Δομικές οι αιτίες των αυτοκτονιών στην France Telecom

Ελένη Τσερεζόλε, Κυριακάτικη Αυγή, 25/10/2009

Ο 48χρονος μηχανικός της γαλλικής εταιρείας Τηλεπικοινωνιών (France Telecom) έγινε την περασμένη εβδομάδα ο 25ος υπάλληλος της εταιρείας που αυτοκτόνησε, δημιουργώντας αίσθηση και στρέφοντας τα φώτα της δημοσιότητας στη συγκεκριμένη επιχείρηση και το εργασιακό κλίμα που επικρατεί στο εσωτερικό της τα τελευταία χρόνια. Ένα κλίμα για το οποίο πρωτίστως ευθύνεται ο πρόεδρος γενικός διευθυντής της, Ντιντιέ Λομπάρ, του οποίου την παραίτηση έχουν ζητήσει σοσιαλιστές και κομμουνιστές και την οποία αρνήθηκε το κυβερνητικό UMP…

Το πρόβλημα του εργασιακού στρες, σύμφωνα με τους ειδικούς κοινωνιολόγους στις συνθήκες εργασίας, είναι βαθύ στη France Telecom και προέρχεται ουσιαστικά από την αλλαγή της κουλτούρας της δημόσιας επιχείρησης: αντί για παροχή χρήσιμων υπηρεσιών, η εταιρεία έχει μπει ως το μεδούλι μιας οξείας ανταγωνιστικότητας με τις ιδιωτικές εταιρείες, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στους εργαζόμενούς της. Διαρκείς εσωτερικές μεταθέσεις, άσκηση μεγάλων πιέσεων για αύξηση της ατομικής απόδοσης των υπαλλήλων (περισσότερες εγγραφές συνδρομητών, πωλήσεων, κ.α.), με τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους, κ.ο.κ.

Και μπορεί η διοίκηση να προέβη σε ορισμένα «διορθωτικά» μέτρα, η κατάσταση όμως δεν αλλάζει ακριβώς γιατί τα αίτιά της είναι δομικά. Η κοινωνιολόγος Ανί Τεμπό Μονί τόνισε ότι η «25η αυτοκτονία είναι η απόδειξη ότι τα μέτρα που αποφασίστηκαν δεν επέτρεψαν την επιστροφή σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης». Η άρον - άρον αύξηση των ιατρών εργασίας, η παροχή ψυχολόγων ή η πρόσληψη «υπεύθυνων διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού» αντιμετωπίζονται δικαίως από τους εργαζόμενους ως επιφανειακά μέτρα. Όπως άλλωστε της ίδιας αντιμετώπισης έτυχε και το ερωτηματολόγιο με τις 160 (!) ερωτήσεις που απέστειλε η διοίκηση στους 102.000 εργαζόμενους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Στόχος του ερωτηματολογίου (που έχει επεξεργαστεί ιδιωτική εταιρεία) είναι η καταγραφή των συνθηκών εργασίας. Ωστόσο η ίδια η εταιρεία που συνέθεσε το ερωτηματολόγιο παραδέχεται ότι αυτή η καταγραφή υφίσταται ήδη, καθώς γίνεται λόγος, σε επόμενη φάση, της «μελέτης» των 75 εκθέσεων που έχει καταθέσει το τμήμα Ιατρικής στον εργασιακό χώρο, καθώς και οι εκατοντάδες μελέτες που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι επιτροπές υγιεινής και ασφάλειας της επιχείρησης.

Οι γιατροί έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου αλλά οι διευθύνσεις δεν τους άκουγαν...

Πάντως την πιο σαφή εξήγηση για τα αίτια των τωρινών αυτοκτονιών στη France Telecom δίνει ένας συνταξιούχος πλέον εργαζόμενός της, πρώην γραμματέας της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφάλειας και Συνθηκών Εργασίας, ο Μοντέστ Αλκαράζ, που μίλησε στην Ουμανιτέ. «Από τότε που η France Telecom εισήλθε στο Χρηματιστήριο και που το καθεστώς της εταιρείας πέρασε σε αυτό της ανώνυμης εταιρείας, το προσωπικό αναγκάστηκε να δεχθεί πτώση της αγοραστικής δύναμης, κατάργηση θέσεων εργασίας, κινητικότητα, προσβολές, ταπεινώσεις. Ο δημόσιος υπάλληλος άκουγε συχνά να του λένε: ʽαν δεν σʼ αρέσει, να πας αλλού. Δεν έχει παρά να αλλάξεις δουλειάʼ.

Αυτό το κακό κατέφαγε και κατέστρεψε τον κόσμο». «Οι αναδιαρθρώσεις αποξένωσαν τους άνδρες και τις γυναίκες από το επάγγελμά τους. Η φιλοδοξία του εκμεταλλευτή είναι να αποσπάσει μια επένδυση ψυχή τε και σώματι, την αποδοχή των οικονομικών αναγκών της επιχείρησης. Είδα και γνώρισα ακραίες περιπτώσεις απόγνωσης. Λόγω των θέσεών μου ως συνδικαλιστή, βρέθηκα στο Παρίσι για θέμα εργασιακών ατυχημάτων, ασθενείας, όπου ζητούνταν απίθανα πράγματα από τους τραυματίες. Έπρεπε, μεταξύ άλλων, να αναζητήσουν θέση που να είναι συμβατή με την παθολογία τους γιατί η επιχείρηση αδυνατούσε να τους επανεντάξει. Οι γιατροί του χώρου εργασίας προσπαθούσαν να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου αλλά οι διευθύνσεις δεν τους άκουγαν.

Στο Ανσί ο γιατρός εργασίας ζήτησε την επέμβαση ψυχιάτρου για την ενίσχυση των εργαζομένων αλλά η διεύθυνση του αρνήθηκε την είσοδο στο χώρο δουλειάς! Χρειάζεται να διαβαστούν οι εκθέσεις των γιατρών, οι πραγματογνωμοσύνες που έχουν γίνει στη δεκαετία του 1990 για να γίνει κατανοητή η εργασιακή δυσαρέσκεια στην επιχείρηση». Η τελική φράση του Αλκαράζ είναι διαφωτιστική: «Είμαι 55 ετών, έχω καλή υγεία, αλλά μετά από 36 χρόνια στη France Telecom, προτίμησα να φύγω με ψίχουλα για σύνταξη, ιδίως αν τη συγκρίνω με το χρυσάφι που θα πάρει ο Ντιντιέ Λομπάρ.

Ο πρόεδρος γενικός διευθυντής Ντ. Λομπάρ ωστόσο επιμένει να αγνοεί τα προφανή αίτια που έχουν φέρει τους εργαζόμενους σε αυτή την κατάσταση, ενώ είναι γνωστό επίσης ότι προκειμένου να μειώσει τα έξοδά της η επιχείρηση, μέσω των συνεχών μεταθέσεων, στοχεύει να εξωθήσει αρκετούς εργαζόμενους σε παραίτηση… Πάντως, σε πρόσφατη συνέντευξή του στη συντηρητική εφημερίδα Φιγκαρό, ο Λομπάρ, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με την 25η αυτοκτονία στην επιχείρηση που διοικεί, επανέλαβε τα όσα λέει την τελευταία περίοδο: ότι δηλαδή οι μισθωτοί «δεν έχουν δίκιο να πιστεύουν ότι δεν τους αγαπάμε: ό,τι κάνουμε στοχεύει στο να τους κρατήσουμε όλους».

Παράλληλα επανέλαβε εκ νέου το κλασικό πλέον επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια: ότι δηλαδή ο τομέας των τηλεπικοινωνιών έχει καταστεί εξαιρετικά ανταγωνιστικός και έτσι η επιχείρηση οφείλει να αναδιαρθρωθεί προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική. Ωστόσο ένα μόλις 24ωρο νωρίτερα, σε πολλές συγκεντρώσεις τους σε όλη τη Γαλλία, οι εργαζόμενοι είχαν ζητήσει για άλλη μια φορά «πράξεις». Την ίδια στιγμή, το διασυνδικαλιστικό όργανο των CGT, CFDT, FO, CFTC, CFE-CGC/Unsa, Sud, θεωρούσε ότι «το εργατικό προσωπικό της France Telecom βρίσκεται σε κίνδυνο» και απαιτούσε μέτρα «προκειμένου να αλλάξουν σε βάθος και για μεγάλη διάρκεια την οργάνωση, το περιεχόμενο και οι συνθήκες δουλειάς».

Με μια νέα ερμηνεία “φωτίζει” επίσης το φαινόμενο των αυτοκτονιών η ειδικευμένη κοινωνιολόγος στα ζητήματα εργασίας Ντανιέλ Λινάρ, που επισήμανε, μιλώντας στην Ουμανιτέ, ότι πλέον η προσπάθεια στην εργασία είναι “περισσότερο διανοητική, όχι τόσο σωματική όπως στο παρελθόν, γίνεται πλέον λόγος για ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, για στρες, για πιέσεις”. “Αυτοί οι νέοι όροι αποτυπώνουν ένα νέο είδος πόνου που συνδέεται με τη γενίκευση μιας εργασίας πιο διανοητικής, πιο αυτόνομης και θέλει υπευθυνότητα, μιας εργασίας που απαιτεί περισσότερη υποκειμενικότητα από τους μισθωτούς.

Αλλά αυτός ο πόνος μπορεί να προέρχεται και από μια διαφορετική αιτία που οι κοινωνιολόγοι συμφωνούν ότι πρόκειται για σοβαρό φαινόμενο της σύγχρονης εργασίας: τη συστηματική εξατομίκευση της διαχείρισης των μισθωτών, που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και τώρα έχει πλέον φθάσει στην κορύφωσή της. Και αναπτύχθηκε με τη διεύρυνση του τομέα παροχής υπηρεσιών, την άνοδο της πληροφορικής, την έντονη ανταγωνιστικότητα και κατέληξε σε μια πραγματική προσωποποίηση της σχέσης προς την εργασία. (...) Και στο σημείο αυτό έγκειται η αλλαγή”.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν που, όπως τονίζει η Λινάρ η σκληρή δουλειά είχε νόημα, “βιωνόταν ως κομμάτι συλλογικής μοίρας, που έπρεπε να αντιμετωπιστεί, ήταν η αιτιολογία αγώνων”, σήμερα “αυτός ο πόνος βιώνεται σε επίπεδο αυστηρά προσωπικό, ως ένδειξη ανεπάρκειας ή έλλειψης προσαρμογής στον σύγχρονο κόσμο της εργασίας. Κι όχι μιας αδικίας που πρέπει να καταπολεμηθεί. Και αυτό καθιστά τον πόνο ακόμη πιο ανυπόφορο”.

e.tserezole@avgi.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι