένα σημείο και μετά, τα οριακά εκλογικά αποτελέσματα, η ήττα απέναντι στην ηγεμονία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, η επίγνωση του γεγονότος ότι μια Αριστερά δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά προγραμματική χωρίς άλλου τύπου διαδικασίες διεκδίκησης σε συμβιωτική συνύπαρξη και αλληλοτροφοδότηση, έφερε, από το 2000 και έπειτα, την αλλαγή του εσωκομματικού συσχετισμού και την ανάδυση μιας άλλης ταυτότητας, που επιχειρούσε τη γείωση της κομματικής πολιτικής στους κοινωνικούς χώρους και φλέρταρε με τις κινηματικές διεργασίες που συντελούνταν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με διαφορετικούς συσχετισμούς πια, ο χώρος μας διασταυρώθηκε, τακτικά μάλλον παρά στρατηγικά, με μια σειρά εξωκοινοβουλευτικά μορφώματα, μικρούς αριθμητικά κομματικούς σχηματισμούς, αμιγώς προσωποκεντρικά σχήματα-σφραγίδα, μεμονωμένους ανένταχτους αριστερούς πολίτες με παρουσία στους κοινωνικούς τους χώρους. Φτιάχτηκε έτσι ένας τόπος συνάντησης, ο οποίος στην πρώτη φάση του ασχολείται ουσιαστικά (όχι αποκλειστικά) με τη δημιουργία των προϋποθέσεων υποδοχής και συμμετοχής σε μια κινηματική διαδικασία από το εξωτερικό (ευρωπορείες-αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα). Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε ότι αυτός είναι και ο κοινός παρoνομαστής της όσμωσης, ανεξάρτητα από τις αρχικές διαθέσεις και απόψεις. Περνάμε λοιπόν σε μια πολιτική "συναναστροφή" που συντελείται κυρίως υπό την ιδιότητα του "ακτιβιστή" και απολήγει σε μια εκλογική συνεργασία (ενίοτε και σε κάθοδο με αντιπαραθετικά σχήματα), καλλιεργώντας μια αντίληψη κινήματος-εκλογικής συμμαχίας. Το συνεκτικό στοιχείο στα μέλη της συνεργασίας δεν ήταν τόσο το ιδεολογικό --πέρα από την κοινή αφετηριακή μήτρα όλων μας, δηλαδή την ιστορική σοσιαλδημοκρατία αλλά το ακτιβιστικό, άρα κινηματικό.

Ο αυτοσκοπός μιας απροϋπόθετης ενότητας της Αριστεράς, που προτάσσεται κατά συνέπεια και στο εσωτερικό του ΣΥΝ, ήρθε να καλύψει ακριβώς και μια υπαρκτή ανάγκη φυσικής παρουσίας στην κοινωνία. Μια αντικειμενική ανάγκη στελέχωσης φοιτητικών και συνδικαλιστικών σχηματισμών, ομάδων πολιτών και πάσης φύσεως μετωπικών σχημάτων, προκειμένου να επιτευχθεί ο θεμιτός στόχος της παρέμβασης στους κοινωνικούς χώρους. Ο ευκολότερος τρόπος είναι η συμμαχία με ήδη έτοιμους ακτιβιστές-συνδικαλιστές και με τη σταδιακή καλλιέργεια μιας συγκολλητικής ταυτότητας που εδράζεται σε κοινούς αγώνες, κινηματικές διαδικασίες και στην ιδεολογικοποίηση του νέου ριζοσπαστισμού, μηδέποτε σαφώς οριζόμενου. Και εδώ κάπου τέθηκε και εξακολουθεί να τίθεται το κρίσιμο ζήτημα. Σε μια χρονική συγκυρία αδυναμίας των συνδικαλιστικών σχημάτων, ουσιαστικής ανυπαρξίας των κοινωνικών κινημάτων, υποχώρησης των φοιτητικών διεκδικήσεων και της συμμετοχής, σε μια εποχή ανθρωπολογικού ατομισμού και ιδιώτευσης, αρκεί μεθοδολογικά ο βολονταρισμός για την ενεργοποίηση τέτοιων διαδικασιών με εύρος αντίστοιχο του παρελθόντος; Μπορούμε επί της αρχής να είμαστε με την κοινωνία χωρίς την κοινωνία, όταν και το παραδοσιακό οργανωτικο-πολιτικό τριμερές σχήμα που συναντά κανείς στη σοσιαλδημοκρατική και κομμουνιστική παράδοση (κόμματα-μετωπικά σχήματα-συνδικάτα) βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία; Μπορεί ο πολιτικός λόγος να απομειώνεται σε ένα συμπίλημα αλληλοαναιρούμενων συνδικαλιστικών αιτημάτων;

Έρχεται, στη φάση αυτή, η στιγμή που η αντιπαράθεση στο εσωτερικό του Συνασπισμού γίνεται από πολυτασική επί της ουσίας μετωπική, όπως και τα αόριστα λίγο έως πολύ εκπεφρασμένα σχήματα για το ρόλο του κόμματος. Ένα ασφυκτικό παιχνίδι αλλαγής συσχετισμών σε κομματικο-οργανωτικό επίπεδο, πόλωσης και εκβιασμών μεταξύ συνιστωσών και τάσεων, επιβεβαιώνει ότι η καλή Αριστερά, στις κακές της μέρες, τα πολιτικά της προβλήματα τα λύνει ανάγοντας και υπάγοντας το πολιτικό στο οργανωτικό και επιλέγοντας μεταξύ συγκεντρωτισμού και πλουραλισμού κατά το δοκούν.

Μια ιστορική ευκαιρία

Κάτι στραβό υπήρχε στις αποσκευές μας ακριβώς τη στιγμή που παρουσιάστηκε μια ιστορική ευκαιρία. Δηλαδή η συγκυρία της βαθιάς κρίσης του ΠΑΣΟΚ, όταν ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερνε να συνδυάσει μια υπαρκτή κινηματική δράση (άρθρο 16) με μια προταγματική, έστω αμυντική, πλαισίωση (υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου), και ενώ η κοινωνία ανίχνευε ένα νέο διαγενεακό συμβόλαιο "ακούγοντας" τον κεντρικά εκφερόμενο λόγο από τους προέδρους του Συνασπισμού, που έδινε βάρος στο νέο οικονομικό και πολιτικό υποκείμενο: τους νέους, τις συνθήκες ένταξής τους στην παραγωγική διαδικασία και τους ερμητικά κλειστούς διαύλους του πολιτικού με τους οποίους έρχονταν αντιμέτωποι.

Σε αυτή τη συγκυρία, καθοριστικό στοιχείο ήταν η αποδέσμευση μεγάλης μάζας του κόσμου του ΠΑΣΟΚ: κυρίως δηλαδή νέων και δυναμικών στρωμάτων, τα οποία αναζητούσαν πολιτικές απαντήσεις πέραν του δικομματικού πλαισίου και έλκονταν από παγιωμένα αλλά και νέα χαρακτηριστικά του Συνασπισμού -- από τα στοιχεία της ιστορικά κατακτημένης δημόσιας ταυτότητάς του, αλλά και από τη μέριμνα για αμεσοδημοκρατικές και μαζικές διαδικασίες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ένα μονοθεματικό κόμμα όπως οι Οικολόγοι, οι οποίοι ωστόσο διαθέτουν μια αντίστοιχη φυσιογνωμία συγκερασμού του μεταρρυθμιστικού-προγραμματικού με το κινηματικό, έγιναν κατόπιν οι δυνάμει αποδέκτες μιας εξίσου ενδιαφέρουσας δυναμικής τάσης.

Ο σύντομος χρόνος ανατροπής της δημοσκοπικής άνοιξης συνίσταται σε ένα ιδιαίτερα πυκνό --πολιτικά-- ημερολογιακό έτος: οικονομική κρίση, αμερικανικές εκλογές, Δεκέμβρης, ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ, ευρωεκλογές. Εξαιρετικά κομβικής σημασίας πολιτικά γεγονότα, που υποδεικνύουν την ανάγκη πολιτικής ωριμότητας αλλά και "υψηλής πολιτικής" με όρους ανοιχτούς στην κοινωνία. Εκεί όμως, η "νέα" ταυτότητα, αντί να εμπλουτίσει την "παλιά", την υπονόμευε και ακυρωνόταν η ίδια στο βαθμό που υποτάχθηκε σε εσωκομματικές σκοπιμότητες. Η ισχνή τελικά ριζοσπαστική ρητορική στην οποία το κόμμα εγκλωβίστηκε όχι μόνο εμπόδιζε να δούμε την κοινωνία στην οποία απευθυνόμασταν όπως είναι --δηλαδή με τις αντιφάσεις της-- αλλά και να τολμήσουμε να ανιχνεύσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα που έθετε --γιατί ο εσωκομματικός συσχετισμός θεωρητικά θα ετίθετο ξανά εν αμφιβόλω και γιατί η πόλωση θα έπρεπε να δώσει τη θέση της σε μια επίπονη, για όλους, σύνθεση.

Τα παραδείγματα πολλά. Ο κόσμος που αποδεσμευόταν από την καθ’ ημάς σοσιαλδημοκρατία μάλλον δεν επιθυμούσε ένα παντοδύναμο ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αλλά ταυτόχρονα αναζητούσε μια πρόταση διακυβέρνησης -- ενίσχυε τον ΣΥΡΙΖΑ για την αλλαγή των συσχετισμών, για το χτύπημα στον δικομματισμό κλπ., περιμένοντας όμως και μια πειστική απάντηση στο ερώτημα "μετά τον δικομματισμό, τι;". Στις ευρωεκλογές, ένα από τα κοινωνικά υποκείμενα στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνθηκε προνομιακά, οι νέοι, όντας ταυτόχρονα το πιο "ανοιχτό" στην Ευρώπη κομμάτι της κοινωνίας, φάνηκε ότι δεν αρκέστηκαν σε απαντήσεις ήπιου ή λιγότερου ήπιου αντιευρωπαϊσμού. Έτσι έμεινε εκκρεμές ένα πιθανόν αριστερόστροφο σχέδιο για το πώς μπορεί να μεταρρυθμιστεί ένα "συντηρητικό" σύστημα όπως η ΕΕ ώστε και η πολιτική συμμετοχή να έχει νόημα. Ή ακόμη, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ προσχωρούσε περίπου απροϋπόθετα σε έναν εξεγερσιακό, "αδιαμεσολάβητο" κινηματισμό, θεωρώντας ότι η κοινωνία "ριζοσπαστικοποιήθηκε" σε μια νύχτα, αρνούνταν να δει αυτό που περιγράφει ο Στεφάν Ροζές1 ότι σε όλη την Ευρώπη οι άνθρωποι αμφισβητούν το νεοφιλελεύθερο δόγμα, αναζητούν ξανά δεσμούς αλληλεγγύης, ισότητας και προστασίας της κοινωνίας, την ίδια στιγμή που είναι βυθισμένοι σε έναν εξατομικευμένο ηδονιστικό καταναλωτισμό -- κάπως έτσι, μετά τις ευρωεκλογές, αποφανθήκαμε ότι, πάλι μέσα σε μια νύχτα, η κοινωνία "συντηρητικοποιήθηκε".

Η διαλεκτική της κοινωνίας και τα προβλήματα που θέτει

Εντέλει, η διαλεκτική της κοινωνίας πάντα θέτει προβλήματα μεγαλύτερα απ’ ό,τι τα κομματικά επιτελεία μπορούν ή είναι διατεθειμένα να λύσουν. Να λύσουν σημαίνει εδώ να επιλύσουν πολιτικά τις αντιθέσεις, να διαμεσολαβήσουν, να διαπαιδαγωγήσουν και να εκφράσουν σε ένα καθολικό πολιτικό επίπεδο αντιφατικά στοιχεία, αιτήματα, προσδοκίες -- να επιτελέσουν δηλαδή το ρόλο ενός (αριστερού ιδίως) κόμματος. Πράγμα που όμως θα προϋπέθετε τη δική μας διάθεση να αναπτύξουμε μια ανάλογη πολιτική διαλεκτική.

Να αναρωτηθούμε για τη στάση μας τη στιγμή που η κοινωνία μάς ζητάει να τοποθετηθούμε πάνω στη διαχείριση των κοινών πραγμάτων, την άσκηση και υλοποίηση κεντρικών πολιτικών (μοντέλο ανάπτυξης, έξοδος από την κρίση, αναζωογόνηση του πολιτικού, ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στα δημόσια αγαθά, την παιδεία, την υγεία κλπ.) -- εν ολίγοις να τοποθετηθούμε στο ζήτημα της εξουσίας: ποιος την ασκεί, με ποιους όρους, για ποιο σκοπό. Και μια ενδεχόμενη απάντηση μπορεί να μην περιορίζεται αναγκαστικά στο δίπολο "συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ" - "μοναχική καταγγελία". Άλλωστε, τα αδελφά μας κόμματα στη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Πορτογαλία έχουν δείξει πειστικά ότι ένα αριστερό κόμμα μπορεί και πρέπει να ενδιαφέρεται για την εξουσία, κάνοντας τολμηρά ανοίγματα και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά του.

Να αναστοχαστούμε ακόμη αν μπορεί η σχέση προγραμματικού και κινηματικού, μεταρρυθμιστικού και ριζοσπαστικού, θεσμικού και κοινωνικού, να πραγματωθεί ως μη ιεραρχική, ως σχέση μη υπαγωγής του ενός στο άλλο. Πώς αλλιώς το προγραμματικό μπορεί να είναι αυτόνομο και ισχυρό, άρα αποτελεσματικό, και το "κινηματικό" να μην είναι ανέξοδο και λιπόσαρκο, σήμερα και σε αυτή την κοινωνία, με τα χαρακτηριστικά της;

Αν θεωρούμε λοιπόν ότι οι εκλογές είναι κάτι παραπάνω από μια απλή δημοσκόπηση (μια "φωτογραφία της στιγμής"), ότι συμπυκνώνουν ευρύτερες τάσεις, αιτήματα και προοπτικές που αναπτύσσονται στους κόλπους της κοινωνίας, θα πρέπει ίσως να δούμε ότι, με το αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, το εκλογικό σώμα κατά ένα συντριπτικό 60%, όχι βέβαια συμπαγές, απέρριψε την αντικοινωνική δεξιά και ακροδεξιά πολιτική, εκφράζοντας προσδοκίες και ανάγκες με αριστερό πρόσημο. Το δε ΠΑΣΟΚ, ως ευαίσθητος ενίοτε δέκτης, εμφανίστηκε με ένα προγραμματικό πλαίσιο γενικόλογο και αφηρημένο μεν, ωστόσο αριστερόστροφο (αναδιανομή του πλούτου, άλλο αναπτυξιακό μοντέλο, θεσμικές μεταρρυθμίσεις). Και "ο λαός" τού εμπιστεύθηκε μια ισχυρή, αλλά όχι λευκή, εντολή, δίνοντας όμως ταυτόχρονα στον ΣΥΡΙΖΑ ένα ποσοστό πάνω από το αναμενόμενο --το οποίο και κατοχύρωσε κυρίως τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου, όταν ανέλαβε το ρόλο να βάζει στην ατζέντα το κοινωνικό ζήτημα με συγκεκριμένες και άμεσες προτάσεις-μεταρρυθμίσεις (βλέπε stage)-- και μια κοινοβουλευτική ομάδα που καλείται να συνθέσει ξανά τις βασικές μας τις αρχές.

Το περιεχόμενο λοιπόν μιας αναγκαίας "προγραμματικής αντιπολίτευσης" μένει να προσδιοριστεί. Θα μπορούσε να σημαίνει μια συνεχή πλαγιοκόπηση του ΠΑΣΟΚ από τα αριστερά, με προγραμματικό και διεκδικητικό τρόπο, χωρίς τη μιζέρια του ιδεολογικού και πολιτικού αναχωρητισμού; Είναι πιθανό το ΠΑΣΟΚ να μην καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσον αφορά τα οικονομικά ζητήματα γιατί και αντικειμενικά, ίσως και πολιτικά, δεν έχει μεγάλα περιθώρια. Από την άλλη, σε ζήτημα πολιτισμικά, θεσμικά ή κοινωνικά, όπου η κυβέρνηση μπορεί να "παίξει" με συμβολικές τομές που θα έχουν απόηχο και στο σώμα των δικών μας ακόμη ψηφοφόρων (θυμίζοντας μέρες ’81 ή ’96), το στοίχημα είναι μεγάλο.

Ταυτόχρονα όμως, επείγει ίσως να σκεφτούμε ξανά εκείνα τα ταυτοτικά στοιχεία που κατοχυρώνουν μια πολιτική και ιδεολογική αυτονομία, η οποία θα πείθει την κοινωνία για την αναγκαιότητα ενός τέτοιου αριστερού χώρου. Και αυτό απαιτεί απαντήσεις σε ζητήματα αμιγώς πολιτικά. Ποια υπαρκτά κοινωνικά συμφέροντα θέλουμε να εκπροσωπήσουμε και πώς θα συνθέσουμε τις ενδεχομένως συγκρουόμενες προσδοκίες τους σε ένα γενικευτικό πρόταγμα· με ποιο μείγμα αντιπροσώπευσης και άμεσης συμμετοχής, μέσα από ποια ιδέα για τη δημοκρατία· ποια θέση έχει το κράτος στις επεξεργασίες μας, ποια η αγορά, και πώς μπορούμε να αναζητήσουμε οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους πέραν των δύο· πώς νοηματοδοτούμε τις μάχες σε εθνικό επίπεδο και τι μπορεί να σημαίνει σήμερα αριστερή άποψη για την Ευρώπη. Πάλι από την αρχή, λοιπόν. Με τις αποσκευές μας, παλιές και καινούριες.

1. Στ. Ροζές, "Ενθέματα", Η Αυγή, 13.9.2009.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τις εκλογές 041009

Σύνολο: 42 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι